Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

Αγκάλιασε τον σκαντζόχοιρο και μην φοβάσαι!, του Θανάση Καμπισιούλη

Αυτό που όλοι περιμέναμε από τον περυσινό Μάρτιο και ύστερα, ήταν η στιγμή που θα ανακοινωθεί το τέλος της πανδημίας. Δεν ανακοινώθηκε βέβαια ακόμη, αλλά η πλειοψηφία πιστεύει ότι είμαστε πολύ κοντά. Λίγο τα μέτρα προστασίας και η εξοικείωση μας, λίγο η ταχύτητα των εμβολιασμών, λίγο τα self-test, λίγο η ανοσία που έχει επιτευχθεί, δημιουργούν μια αισιοδοξία ότι η ώρα της ανακοίνωσης αυτής πλησιάζει. Δικαιολογημένα η σκέψη μας πάει στην επόμενη ημέρα, στη γνωστή επιστροφή μας στην κανονικότητα. Κι ενώ φτάνει η στιγμή που περιμέναμε, ξαφνικά γέμισε το μυαλό μας με διλήμματα που αναζητούν απαντήσεις.

Θα είμαστε άραγε ακριβώς όπως ήμασταν πριν ή θα συνεχίσουμε να έχουμε κάποιους περιορισμούς; Θα επιστρέψουμε στις εργασίες μας ή τώρα πια κάποιες θέσεις θα εξαφανιστούν; Θα εργαζόμαστε στο γραφείο μας ή η τηλεργασία ήρθε για να μείνει; Οι δάσκαλοι και οι μαθητές θα επιστρέψουν στο σχολείο τους ή κάποια μαθήματα θα συνεχίσουν να γίνονται με τηλεκπαίδευση; Θα ψωνίζουμε στα γνωστά καταστήματα ή κάποια από αυτά θα υπάρχουν μόνο στο διαδίκτυο για ηλεκτρονικές αγορές; Θα πηγαίνουμε το ίδιο συχνά σε ταβέρνες, θέατρα, συναυλίες ή θα αραιώσουμε τις επισκέψεις μας σε χώρους διασκέδασης; Θα έχει η επόμενη ημέρα τα ιδία επαγγέλματα ή κάποια από αυτά θα αντικατασταθούν με νέα επαγγέλματα;
Εν τέλει θα αξιοποιήσουμε και θα διδαχθούμε από αυτά που ζήσαμε ή θα λησμονήσουμε τα πάντα; Tα διλλήματα είναι πολλά και οι απαντήσεις αβέβαιες ακόμα και για τους ειδικούς. Ίσως μπορέσει ο καθένας να απαντήσει με βάση την πληροφόρηση, τις γνώσεις και τις αξίες που έχει. Και φυσικά δεν σημαίνει ότι αυτό που θα απαντήσει σήμερα θα επαληθευτεί αργότερα. Όλα τα διλλήματα που μας απασχολούν σήμερα θα βρουν απάντηση όταν και αν ωριμάσουν οι συνθήκες. Σε κάποια από αυτά ο καθένας θα δώσει την δική του απάντηση η ακόμη μπορεί να απαντήσει με τη σιωπή του. Όπως στο δίλημμα που μας δημιουργεί η συμπεριφορά του συζύγου στην παρακάτω ιστορία.

Κάπου στην Ευρώπη, μια γυναίκα πέθαινε, κι ο μόνος τρόπος να σωθεί η ζωή της ήταν να της χορηγηθεί ένα φάρμακο το οποίο είχε πρόσφατα ανακαλύψει ο φαρμακοποιός της πόλης. Ο φαρμακοποιός χρέωνε το φάρμακο δέκα φορές περισσότερο απ’ όσο του κόστιζε. Ο άντρας της άρρωστης γυναίκας δανείστηκε όσα περισσότερα χρήματα μπορούσε, αλλά δεν κατάφερε να συγκεντρώσει ολόκληρο το ποσό, παρά μόνο τα μισά απ’ τα χρήματα που κόστιζε το φάρμακο. Εξήγησε στον φαρμακοποιό ότι η γυναίκα του πέθαινε και του ζήτησε να του πουλήσει το φάρμακο φθηνότερα ή να του επιτρέψει να τον πληρώσει αργότερα. Ο φαρμακοποιός, όμως, αρνήθηκε, και ο απελπισμένος σύζυγος διέρρηξε το κατάστημα για να κλέψει το φάρμακο ώστε να σώσει τη γυναίκα του. Το ερώτημα είναι αν ο σύζυγος έπρεπε να κλέψει το φάρμακο ή όχι.
Ο σύζυγος δυσκολεύτηκε να αποφασίσει αλλά τελικά επέλεξε να κάνει αυτό που εκείνη τη στιγμή θεωρούσε σωστό. Το πιο πιθανό είναι να μην μετάνιωσε ποτέ για την επιλογή του. Κάποιος άλλος μπορεί να μην επέλεγε να κάνει το ίδιο. Σημασία όμως έχει ο καθένας να επιλεγεί αυτό που θεωρεί ο ίδιος σωστό, χωρίς να προσπαθεί να ικανοποιήσει τους άλλους. Το ίδιο θεωρώ ότι θα γίνει και μετά την πανδημία. Οι επιλογές μας δεν θα είναι ίδιες με αυτές του τελευταίου χρόνου, αλλά ούτε και με τις επιλογές των προηγουμένων χρόνων. Όλοι ωριμάσαμε και δεν θα μπορέσουμε να αγνοήσουμε τις εμπειρίες και τα μαθήματα που θα μας άφησε ο Κορωνοϊός. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι θα κάνουμε τις ίδιες επιλογές.

