Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

«Η μυστική επικοινωνία με τους αναγνώστες με κάνει ευτυχισμένο», Γιώργος Παπαθανασόπουλος, Συγγραφέας

Ο Γιώργος Παπαθανασόπουλος γεννήθηκε το 1955 στην Κάτω Χρυσοβίτσα, Θέρμου, Αιτωλίας και Ακαρνανίας. Στο χωριό του τελείωσε το Δημοτικό και στο Θέρμο το τότε εξατάξιο Γυμνάσιο. Στη συνέχεια, εργαζόμενος, σπούδασε οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Πειραιά και εργάστηκε στον τραπεζικό χώρο. Διηγήματά του δημοσιεύτηκαν σε ηλεκτρονικά και έντυπα μέσα. Ένα μικρό διήγημά του έχει συμπεριληφθεί στο βιβλίο «Με μια σχεδία» (συλλογική έκδοση) από τις εκδόσεις «Παρατηρητής» της Θράκης, με σκοπό τα έσοδα να διατεθούν για την ενίσχυση του περιοδικού «Σχεδία». Τον Οκτώβριο του 2020 εκδόθηκε το πρώτο του βιβλίο με διηγήματα από τις εκδόσεις «Αλεξάνδρεια», τίτλος του βιβλίου «Εξ αδιαθέτου».


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΜΑΙΡΗ ΓΚΙΩΝΗ – ΛΑΡΕΝΤΖΑΚΗ


«ΠΑΛΜΟΣ»: Σε ποιο περιβάλλον μεγαλώσατε; Πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια;
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ: Γεννήθηκα σε ένα ημιορεινό χωριό της Αιτωλίας, όπου τέλειωσα το δημοτικό σχολείο και στη συνέχεια το εξατάξιο γυμνάσιο στο γειτονικό κεφαλοχώρι. Οι γονείς μου ασχολούνταν με τις γεωργικές εργασίες, με κύρια απασχόληση την παραγωγή καπνού. Στον ελεύθερο χρόνο μου τους βοηθούσα κι εγώ μαζί με τα άλλα δυο μου αδέρφια.
Εμείς τα χωριατόπαιδα, έχουμε κατά κάποιο τρόπο κοινή πορεία. Παιχνίδι, δουλειές και σχολικά μαθήματα. Τότε στα χωριά ήταν πιο αγνά τα αισθήματα των ανθρώπων. Εμείς τα παιδιά είχαμε έντονο το συναίσθημα της ελευθερίας, ζούσαμε μέσα στο απέραντο φυσικό περιβάλλον, χανόμασταν εύκολα από τα μάτια των μεγάλων και κάναμε ο,τι θέλαμε κατά κάποιο τρόπο. Από τα παιδικά μου χρόνια έχω τις καλύτερες αναμνήσεις.

«Π»: Μιλήστε μας για τον τόπο γέννησής σας και πώς σας εμπνέει;
Γ.Π.: Ένα μικρό χωριουδάκι είναι, χωρίς ιδιαίτερες φυσικές χάρες. Αυτό που μέτρησε όμως, στη διαμόρφωση του ψυχικού μου κόσμου, ήταν οι άνθρωποι. Ήταν απλοϊκοί και είχαν μέσα τους καλοσύνη. Γνώριζε καλά και στήριζε ο ένας τον άλλον γιατί είχαν συχνή, σχεδόν καθημερινή, επαφή μεταξύ τους. Στα χωράφια, στα καφενεία, στην εκκλησία, στους γάμους, στις βαπτίσεις, στις γιορτές και στα πανηγύρια, ζυμώνονταν οι σχέσεις, αποκτούσαν βάθος. Από τα παιδικά μου χρόνια προέρχονται πολλές από τις ιστορίες μου.

«Π»: Σε ποια ηλικία ξεκινήσατε να γράφετε;
Γ.Π.: Από πολύ παλιά, από παιδί προσπαθούσα να γράφω. Οι συγγραφείς μου άρεσαν πολύ, όταν άρχισα να τους ανακαλύπτω σιγά σιγά. Θαύμαζα τις γνώσεις τους και τον τρόπο που αποτύπωναν τις σκέψεις τους. Μου φαίνονταν ακατόρθωτο για να μπορέσω κι εγώ να γράψω έτσι όπως αυτοί. Οι πιο πολλές από τις ιστορίες που απαρτίζουν το βιβλίο μου έχουν γραφεί από εκείνα τα χρόνια, εξάλλου τότε είχα πρόσφατες τις αφηγήσεις. Αργότερα που είχα στη διάθεσή μου περισσότερο χρόνο τις ολοκλήρωσα όσο μπορούσα καλύτερα.

