Το καλό, το κακό και το άσχημο, του Βαγγέλη Ντάλη

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ - ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
Το καλό, το κακό και το άσχημο, του Βαγγέλη Ντάλη

Έχω νέα, ένα καλό, ένα κακό κι ένα πρόβλημα. Από πού να ξεκινήσω ;
– Για πες μας πρώτα το κακό…
– Τα κακά μαντάτα έρχονται από τα χείλη ενός από τους πλέον αξιόπιστους γιατρούς, του καθηγητή Παθολογίας – Ογκολογίας του ΕΚΠΑ, διευθυντή της Γ΄ Πανεπιστημιακής Παθολογικής Κλινικής στο «Σωτηρία», και υπεύθυνου του Κέντρου Κλινικών Μελετών του Νοσοκομείου, Κωσταντίνου Συρίγου.

Ο καθηγητής είναι από τους πλέον αρμόδιους να μας ενημερώσει για την εξέλιξη και την κατάσταση των ανθρώπων που αναπτύσσουν κακοήθεις όγκους στη χώρα μας. Ο τίτλος των λεγόμενών του είναι: «Δώσαμε προτεραιότητα στον Covid-19 και ο καρκίνος καλπάζει.»
Έχει υπολογιστεί ότι την επόμενη πενταετία η θνησιμότητα στους πιο συχνούς καρκίνους (μαστού, πνεύμονα, παχέος εντέρου, τραχήλου) μπορεί να αυξηθεί έως και 15%, λόγω πανδημίας. Και είναι κάτι πράγματι θλιβερό που αποτελεί μεγάλη οπισθοδρόμηση, καθώς τις τελευταίες δεκαετίες η θνησιμότητα του καρκίνου μειωνόταν.
Ο καθηγητής, μιλώντας στο Πρακτορείο FM για τις παράπλευρες απώλειες της πανδημίας σε σχέση με τους ογκολογικούς ασθενείς, αναφέρει ότι αυτό που θα έχει μεγάλη επίπτωση είναι η διακοπή των θεραπειών, η διακοπή των προληπτικών εξετάσεων, (μαστογραφία, ΠΑΠ τεστ, κωλονοσκόπηση) των θεραπευτικών ιατρικών πράξεων (χειρουργεία, ακτινοθεραπείες, χημειοθεραπείες) και το follow up. «Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ελληνικό. Είναι παγκόσμιο. Οι λόγοι είναι ότι δεν υπήρχαν ή ακόμη δεν υπάρχουν σε μερικά μέρη, υπηρεσίες υγείας, γιατί έχουν στραφεί σε άλλες προτεραιότητες, υπάρχει έλλειψη σε ανθρώπινο δυναμικό, γιατί οι γιατροί ασχολούνται κυρίως με τη νόσο Covid, αλλά και οι ίδιοι οι ασθενείς φοβούνται να πηγαίνουν στα προγραμματισμένα ραντεβού τους, ή τις επισκέψεις στα νοσοκομεία».
Ο κ. Συρίγος φέρνει παράδειγμα ασθενείς που από πέρσι το Γενάρη είχαν διαγνωσθεί με κάποια νεοπλασία, αλλά φοβόντουσαν να πάνε στο νοσοκομείο και όταν πήγαν το καλοκαίρι, η κλινική εικόνα είχε αλλάξει. «Αυτό είναι πολύ άδικο και πολύ κρίμα. Καταλαβαίνω τον φόβο. Και τώρα το φαινόμενο είναι πολύ μεγαλύτερο και ως εκ τούτου και ο φόβος». Είναι όμως ευθύνη των γιατρών, των υπηρεσιών υγείας να ενημερώσουν, λέει ο κ. Συρίγος, γιατί ο κόσμος δεν γνωρίζει και σκέφτεται «άσε τώρα να γλυτώσω από αυτό που έρχεται και με απειλεί, και για το άλλο έχω χρόνο. Το θέμα είναι ότι δεν έχει χρόνο, γιατί το “άλλο” παράλληλα συνεχίζει να εξελίσσεται». Πρέπει, λέει ο καθηγητής, να εξασφαλιστούν συνθήκες ασφαλείας που ο ασθενής ή ο υγιής (αν πρόκειται για προληπτικό έλεγχο) να αισθάνεται ότι δεν κινδυνεύει. Δηλαδή να υπάρχουν τέτοια πρωτόκολλα στις ογκολογικές κλινικές που ο άρρωστος να έρχεται με ασφάλεια και να μην αναβάλλει τη θεραπεία του, υπό τον φόβο της μετάδοσης κορωνοϊού. «Εμείς στο Σωτηρία, στην κλινική μου, κάνουμε από το Γενάρη rapid test κάθε μέρα σε όλους τους ασθενείς».

