Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

«Οι νέοι καλλιτέχνες να ψάξουν τη σύνδεση της μουσικής με την ψυχή τους», Δημήτρης Λιβανός – Συνθέτης

Γεννήθηκε στην Αμαλιάδα το 1967. Με τη μουσική άρχισε να ασχολείται στην εφηβεία του. Αυτοδίδακτος στο μπουζούκι, παρακολούθησε ωστόσο μαθήματα αρμονίας Ηλειακό Ωδείο του Χρήστου Μποζίκη – ο οποίος υπήρξε και ο πρώτος μέντορας του στη μουσική. Μαθητής της τελευταίας τάξης του Λυκείου βγήκε επαγγελματικά στο πάλκο, σε νυχτερινά κέντρα στο Κατάκωλο και την Αμαλιάδα με την Ρεμπέτικη παρέα.
Το 1986 ήρθε στην Αθήνα, για ένα μπουζούκι που είχε παραγγείλει στο εργαστήρι κάποιου οργανοποιού. Εκεί τον άκουσε ο Δημήτρης Κοντογιάννης, με τον οποίο ξεκίνησαν συνεργασία σε συναυλίες και κατόπιν στο «Επειγόντως» της Φωκίωνος Νέγρη.
Από το 1992, μόνιμα πια στην Αθήνα, συνεργάστηκε με σημαντικούς ερμηνευτές όπως η Μαρία Φαραντούρη, η Σωτηρία Μπέλλου, η Ελένη Βιτάλη, ο Δημήτρης Κοντογιάννης, η Μελίνα Κανά, ο Τάκης Μπίνης, η Λίτσα Διαμάντη και άλλοι. Τα τελευταία χρόνια είναι μόνιμος συνεργάτης της Μαριώς, ενώ συμμετέχει τακτικά ως σολίστας σε ηχογραφήσεις δίσκων, όπως οι Δρόμοι της νύχτας (Δίκτυο, 2002) του Νίκου Μαμαγκάκη, Κορώνα-Γράμματα (Δίκτυο, 2010) του Δημήτρη Καλαντζή κ.ά.
Από το 1990 ασχολείται και με τη σύνθεση τραγουδιών. Ως συνθέτης και ενορχηστρωτής έχει συμμετάσχει στο δίσκο Ξένο ρούχο (Δίκτυο, 2008) του Γιάννη Καραλή. Το 2005 έλαβε το πρώτο βραβείο στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με το τραγούδι «Ξένο ρούχο». Προσωπικές δουλειές του «Το μυστικό του κόσμου» το 2013 και «…από Ρε» το 2020. Στον προσωπικό δίσκο της Μαριως με τίτλο «Μ’ ένα χαμόγελο» έχει γράψει όλα τα τραγούδια.


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΜΑΙΡΗ ΓΚΙΩΝΗ – ΛΑΡΕΝΤΖΑΚΗ


«ΠΑΛΜΟΣ»: Σε ποιο περιβάλλον μεγαλώσατε; Τί θυμάστε από τα παιδικά σας χρόνια;
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΒΑΝΟΣ: Μεγάλωσα στη Αμαλιάδα, στο νομό Ηλείας, οι γονείς μου δεν είχαν καμιά σχέση με την μουσική. Τα παιδικά μου χρόνια ήταν γεμάτα με παιχνίδι με πολλούς φίλους στις αλάνες. Ευτυχώς, τότε δεν υπήρχαν τα ηλεκτρονικά το καλό στην Αμαλιάδα. Είχαμε, θυμάμαι, Ραδιοφωνικό σταθμό με υπέροχη μουσική και τραγούδια με τεράστια δισκοθήκη!

«Π»: Τί σας ώθησε στη μουσική;
Δ.Λ.: Η… ιστορία με το μπουζούκι ξεκίνησε η ιστορία εντελώς τυχαία. Άκουγα ξένη μουσική όπως όλα τα παιδιά της ηλικίας μου εκείνη την εποχή κι ένας φίλος του αδερφού μου αγόρασε το μπουζούκι για να να μάθει να παίζει. Μόλις το κράτησα για λίγο στα χέρια μου ένοιωσα κεραυνοβόλο έρωτα! Ειλικρινά το ερωτεύτηκα!