«Π»: Τι είναι η γραφή για εσάς; Γιατί γράφετε;
Γ.Π.: Με κάνει πολύ χαρούμενο που έχω αναγνώστες. Νομίζω πως αυτός είναι ο σπουδαιότερος λόγος που γράφω. Πολλοί μου λένε, γράψε για να μείνουν, να αφήσεις κάτι πίσω, αυτά δεν μ’ ενδιαφέρουν πολύ, σχεδόν καθόλου. Αυτή η μυστική επικοινωνία με τους αναγνώστες με κάνει ευτυχισμένο.

«Π»: Θυμάστε ποιο ήταν το πρώτο σας διήγημα;
Γ.Π.: Ναι, είναι μέσα στο βιβλίο, όχι όμως ακριβώς όπως το είχα γράψει τότε, θεώρησα ότι έπρεπε να γίνουν κάποιες αλλαγές.

«Π»: Ως παιδί τι διαβάζατε;
Γ.Π.: Πολύ μικρός, μέχρι τρίτη δημοτικού παραμύθια. Μετά τα νεοελληνικά αναγνώσματα του σχολείου, ή το αναγνωστικό όπως το λέγαμε τότε. Τα αναγνωστικά είχαν επιλεγμένα πεζά και ποιήματα διαφόρων συγγραφέων και ποιητών, τα κείμενα αυτά ήταν η πρώτη μου επαφή με την λογοτεχνία. Μου άρεσε η λογοτεχνία και διάβαζα ο,τι βιβλίο έπεφτε στα χέρια μου. Τα αδέρφια μου ήταν μεγαλύτερα και κάπου κάπου εμφανίζονταν μερικά βιβλία στο σπίτι. Έτσι πολύ μικρός είχα διαβάσει την Πάπισσα Ιωάννα του Ροϊδη. Αργότερα ένας φίλος, μου έδωσε τον «Καπετάν Μιχάλη» του Καζατζάκη, όταν το επέστρεψα μου έδωσε, «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται». Το Υιέ μου υιέ μου του Χάουαρντ Σπρίνγκ, μου το έδωσε ένας άλλος φίλος. Σε μια μικρή βιβλιοθήκη του σχολείου διάβασα, «Ο γέρος και η θάλασσα» – ήμουν μικρός τότε και τη θάλασσα δεν την είχα δει ακόμα, πήρα μία γεύση από το βιβλίο.
Πέρα από αυτά, διάβαζα και τις εφημερίδες που έπαιρνε ο πατέρας μου, στις εφημερίδες διάβαζα τα πάντα – μέσα στο «εξ αδιαθέτου» υπάρχει ένα διήγημα με τίτλο «Εφημερίδες», εκεί τα γράφω κάπως πιο αναλυτικά. Βέβαια σαν μαθητής διάβαζα όλα τα μαθήματα του σχολείου, ήθελα να είμαι σε όλα καλός, δεν μου άρεσε να με βρει ο δάσκαλος, ή ο καθηγητής, αδιάβαστο, ανεξάρτητα από το μάθημα. Μόνο δύο μαθήματα του γυμνασίου δεν μου άρεσαν ποτέ, αν και τα διάβαζα κι αυτά, το ένα το έλεγαν «Λογική» και το άλλο, «Ηθική». Ήταν γελοία και το είχα καταλάβει.

«Π»: Ποιοι οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;
Γ.Π.: Θα πω όσους έρχονται τώρα στη μνήμη μου και είμαι σίγουρος ότι θα ξεχάσω πολλούς: Τσέχωφ, Κάρβερ, Καλβίνο, Μάρκες, Στάινμπεκ, Φώκνερ, Τσίβερ, Χέμινγουεη, Ντοστογιέφσκυ, Ναμπόκωφ, Οζ, Μπόρχες και φυσικά οι δικοί μας, Βουτυράς, Παπαδημητρακόπουλος, Κόντογλου, Κουμανταρέας κι από τους πιο νέους μου αρέσουν, ο Παλαβός, ο Παπαμάρκος, ο Μακριδάκης, η Γαλανάκη.

«Π»: Το 2020 εκδόθηκε το πρώτο σας βιβλίο με τίτλο «Εξ Αδιαθέτου», τί πραγματεύεται;
Γ.Π.: Διηγήματα, ιστορίες από τα περασμένα και τα τωρινά χρόνια.

«Π»: Πώς βγάλατε τον τίτλο του βιβλίου σας;
Γ.Π.: Με απασχόλησε ο τίτλος, τότε έκανα κάποιες σκέψεις, χωρίς να καταλήξω κάπου. Όμως όταν με κάλεσαν στον εκδοτικό οίκο «Αλεξάνδρεια» για να με γνωρίσουν και να μου αναγγείλουν από κοντά την απόφασή τους να εκδώσουν το βιβλίο, η υπεύθυνη των εκδόσεων μου είπε ότι σαν τίτλος του βιβλίου της άρεσε το «εξ αδιαθέτου», είναι και ο τίτλος ενός από τα διηγήματα. Συμφώνησα αμέσως γιατί άρεσε και σε μένα και τώρα μου αρέσει, νομίζω πως ήταν μια καλή σκέψη.

