«Ο άνθρωπος πρώτα κινείται, χορεύει, ως μία κίνηση αυθόρμητης έκφρασης της χαράς και των άλλων συναισθημάτων του», Μπέττυ Βυτινάρου – Χορεύτρια

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ - ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
«Ο άνθρωπος πρώτα κινείται, χορεύει, ως μία κίνηση αυθόρμητης έκφρασης της χαράς και των άλλων συναισθημάτων του», Μπέττυ Βυτινάρου – Χορεύτρια

Γεννήθηκε στη Δράμα. Είναι Πτυχιούχος της Επαγγελματικής Σχολής Χορού της Ραλλούς Μάνου, της Γυμναστικής Ακαδημίας και της Σχολής Grafts (Greek Athletic and Fitness Training School). Έκανε μετεκπαίδευση στο Λονδίνο, στη Σχολή Χορού «Stella Mann School of Dancing».
Χόρεψε για τέσσερα χρόνια στο «Ελληνικό Χορόδραμα» της Ραλλούς Μάνου, για ένα χρόνο στην Εθνική Λυρική Σκηνή, για ένα χρόνο στο «Πειραματικό Μπαλέτο» του Γιάννη Μέτση, για ένα χρόνο στην ομάδα χορού της Χάρις Ανταχοπούλου, για δέκα χρόνια στο Αέναο Χοροθέατρο του Daniel Lommel, στο ΚΘΒΕ, και για είκοσι χρόνια στη δική της ομάδα χορού, το Χοροθέατρο «Παρουσίες».
Δίδαξε από το 1980 σε πολλές Σχολές Χορού στην Αθήνα και στην Θεσσαλονίκη, στην Επαγγελματική Σχολή Χορού της Σόφης Κατσούλη, στη Δραματική Σχολή του ΚΘΒΕ και στις δικές της Σχολές Χορού στη Θεσσαλονίκη και στον Πειραιά, από το 1990 μέχρι σήμερα.
Χορογράφησε πολλά θεατρικά έργα στο ΚΘΒΕ, σε πολλούς θεατρικούς θιάσους της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας, και στο Χοροθέατρο «Παρουσίες» για είκοσι χρόνια σε παραστάσεις που έγιναν στην Ελλάδα και στο εξωτερικό (Γαλλία, Ιταλία, Γερμανία, Βουλγαρία, Γιουγκοσλαβία, Κύπρο κ.α.).
Ίδρυσε το «Θεατράκι» στη Θεσσαλονίκη, έναν πολιτιστικό χώρο, από το 1995 έως το 2000, που φιλοξένησε πάνω από 500 παραστάσεις θεάτρου, χορού και συναυλιών. Επίσης, το Παιδικό Χοροθέατρο από ταλαντούχα παιδιά της σχολής της στη Θεσσαλονίκη και έδωσε πολλές παραστάσεις στο Θέατρο Βίλκα.
Διατέλεσε Καλλιτεχνικός Σύμβουλος της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας 1997 και Καλλιτεχνική Διευθύντρια του Θεάτρου Βίλκα, στη Θεσσαλονίκη, για 3 χρόνια. Βραβεύτηκε δύο φορές, από το κοινό της Θεσσαλονίκης και από την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, για την προσφορά της στην Τέχνη του Χορού.
Στο βιογραφικό της περιλαμβάνονται και 11 Εκθέσεις Ζωγραφικής στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Από το 2010 λειτουργεί η δεύτερη Σχολή Χορού της στον Πειραιά καθώς το πρώτο της εγχείρημα βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη.


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΜΑΙΡΗ ΓΚΙΩΝΗ – ΛΑΡΕΝΤΖΑΚΗ


«ΠΑΛΜΟΣ»: Σε ποιό περιβάλλον μεγαλώσατε; Ήταν υποστηρικτικό στην χορευτική πορεία σας;
ΜΠΕΤΥ ΒΥΤΙΝΑΡΟΥ: Είχα την τύχη να μεγαλώσω σε ένα πολύ ήρεμο και υγιές περιβάλλον με γονείς εκπαιδευτικούς πολύ δίκαιους και υποστηρικτικούς. Τα παιδικά μου χρόνια ήταν γεμάτα αγάπη, κατανόηση και συμβουλές με ζωντανά παραδείγματα από την δημιουργική ζωή των γονιών μου. Ήταν και είναι μέχρι σήμερα, που δεν ζουν πια, πρότυπα ανθρώπων για μένα. Σαφώς αυτό καθόρισε την διάπλαση του ήθους και του χαρακτήρα μου και με βοήθησε να επιλέξω αυτό που θα κάνω σε όλη μου τη ζωή, να ασχοληθώ δηλαδή με την τέχνη του χορού.