Τώρα το καλό νέο: η ΜRNA τεχνολογία, αυτή που αναπτύσσεται και εξελίσσεται στα εμβόλια για τον Covid-19, χρησιμοποιείται τώρα και σε έρευνες για ογκολογικές θεραπείες και αναμένεται να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο τα επόμενα χρόνια. Είναι χαρακτηριστική η επισήμανση του καθηγητή ότι ακόμα και το εμβόλιο της Moderna, το ξεκίνησε ένα εργαστήριο, το οποίο είχε σχεδιαστεί για ογκολογικές θεραπείες. «Η τεχνολογία MRNA, δεν είναι μόνο για εμβόλια, είναι και για θεραπείες και για άλλα νοσήματα. Η τεχνολογία που υπήρχε και προ covid απέδειξε ότι δρα. Ήταν μία πολύ δύσκολη προσπάθεια αυτή η απόδειξη. Τώρα όμως που το πετύχαμε στα εμβόλια, θα το χρησιμοποιήσουμε και σε θεραπείες. Η πρόβλεψη μου είναι ότι όταν πλέον θα έχει καταπολεμηθεί η πανδημία και θα επιστρέψουμε στην κανονικότητα, αυτή η τεχνολογία θα γυρίσει σε άλλες παθήσεις, όπου συνεχίζουν να υπάρχουν μεγάλες ανάγκες και μία από αυτές είναι ο καρκίνος. Θα υπάρξει σημαντική εξέλιξη σε καινούργια φάρμακα στον καρκίνο». Ουδέν κακόν αμιγές καλού δηλαδή. Μόνο που υπάρχουν και… «παράπλευρες απώλειες»:
Ο κ. Συρίγος αναφέρει ότι θα υπάρξει μικρή επιβράδυνση στην εξέλιξη νέων φαρμάκων όχι μόνο στην ογκολογία, αλλά και στην καρδιολογία και στον σακχαρώδη διαβήτη, διότι αυτή τη στιγμή τα περισσότερα εργαστήρια, οι άνθρωποι, οι επιστήμονες, αλλά και τα χρήματα, κατευθύνονται προς την αντιμετώπιση και τη δημιουργία καινούργιων θεραπειών για Covid 19 και φεύγουν από άλλες παθήσεις. «Όταν ξέσπασε η πανδημία, όλες οι μελέτες που ήταν για διαφορετικά νοσήματα, έπρεπε να σταματήσουν για να γίνει μία επανεξέταση των κριτηρίων των ασθενών που περιλαμβάναμε, για να δούμε πώς θα διαχειριστούμε τους ασθενείς με κορωνοϊό, έτσι ώστε τα αποτελέσματα μας να είναι ασφαλή και σωστά. Δηλαδή να ξέρουμε ποιοι νοσούν από covid 19 και ποιοι όχι. Ήταν μία μεγάλη οπισθοδρόμηση, η οποία κράτησε αρκετούς μήνες. Τώρα σιγά σιγά πολλές μελέτες ξανανοίγουν. Στο δικό μου το κέντρο έχουν ανοίξει όλες οι μελέτες για τους συμπαγείς καρκίνους και τρέχουν όλες με καινούργια πρωτοποριακά φάρμακα».

Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα. Ο εμβολιασμός είναι – και πρέπει να είναι – εθελοντικός κι όχι υποχρεωτικός. Πολλοί άνθρωποι όμως αρνούνται να κάνουν το εμβόλιο. Κι όπως σωστά επισημαίνει ο καθηγητής, καμία ιατρική πράξη δεν πρέπει να είναι υποχρεωτική ανεξάρτητα από το τι πιστεύει ο καθένας. Ο εμβολιασμός ή μη, είναι ατομικό δικαίωμα. Τί γίνεται όμως όταν αυτό αφορά γιατρούς, νοσηλευτές και γενικά εργαζόμενους στο χώρο της υγείας; Υπάρχει εκεί «δικαίωμα» ή μήπως λόγω της θέσης τους έχουν υποχρέωση;
Ο κ. Συρίγος σχολιάζει: «Είναι ένα θέμα που με προβληματίζει πάρα πολύ. Γενικώς δεν μου αρέσουν τα υποχρεωτικά. Και δεν μπορεί μία ιατρική πράξη να είναι υποχρεωτική, έστω και αν αυτή είναι προληπτική. Από την άλλη ένας υγειονομικός δεν πρέπει να παίρνει αποφάσεις μόνο για τον εαυτό του, αλλά και για το κοινωνικό σύνολο. Άρα δουλεύοντας σε υπηρεσίες υγείας, πρέπει να είναι σίγουρος ότι δεν θα αποτελέσεις ο ίδιος πηγή μετάδοσης. Εάν λέγαμε τώρα, σε αυτή τη φάση, ότι όσοι δεν είναι εμβολιασμένοι, τους παίρνουμε από το Covid και τους πηγαίνουμε σε άλλες υπηρεσίες, θα ήταν σα να επιβραβεύουμε την κουταμάρα, την ανοησία, την αμάθεια, και τολμώ να πω και την τεμπελιά. Δεν είναι λύση. Είναι μία πολύ δύσκολη εξίσωση, η οποία προτιμώ να λυθεί με πειθώ, με παιδεία και εκπαίδευση, παρά με υποχρεωτικότητα.»
Ο κ. Συρίγος είναι και γιατρός και δάσκαλος. Ξέρει ότι και εδώ η Παιδεία είναι το κλειδί. Μήπως είναι όμως και «φάρμακο» μαζί;

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Πήγαινε στην κορυφή