«Π»: Πόσος χρόνος χρειάστηκε για να ολοκληρωθεί το βιβλίο σας;
Γ.Π.: Χωρίς να υπολογίσουμε τον χρόνο από τα πολύ παλιά κείμενα, των νεανικών χρόνων, που όπως σας είπα τα επεξεργάστηκα και τα ολοκλήρωσα, μου πήρε κάπου τρία χρόνια. Κοντά στους πέντε μήνες ήταν ο χρόνος από τότε που έστειλα τα κείμενα στον εκδοτικό οίκο, μέχρι να εκδοθεί το βιβλίο. Συνολικά δηλαδή τρία χρόνια και μισό.

«Π»: Πώς τα πάτε με την πανδημία στην περιοχή σας;
Γ.Π.: Εδώ και τριάντα περίπου χρόνια ζω στο Ξυλόκαστρο. Προς το παρόν δεν έχουμε πολλά κρούσματα. Βλέπω έξω που κυκλοφορώ ότι προσέχουν οι άνθρωποι όσο μπορούν. Αφού όμως κοντινοί μας νομοί είναι στο κόκκινο, θα έρθει και σε μας, όταν καίγεται το σπίτι του γείτονα, θα καεί και το δικό μας.

«Π»: Γίνατε πιο δημιουργικός με την καραντίνα, σας άλλαξε την ζωή;
Γ.Π.: Όχι γιατί έχασα τις επαφές μου με τους ανθρώπους, αντλούσα πολλές ιστορίες από τις παρέες, γύριζα στο σπίτι κι έγραφα. Μπορεί να γράφω σε πρώτο πρόσωπο, αλλά οι πιο πολλές ιστορίες δεν είναι δικές μου. Πολλά διηγήματα τα έχω γράψει μέσα ή έξω από τα καφέ, ίσως αυτά να είναι και τα πιο καλά, έχουν μια αμεσότητα.

«Π»: Υπάρχουν βιωματικά στοιχεία στο βιβλίο σας;
Γ.Π.: Σε όλα τα διηγήματα υπάρχουν μέσα δικά μου βιωματικά στοιχεία. Οι ιστορίες δεν είναι έτσι όπως τις άκουσα, έχω βάλει και δικές μου σκέψεις.

«Π»: Υπάρχει κάποιο θέμα που σας απασχολεί και θέλετε να αναδείξετε;
Γ.Π.: Το θέμα που με απασχολεί έντονα είναι ο κοινωνικός ρατσισμός. Θα ήθελα να ζω σε μια ιδανική κοινωνία, όπου όλοι οι άνθρωποι θα ήταν ίσοι μεταξύ τους, χωρίς διακρίσεις φύλου, χρώματος, καταγωγής. Θα ήθελα να ζω σε ένα πραγματικά πολυπολιτισμικό περιβάλλον.

«Π»: Ποια τα συναισθήματά σας όταν πήρε σάρκα και οστά το έργο σας; Αλήθεια, η όλη διαδικασία που ακολουθείται για να ολοκληρωθεί ένα έργο σε βιβλίο έχει ενδιαφέρον;
Γ.Π.: Είμαι πολύ χαρούμενος, ομολογώ. Να σας πω την αλήθεια, τα πιο πολλά κείμενά μου είχαν δημοσιευθεί σε περιοδικά κι επομένως είχαν δουλευτεί πολύ καλά από ορθογραφικά και από συντακτικά λάθη. Όμως και η επιμελήτρια του βιβλίου έκανε άριστη δουλειά. Νομίζω πως δυσκολεύει παραπάνω την έκδοση, αν τα κείμενα έχουν προβλήματα. Στην περίπτωσή μου οι άνθρωποι του εκδοτικού οίκου «Αλεξάνδρεια», έκανε φανταστική δουλειά και δεν είχα κανένα πρόβλημα. Ήταν άνθρωποι επαγγελματίες και βοήθησαν πάρα πολύ.

«Π»: Τι σας στενοχωρεί;
Γ.Π.: Οι ημιμαθείς και οι άσχετοι που νομίζουν πως τα ξέρουν όλα και οι ρατσιστές, που δυστυχώς κυκλοφορούν ανάμεσά μας και σε όλους τους χώρους.

«Π»: Τι ετοιμάζετε;
Γ.Π.: Ένα δεύτερο βιβλίο με διηγήματα, μετά από καιρό όμως.