«Π»: Τι σας ώθησε στον χορό;
ΜΠ.Β.: Η μητέρα μου ήταν γυμνάστρια και αγαπούσε πολύ τον χορό. Από αυτήν έμαθα αρχικά να αγαπώ την τέχνη του χορού. Οι γονείς μου αγαπούσαν γενικά τις τέχνες, ο πατέρας μου, γυμναστής κι αυτός, αλλά λάτρης και των τεχνών, με μύησε στο διάβασμα λογοτεχνίας και στην παρακολούθηση θεατρικών παραστάσεων. Μέσα από αυτούς αγάπησα τον αθλητισμό και τις τέχνες. Για αυτό άλλωστε τελείωσα και την Γυμναστική Ακαδημία, αλλά από τότε που είχα δει μια παράσταση χορού ήξερα μέσα μου ότι η επαγγελματική μου πορεία θα είναι χορευτική.

«Π»: Τι είναι ο χορός για εσάς;
ΜΠ.Β.: Ο χορός είναι έκφραση συναισθημάτων μέσω της κίνησης. Για να συμβεί αυτό απαιτούνται πολλά χρόνια εκγύμνασης του σώματος με τις τεχνικές του έντεχνου χορού, δηλ. με την τεχνική του κλασικού μπαλέτου και του σύγχρονου χορού. Ο χορός είναι ο πιο σωστός τρόπος εκγύμνασης του σώματος, αλλά παράλληλα επιδρά θετικά και στον ψυχοπνευματικό κόσμο του ανθρώπου.

«Π»: Ποιός ο ρόλος του χορού στον άνθρωπο;
ΜΠ.Β.: Ο χορός, σαν κοινωνική έκφραση, είναι απαραίτητος για την ψυχική υγεία του ανθρώπου. Μέσω του χορού ο άνθρωπος εκφράζεται, ψυχαγωγείται, εκτονώνεται και αισθάνεται ευεξία. Ο άνθρωπος σε μικρή ηλικία πρώτα κινείται – χορεύει και μετά μιλάει. Η κίνηση είναι η αυθόρμητη έκφραση της χαράς του και των άλλων συναισθημάτων του. Ο χορός σαν τέχνη, με την απαραίτητη εκπαίδευση, επιδρά πιο συνειδητά στην τριπλή υπόσταση του. Στο σώμα, στην ψυχή και στο πνεύμα του.

«Π»: Πότε ξεκινήσατε τα μαθήματα χορού;
ΜΠ.Β.: Άρχισα τα μαθήματα χορού όταν ήμουν δεκατεσσάρων ετών. Αργά, αν σκεφτούμε ότι η καταλληλότερη ηλικία για να ξεκινήσουν τα παιδιά χορό είναι όταν είναι τριών ετών. Ασχολήθηκα στα πρώτα μου χρόνια με τον αθλητισμό, τον στίβο, που τον αγάπησα κι αυτόν, αλλά τελικά με κέρδισε η τέχνη του χορού. Έκανα υπερεντατικά μαθήματα χορού για να φτάσω γρήγορα στο απαιτούμενο επίπεδο της ηλικίας μου.

«Π»: Ποιά είναι η καταλληλότερη ηλικία στα παιδιά να ξεκινήσουν χορό;
ΜΠ.Β.: Τα παιδιά είναι καλό να ξεκινούν τα μαθήματα χορού στην ηλικία των τριών ετών. Αρχίζουν με μαθήματα Μουσικοκινητικής Αγωγής και συνεχίζουν αργότερα με μπαλέτο και σύγχρονο χορό.

«Π»: Πιστεύετε στο ταλέντο και ποιά είναι τα απαραίτητα στοιχεία στον χορευτή;
ΜΠ.Β.: Αυτό που αποκαλούμε ταλέντο στον χορό, όπως και σε όλες τις τέχνες, είναι αρχικά μια έμφυτη κλίση του ατόμου που από μόνη της δεν μπορεί να εξελιχθεί σε κάτι πιο σημαντικό. Το σημαντικότερο είναι η θέληση και η εκπαίδευση σε κάθε μορφή τέχνης. Τα απαραίτητα στοιχεία που απαιτούνται για να εξελιχθεί ένας χορευτής είναι το σωματικό και το ψυχικό σθένος, η αγάπη για την γνώση, η αγάπη για την τέχνη γενικότερα και η ανάγκη της προσωπικής του εξέλιξης σε όλα τα επίπεδα.