«Π»: Είστε αυτοδίδακτος στο μπουζούκι. Πόσο σας βοήθησαν τα μαθήματα στα ανώτερα θεωρητικά;
Δ.Λ.: Οι μουσικές σπουδές στα Ανώτερα θεωρητικά – στην Αρμονία – με βοήθησαν στην ενορχήστρωση και στην εναρμόνηση. Αν θα μπορούσα να συμβουλέψω σε κάτι τους νέους, τους λέω να κάνουν μουσικές σπουδές. Είναι χρήσιμο, αξιόλογο «όπλο» για το μέλλον τους στη μουσική. Είναι η δύναμη στη φαρέτρα τους.

«Π»: Έχετε συνεργαστεί με μεγάλα ονόματα της Ελληνικής μουσικής σκηνής. Υπάρχει κάποια συνεργασία που ξεχωρίζετε;
Δ.Λ.: Οι συνεργασίες που έχω κάνει είναι όλες ξεχωριστές, σε όλες έχω δώσει και από όλες έχω πάρει πολύτιμα πράγματα. Έχω μάθει. Οι πιο μακροχρόνιες συνεργασίες μου είναι με τον Δημήτρη Κοντογιάννη και τα τελευταία χρόνια με την Μαριώ.

«Π»: Στην τελευταία τάξη του Λυκείου ανεβήκατε στο πάλκο επαγγελματικά, σε νυχτερινά κέντρα στο Κατάκωλο και την Αμαλιάδα, με την Ρεμπέτικη παρέα. Σας βοήθησε αυτό;
Δ.Λ.: Ήταν πολύ μεγάλη βοήθεια για μένα. Πήρα, βλέπετε, το βάπτισμα του πυρός, ξεπέρασα το τρακ του πρωτοεμφανιζόμενου. Με τις ζωντανές εμφανίσεις ανακαλύπτεις την αλληλεπίδραση με το κοινό, αυτό το συναίσθημα που σου δίνει ο κόσμος κι αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό!

«Π»: Είστε μόνιμος συνεργάτης της Μαριώς. Μιλήστε μας γι’αυτην την λαϊκή καλλιτέχνιδα.
Δ.Λ.: Με την Μαριώ έχουμε σχέση οικογενειακή. Είναι σαν να έχω στην δουλειά μου την μητέρα μου! Με υποστηρίζει σε αυτό που κάνω τραγουδώντας τα τραγούδια μου είναι σημαντική στην καριέρα μου, εξαιρετική ερμηνεύτρια του ρεμπέτικου και του λαϊκού τραγουδιού. Είναι πηγαία και κουβαλάει μέσα της την ιστορία αυτού του τόπου.

«Π»: Το 2002 συμμετείχατε στο Δίκτυο ηχογράφηση δίσκου του Νίκου Μαμαγκάκη «Δρόμοι της Νύχτας».
Δ.Λ.: Συνεργάστηκα με τον Νίκο Μαμαγκάκη για πολλά χρόνια από το 1992 έως τον θάνατό του. Εξαιρετικός εκτελεστής σε όλο του το έργο στην επανεκδοσή του, σημαντικότατος σταθμός για την μουσική μου εξέλιξη και μεγάλο κεφάλαιο για την μουσική στην Ελλάδα.

«Π»: 2006 «Μ’ένα χαμόγελο», 2010 «Δίκτυο: Κορώνα – Γράμματα» με τον Δημήτρη Καλατζή, 2013 «Το μυστικό του κόσμου» και 2020 «Από Ρε».
Δ.Λ.: Ξεκίνησα με συμμετοχές με δικά μου τραγούδια και ως εκτελεστής στους δίσκους απο το 1999 με το τραγούδι «Η Ζαριά» έως το 2020 «Από ΡΕ» ολοκληρωμένη δουλειά μου.

«Π»: Συνθέτετε μουσική αποκλειστικά για μπουζούκι;
Δ.Λ.: Έχω γράψει και μουσική για θέατρο, για δουλειές που έχουν ανέβει στην επαρχία. Οι υπόλοιπες δουλειές μου είναι λαϊκά τραγούδια κυρίως για το μπουζούκι.

«Π»: Πώς βλέπετε σήμερα το λαϊκό και το ρεμπέτικο τραγούδι;
Δ.Λ.: Το Ρεμπέτικο τραγούδι είναι ο ογκόλιθος της Ελληνικής μουσικής, μας έχει κάνει διεθνώς γνωστούς παραλληλίζοντάς το με τα μπλουζ των Αφροαμερικάνων. Η λαϊκή μουσική έχει διανθιστεί κατά καιρούς με τους μεγαλύτερους Έλληνες συνθέτες, όπως ο Θεοδωράκης και άλλοι. Όμως δεν στηρίζεται από τα ΜΜΕ.
Παρά τις δυσκολίες τις σημερινές, το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι με το μπουζούκι είναι διαχρονικό. Ασχολούνται χιλιάδες άνθρωποι με αυτό και ευτυχώς νέοι κι έτσι αυτά διαρκώς ανανεώνονται και εξελίσσονται.