Μεταξύ του «τίποτα δεν θα αλλάξει» και του «θα ζήσουμε σε έναν διαφορετικό κόσμο», η αλήθεια του καθενός θα προσγειωθεί κάπου στη μέση. Υπάρχει η σκέψη ότι θα ξεχαστούν όλα όσα η πανδημία μας στέρησε ή μας υποχρέωσε να κάνουμε και θα είναι όπως πριν. Υπάρχει όμως και η σκέψη ότι αυτό που θα έρθει δεν θα έχει καμία σχέση με τα παλιά. Κάποιοι αναρωτιούνται αν η εύθραυστη – όπως είδαμε – ανθρώπινη ζωή θα μας κάνει ταπεινόφρονες ή θα συνεχίσουμε να είμαστε αλαζόνες. Κατανοήσαμε ότι η οθόνη μπορεί να βοηθήσει, αλλά δεν μπορεί να υποκαταστήσει την πραγματική ζωή; Κατανοήσαμε ότι η παραπληροφόρηση και η συνωμοσιολογία δεν μειώνουν την Επιστήμη, αλλά κάνουν κακό στην αυτοπεποίθηση και μειώνουν την αισιοδοξία μας δίχως κανένα όφελος; Από τις απαντήσεις που θα δώσει ο καθένας μας ως συνειδητοποιημένος άνθρωπος και ενεργός πολίτης, θα εξαρτηθεί αν την πανδημία θα ακολουθήσει μια εποχή εμπιστοσύνης στην Επιστήμη και στον συνάνθρωπο ή ο καθένας θα κλειδωθεί στον εαυτό του και δεν θα μπορεί να ξανά εμπιστευτεί κανέναν.
Στις κοινωνικές σχέσεις η αλληλεγγύη, η συμπαράσταση σε όσους πάσχουν, η καλοσύνη και η αγάπη θα είναι η μοναδική μας επιλογή; Οι άνθρωποι θα νιώσουν στο μέλλον αρκετά ασφαλείς ώστε να τολμήσουν μια χειραψία, ένα φιλί, μια αγκαλιά με άτομα που δεν ανήκουν στον πολύ στενό τους κύκλο; Η μάσκα θα πεταχτεί στο καλάθι των αχρήστων ή θα παραμείνει ως μια καλή συνήθεια; Όλοι μας έχουμε ανάγκη από ειλικρινείς ανθρώπινες σχέσεις με εγγύτητα, βάθος και αμφίδρομη επικοινωνία. Το δίλημμα του Σκαντζόχοιρου επιχειρεί να εξηγήσει το παραπάνω. Μία κρύα χειμωνιάτικη μέρα, μία ομάδα σκαντζόχοιρων προσπαθούσαν να βρουν λύση για να ζεσταθούν. Το προηγούμενο βράδυ μάλιστα είχε πεθάνει από το κρύο ένας σκαντζόχοιρος. Με αυτό το δυσάρεστο συμβάν τρόμαξαν όλοι οι υπόλοιποι και γρήγορα έσμιξαν όλοι μαζί να ζεσταθούν. Ωστόσο, λόγω των αιχμηρών τους αγκαθιών, τραυμάτιζε ο ένας τον άλλον, με αποτέλεσμα να απομακρυνθούν για να μην τραυματιστούν περισσότερο.
Θα απομακρυνθούμε κι εμείς ο ένας από τον άλλον;
Θα αγκαλιαστούμε κι ας έχουμε μικροτραυματισμούς;
Ή μήπως μπορούμε να λειάνουμε τα «αιχμηρά μας αγκάθια», ώστε να μην προκαλούν τραυματισμούς στους γύρω μας;

• Αν θέλετε να επικοινωνήσετε μαζί μου: eetsi@windowslive.com