«Π»: Έχουμε την δυνατότητα όλοι να χορεύουμε;
ΜΠ.Β.: Σαφώς και έχουμε την δυνατότητα όλοι να χορεύουμε. Ο χορός δεν είναι προνόμιο λίγων ανθρώπων που αποφασίζουν να κάνουν τον χορό επάγγελμα τους. Όλοι οι άνθρωποι, όλων των ηλικιών και όλων των σωματικών διαπλάσεων είναι ικανοί να χορέψουν και όχι μόνο για την ψυχαγωγία τους. Τα τελευταία χρόνια το έχουν αντιληφθεί πολλοί αυτό και γι’ αυτό βλέπουμε τις αίθουσες στις σχολές χορού να γεμίζουν και από άτομα μεγαλύτερης ηλικίας και με σωματική διάπλαση που παλιότερα δεν θα γινόταν αποδεκτή για την ενασχόληση στον χορό. Ο χορός ανήκει σε όλους και τα οφέλη του αφορούν όλους μας.

«Π»: Μια καλή σωματοδομή είναι αρκετή στον χορευτή;
ΜΠ.Β.: Όχι, αυτή είναι μια λανθασμένη εντύπωση. Γι’ αυτό βλέπουμε και πολλούς χορευτές με υπέροχα σώματα αλλά όχι ικανά να εκφράσουν ή να δημιουργήσουν στο κοινό συναισθήματα με την κίνηση τους. Η χορεύτρια που με συγκίνησε περισσότερο όλα αυτά τα χρόνια ήταν μια σχεδόν υπέρβαρη χορεύτρια που είχα δει σε μια παράσταση στην Γαλλία (δυστυχώς δεν θυμάμαι το όνομα της) που χόρευαν μέχρι και τα μαλλιά της. Είχε τόσο εκφραστική κίνηση που μου ανέτρεψε τον μύθο του απίθανου σώματος των χορευτών. Σαφώς βέβαια ένα σώμα με καλή σωματοδομή μπορεί να ακολουθήσει πιο εύκολα ένα δύσκολο βηματολόγιο. Απλά δεν είναι αρκετό.

«Π»: Υπάρχουν ταλαντούχοι μαθητές με κορμί που δεν βοηθά;
ΜΠ.Β.: Το ταλέντο, όπως ξαναείπα, είναι η έμφυτη κλίση, που στον χορό είναι η ποιότητα της κίνησης. Οι μαθητές που έχουν αυτό το ταλέντο αλλά το κορμί τους δεν βοηθά, θα πρέπει να προσπαθήσουν περισσότερο από τους άλλους, όταν έχουν βέβαια αγάπη για αυτήν την τέχνη. Σε αυτό βοηθούν οι δάσκαλοι χορού που με υπομονή και επιμονή στέκονται δίπλα σε αυτούς τους μαθητές και με ηθική υποστήριξη προσδίδουν την απαιτούμενη αυτοπεποίθηση αρχικά και μετά με τις γνώσεις τους καταφέρνουν να ξεπεράσουν αυτοί οι μαθητές τις δυσκολίες τους.

«Π»: Ποιές θυσίες απαιτεί το μπαλέτο; Υπάρχουν χορευτές, χορεύτριες που έχετε ως πρότυπα;
ΜΠ.Β.: Το μπαλέτο είναι δύσκολο αλλά και πανέμορφο με τεράστια οφέλη. Απαιτεί σαφώς θυσίες, όταν πρόκειται για επαγγελματική σταδιοδρομία, όπως πολλές ώρες δουλειάς, προσοχή στην διατροφή και πολλή μελέτη, γιατί δεν είναι μόνο σωματική άσκηση, όπως πιστεύουν κάποιοι. Όλα αυτά όμως είναι θετικά για έναν άνθρωπο, οπότε εγώ προσωπικά δεν θα τα αποκαλούσα «θυσίες». Όταν αγαπάς κάτι το κάνεις με ευχαρίστηση. Πρότυπα δεν νομίζω ότι είχα ποτέ. Απλά θαυμάζω κάποιους χορευτές για το πάθος τους και την αφοσίωση τους.

