21η Απριλίου 1967: Θύμισες από την πρώτη μέρα της χουντικής 7ετίας, του Νέστορα Χατζούδη

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ - ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
21η Απριλίου 1967: Θύμισες από την πρώτη μέρα της χουντικής 7ετίας, του Νέστορα Χατζούδη

Ηλιόλουστη ολοκάθαρη μέρα η 21η του Απρίλη του 1967. Παρασκευή. Εργάσιμη μέρα. Η εργένικη ημιυπόγεια γκαρσονιέρα μου στην οδό Σεβαστουπόλεως, στους Αμπελοκήπους. Το γραφείο μου (Ηλεκτρικά Έργα) στην Αγίου Κωνσταντίνου, στην Ομόνοια. Στο σπίτι, ούτε τηλέφωνο ούτε ραδιόφωνο. Εργένικο της εποχής με τα ούλα του…! Όπως κάθε μέρα, γύρω στις 7, περνούσα από το περίπτερο, λίγο πιο πάνω, έπαιρνα την ΑΥΓΗ, τη μοναδική εφημερίδα της Αριστεράς, της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς (ΕΔΑ), έβγαινα στην οδό Κηφισίας και στα 300 μέτρα περίπου, στην πλατεία Αμπελοκήπων, έπαιρνα το τρόλεϊ.

Εκείνο το πρωί ο περιπτεράς, στο άκουσμα «δώσ΄μου την Αυγή», έσκυψε στο άνοιγμα και μου πέταξε: «τρελός είσαι! Βγες στη Κηφισίας να δεις τι γίνεται και μετά έλα να την πάρεις!». Η αλήθεια είναι ότι στο χώρο της Αριστεράς δεν πολυσυζητιόταν το ενδεχόμενο πραξικοπήματος, αλλά η συμπεριφορά του περιπτερά με προετοίμασε για ό,τι έμελε να δω στη λεωφόρο.
Κόσμος κάθε ηλικίας με ανήσυχα και αγανακτισμένα πρόσωπα, συζητούσαν έντονα, φώναζαν και έσπρωχναν τους παρατεταγμένους μπροστά τους οπλισμένους φαντάρους: «Θέλουμε να πάμε στις δουλειές μας. Αφήστε μας να πάμε στην Πλατεία να πάρουμε το τρόλεϊ». Χώθηκα και ‘γω στο πλήθος και δυο-τρεις φορές με τις φωνές και τα σπρωξίματά μας, τα φανταράκια πισοπατώντας υποχώρησαν μερικές δεκάδες μέτρα.
Μέχρι που κάποια στιγμή ένας λοχίας έφτασε από την πλατεία πάνοπλος, αγριεμένος, βρίζοντας και κραδαίνοντας το πιστόλι του. Το πλήθος όμως δεν έδειξε να δειλιάζει και συνέχισε τις φωνές και τα σπρωξίματα. Ο λοχίας για να επιβληθεί ξέσπασε σε βρισιές και άρχισε να πυροβολεί στον αέρα.
Την αρχική έκπληξή μας ακολούθησε ένας μικροπανικός, αγανακτισμένες κραυγές, βρισιές και στη συνέχεια με τους πυροβολισμούς η βιαστική απομάκρυνσή μας από τον επικίνδυνο λοχία.
Τότε ήταν που ένας νεαρός που βάδιζε δίπλα μου, σωριάστηκε ξαφνικά στην άσφαλτο. Σκύψαμε επάνω του. Ήταν λιπόθυμος. Σηκώσαμε το πουκάμισό του και στη μέση του κοντά στη σπονδυλική στήλη μια κόκκινη τρυπίτσα αιμορραγούσε… Τον βάλαμε σε ένα σκαραβαίο VW που περνούσε από τον διπλανό παράδρομο για το νοσοκομείο.
Η χουντική τρομοκρατία λοιπόν ήταν γεγονός. Από τα μεσάνυχτα τα τανκς είχαν καταλάβει καίριες θέσεις στην Αθήνα, οι μετακινήσεις απαγορεύτηκαν και χιλιάδες αριστεροί και δημοκράτες αρπάζονταν από τα σπίτια τους και σωριάζονταν σε γήπεδα για να φορτωθούν στα αμπάρια πλοίων για τα «ξερονήσια». Μικρά παιδιά έμεναν χωρίς γονείς και γέροι γονείς χωρίς τα παιδιά τους…
Πριν ακόμα φύγει το VW με τον τραυματία, η Κηφισίας άδειασε. Στο βάθος στη πλατεία κυριαρχούσε ο αποκρουστικός όγκος ενός Τανκ. Αισθάνθηκα μόνος. Ξεκομμένος…! Ενστικτωδώς, με καρφωμένη στο μυαλό μου την εικόνα της κόκκινης τρυπίτσας να αιμορραγεί, τράβηξα την ανηφόρα για τα Τουρκοβούνια.
Στο Γαλάτσι βρήκα το σπίτι της φίλης μου Σοφίας Γρατσία ανάστατο. Αξημέρωτα είχαν συλλάβει τον άνδρα της αδερφής της. Τυπική εικόνα αριστερού σπιτιού…
Από κείνη τη μέρα η ζωή μπήκε στους ρυθμούς της χούντας. Από τα «ξερονήσια» περάσαμε στις διώξεις, στα κρατητήρια, στα βασανιστήρια, στα στρατοδικεία, στις φυλακές. Και βέβαια με την πολιτική δημοκρατική υπευθυνότητα αριστερών και δημοκρατών πολιτών, στην αντιστασιακή παράνομη οργάνωση και προσπάθεια να κρατηθεί ζωντανό το δημοκρατικό φρόνημα του Λαού.

Πήγαινε στην κορυφή