«Π»: Τί είναι η μουσική για εσάς;
Δ.Λ.: Η ζωή μου όλη χωρίς την μουσική θα ήταν άχρωμη. Η μουσική μου δίνει νόημα ύπαρξης και δημιουργίας.

«Π»: Πώς είναι η δουλειά στην νύχτα και πώς μπορεί να συνδυαστεί με την οικογένεια;
Δ.Λ.: Τα τελευταία χρόνια είμαστε στο σπίτι περισσότερο με την οικογένεια. Δυστυχώς, όπως κι όλοι στο χώρο μας τον καλλιτεχνικό, δουλεύουμε πλέον λιγότερο, δυο ημέρες την εβδομάδα που δεν επαρκούν. Και τώρα, με την πανδημία του κορωνοϊού δεν δουλεύουμε καθόλου! Η οικογένειά μου, ωστόσο, πρέπει να πω ότι με στήριξε με αμοιβαιους συμβιβασμούς.

«Π»: Η δισκογραφία σήμερα.
Δ.Λ.: Είναι υπόθεση, πλέον, πολύ προσωπική. Με παραγωγές δικές μας που περισσότερο εστιάζουν στην καταγραφή και όχι στο προσωπικό οικονομικό κέρδος. Παρόλα αυτά ξεχωρίζουν τα καλά τραγούδια, ακούγονται και αγαπιούνται από τον κόσμο. Αυτό είναι για τους δημιουργούς που μπορούν να τα υποστηρίζουν με ζωντανές εμφανίσεις.

«Π»: Υπάρχει κάποιος καλλιτέχνης που σας στιγμάτισε;
Δ.Λ.: Θα έλεγα ο Νίκος Μαμαγκάκης. Μεγάλος Δάσκαλος και το αποδεικνύουν οι μαθητές του. Είναι όλοι επιτυχημένοι με καριέρες.

«Π»: Ποιά είναι η γνώμη σας για το νέο αίμα στο λαϊκό και το ρεμπέτικο τραγούδι;
Δ.Λ.: Βλέπουμε πολλά παιδιά να ασχολούνται και να σπουδάζουν το ρεμπέτικο τραγούδι στα μουσικά σχολεία και στο Μουσικό Πανεπιστήμιο. Υπάρχει εξέλιξη και μάλιστα σημαντική καθώς βοηθά πολύ και η τεχνολογία στην εποχή μας.

«Π»: Στον καιρό της καραντίνας, πώς περνάτε; Δημιουργείτε;
Δ.Λ.: Ασφαλώς και δημιουργώ! Παίζω καθημερινά μαζεύοντας μελωδίες για το μέλλον. Μούσα μου η Θάλασσα.

«Π»: Ποιούς συνθέτες θαυμάζετε;
Δ.Λ.: Ω, αρκετούς. Θα έλεγε τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Βασίλη Τσιτσάνη, τον Γιάννη Παπαϊωάννου, τον Γιώργο Μητσάκη, τον Χρήστο Νικολόπουλο.

«Π»: 1ο Βραβείο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 2005 με το τραγούδι σας «Ξένο Ρούχο». Περιγράψτε μας τα συναισθήματά σας.
Δ.Λ.: Αυτή η βράβευση μου έδωσε μεγάλη χαρά και φτερά. Μου έδωσε αυτοπεποίθηση για την συνέχεια. Με βοήθησε και με έβαλε στα μουσικά δρώμενα. Με έκανε ευρύτερα γνωστό και είμαι ευγνώμων.

«Π»: Τί ετοιμάζετε;
Δ.Λ.: Προωθώ τη δουλειά μου, «Από ΡΕ», που εκδόθηκε το Μάρτιο του 2020. Και παράλληλα ετοιμάζω υλικό για την επόμενη δουλειά μου.
Κλείνοντας αυτή τη συνέντευξη, θα ήθελα να συμβουλέψω τους νέους καλλιτέχνες να κάνουν ένα διάλειμμα από την τεχνική κατάρτιση και να ψάξουν τη σύνδεση της μουσικής με την ψυχή τους. Εκεί θα βρουν όλα τα μυστικά του κόσμου!