«Π»: Σπουδάσατε χορό στην επαγγελματική σχολή της Ραλλούς Μάνου, μοιραστείτε μαζί μας τις εμπειρίες σας από αυτήν τη μεγάλη προσωπικότητα;
ΜΠ.Β.: Αισθάνομαι τυχερή που τελείωσα την επαγγελματική σχολή χορού της Ραλλούς Μάνου. Αυτή ήταν πραγματικά για μένα ένας άνθρωπος – πρότυπο γιατί ήταν και δημιουργός, όχι απλά μια υπέροχη χορεύτρια, αλλά και μια εκπληκτική πρωτοποριακή χορογράφος. Σαν μαθήτρια της σχολής της αλλά και σαν μέλος του Ελληνικού Χοροδράματος για τέσσερα χρόνια, πήρα πολλές γνώσεις και εμπειρίες από την καλλιτεχνική μου μητέρα.

«Π»: Ποιές διαφορές είδατε στις σπουδές σας στην Ελλάδα συγκριτικά με αυτές στο Λονδίνο στην «Stella Mann School of Dancing»;
ΜΠ.Β.: Θα περίμενε κανείς να ακούσει ότι οι σπουδές χορού στο Λονδίνο είναι ανώτερες από αυτές στην Ελλάδα. Εγώ απλά θα πω ότι στο Λονδίνο έμαθα διαφορετικά πράγματα κατά την διάρκεια των σπουδών μου. Ίσως αυτό που θα πω να εξαρτάται από την διαφορετικότητα των λαών. Στην Αγγλία ο χορός είναι τυποποιημένος, βασισμένος στην τεχνική περισσότερο παρά στην ψυχή που πρέπει να βάζει ο χορευτής για να ερμηνεύσει ένα ρόλο. Και βέβαια πήρα πολλές γνώσεις τεχνικής και ακρίβειας της κίνησης, αλλά στην Ελλάδα ο χορός έχει άλλη υπόσταση. Στη χώρα μας χορεύει η ψυχή μας πρώτα και μετά το σώμα μας.

«Π»: Έχετε χορέψει και συνεργαστεί ως χορογράφος σε όλες τις κεντρικές ελληνικές σκηνές. Ποια συνεργασία σας ξεχωρίζετε;
ΜΠ.Β.: Θα ξεχωρίσω την συνεργασία μου με το «Αέναον Χοροθέατρο» του Daniel Lommel, στο ΚΘΒΕ, για δέκα χρόνια. Ο Daniel Lommel ήταν ο πρώτος χορευτής του Μωρίς Μπεζάρ και κοντά του χόρεψα, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, σε πολλές παραστάσεις. Μιας και μίλησα για την Ραλλού Μάνου και την αποκάλεσα «καλλιτεχνική μου μητέρα», θα έλεγα ότι ο Daniel Lommel υπήρξε ο «καλλιτεχνικός μου πατέρας».

«Π»: Δημιουργήσατε την δική σας ομάδα χορού για μια εικοσαετία το Χοροθέατρο «Παρουσίες».
ΜΠ.Β.: Το 1990, που έφυγα από το ΚΘΒΕ, δημιούργησα την δική μου ομάδα χορού στη Θεσσαλονίκη, γιατί πάντα είχα δημιουργικές ανησυχίες. Δεν ήθελα να χορεύω μόνο αλλά και να χορογραφώ. Για είκοσι χρόνια οι «Παρουσίες» είχαν συνεχή δράση με συμμετοχή σε πολλά festivals στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Το 2010 πήγα στον Πειραιά και ίδρυσα και εκεί σχολή χορού. Η χορογραφική μου ιδιότητα συνεχίστηκε με την ομάδα που ίδρυσα εκεί, το Χοροθέατρο «Cast».

«Π»: Ως δασκάλα χορού και χορογράφος πόση σημασία έχουν τα πρώτα βήματα στον αρχάριο;
ΜΠ.Β.: Τα πρώτα βήματα χορού στον αρχάριο είναι τα πιο σημαντικά. Όχι κυριολεκτικά σαν χορευτικά βήματα αλλά σαν καθοδήγηση και σαν μύηση στην τέχνη του χορού. Ο δάσκαλος – χορογράφος επιβάλλεται πρώτα απ’ όλα να είναι παιδαγωγός. Πρώτα εμπνέουμε και μετά διδάσκουμε. Πολλά ταλέντα ίσως έχουν χαθεί από ένα κακό ξεκίνημα. Ο αρχάριος μαθητής – χορευτής πρέπει πρώτα να μαγευτεί, να εμπνευστεί από τον δάσκαλο του και μετά να εμπιστευτεί και να ακολουθήσει. Στο βιβλίο μου «Διδακτική Χορού», συστήνω στους νέους δασκάλους χορού να ξεκινούν την διδασκαλία με αγάπη, χωρίς επικρίσεις και υπερβολικές απαιτήσεις, αλλά με συχνές επιβραβεύσεις.

«Π»: Πώς είναι τα πράγματα στον χώρο του χορού σήμερα μετά την κρίση της πανδημίας του κορωνοϊού, εξελίσσονται ομαλά;
ΜΠ.Β.: Η κατάσταση στον χώρο του χορού σήμερα δεν είναι η καλύτερη βέβαια. Οι σχολές χορού έμειναν κλειστές για μεγάλο διάστημα – κάποιες δεν άντεξαν κιόλας κάτω από τα οικονομικά βάρη και έκλεισαν – παραστάσεις χορού σαφώς δεν έγιναν και η πρόοδος των μαθητών χορού και χορευτών έχει μείνει στάσιμη. Με κάποια διαδικτυακά μαθήματα και παραστάσεις που έγιναν προσπάθησαν αρκετοί να διατηρήσουν τα κεκτημένα αλλά ήταν πολύ δύσκολη περίοδος για τον χορό, όπως και για τους περισσότερους κλάδους άλλωστε. Τώρα ξεκινάμε πάλι αισιόδοξα να καλύψουμε τον χαμένο χρόνο και να συνεχίσουμε να δημιουργούμε.

«Π»: Η προσφορά σας στην Τέχνη του Χορού βραβεύτηκε δυο φορές στην Θεσσαλονίκη από το κοινό. Ποιά τα συναισθήματά σας, πώς βοήθησε αυτή η τιμητική βράβευση αναγνώριση;
ΜΠ.Β.: Μέχρι να βραβευτώ για την προσφορά μου στην τέχνη του χορού, δεν είχα σκεφτεί ποτέ ότι θα συμβεί κάτι τέτοιο. Η επιβράβευση των καλλιτεχνών είναι το χειροκρότημα του κοινού. Όταν συνέβη όμως, μια φορά από το κοινό της Θεσσαλονίκης, μέσω του πολιτιστικού περιοδικού «Αυλαία» και μια φορά από την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, σαφώς χάρηκα για την τιμή. Δεν ξέρω αν βοήθησε η τιμητική αυτή διάκριση επαγγελματικά. Αυτό που ξέρω είναι ότι οι καλλιτέχνες πρέπει να βραβεύονται όσο είναι εν ζωή για να παίρνουν αυτή την χαρά.

«Π»: Ποιά η γνώμη σας για την εκπαίδευση και τις σχολές χορού στην Ελλάδα;
ΜΠ.Β.: Πιστεύω ότι οι σχολές χορού στην Ελλάδα είναι πολύ καλές. Οι περισσότερες τουλάχιστον. Βασική προϋπόθεση ίδρυσης των αναγνωρισμένων από το κράτος σχολών χορού είναι το πτυχίο επαγγελματικής σχολής για τον ιδιοκτήτη και τους διδάσκοντες. Αυτό σημαίνει γνώσεις και άρτια κατάρτιση στο αντικείμενο της δουλειάς. Το μόνο που αισθάνομαι ότι λείπει ακόμα και από τις επαγγελματικές σχολές είναι η επιστημονική κατάρτιση πάνω στην τέχνη του χορού. Οι γνώσεις ανατομίας, φυσιολογίας αλλά και ψυχολογίας, θεωρώ ότι είναι απαραίτητες στη διδασκαλία του χορού, πράγμα το οποίο γίνεται μεν αλλά χρειάζεται περισσότερη εξέλιξη.

«Π»: Τι ετοιμάζετε;
ΜΠ.Β.: Αρχίζουν τα μαθήματα στις σχολές χορού, τώρα τον Σεπτέμβρη, και με μεγάλη μου χαρά επιστρέφω εγώ και οι συνεργάτες μου με όρεξη για μια δημιουργική χορευτική χρονιά. Στο τέλος της χρονιάς θα παρουσιάσουμε μια παράσταση με όλα τα παιδιά της σχολής, μικρά και μεγάλα, με τίτλο «Φαντασία». Εμπνευσμένη από την κλασική ταινία του Walt Disney αλλά πλαισιωμένη και με χορογραφίες που θα αναδεικνύουν την αναγκαιότητα της καλλιέργειας της φαντασίας του ανθρώπου γενικότερα.

Πήγαινε στην κορυφή