Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

Φαρμακευτικές και πατέντες (και COMMONS), του Γιώργου Πένταρη

Από τη στιγμή που άρχισαν οι εμβολιασμοί για τον κορωνοϊό, ακούμε πολλά και διάφορα όπως αν θα φτάσουν τα εμβόλια, πόσο κάνουν, να πάρουμε την πατέντα όπως ερμηνεύουν την δήλωση του κ. Τσίπρα από την Πάτρα σχετικά με το ζήτημα. Έτυχε να ακούσω τη δήλωση Τσίπρα και άκουσα και πώς την παρουσίασαν τα κανάλια. Φαίνεται ότι η διαστρέβλωση είναι στο αίμα τους. Για την ιστορία, ο Τσίπρας είπε να ζητήσει η κυβέρνηση από την ΕΕ να πάρει τις πατέντες για τα εμβόλια ώστε μετά να μπορούν να παραχθούν τοπικά, όπως π.χ. τα γενόσημα φάρμακα και με χαμηλό κόστος. Τα κανάλια όμως λένε χλευαστικά ότι ο Τσίπρας ζήτησε να πάρουμε τις πατέντες ως χώρα, υπονοώντας ότι ο Τσίπρας λέει ανοησίες γιατί οι πατέντες δεν πωλούνται, είναι κατοχυρωμένες κ.τ.λ. όπως οι περισσότεροι γνωρίζουν.

Επειδή λοιπόν η πανδημία εγείρει πολλά ερωτήματα σχετικά με τη δημόσια υγεία, τις παγκόσμιες ασθένειες και τον τρόπο παραγωγής και διανομής φαρμάκων και θεραπειών, έκανα μια μικρή έρευνα σχετικά με το θέμα έχοντας υπ’ όψη ότι έχει ήδη ξεκινήσει ένα κίνημα στις παρυφές της ΕΕ σχετικά με το κόστος του φαρμάκου και την ιδιοκτησία των πατεντών. Η έρευνα έφερε στην επιφάνεια κάποια ερωτηματικά όπως π.χ. ποιος πληρώνει για το εμβόλιο του κορωνοϊού, πώς οργανώνεται η έρευνα νέων εμβολίων, ποιος κερδίζει, έχουν όλοι πρόσβαση στα εμβόλια και διάφορα άλλα. Η COVID-19 προκάλεσε μια παγκόσμια κρίση υγείας που απαιτεί άμεση και παγκόσμια αντιμετώπιση, γιατί εκτός της υγείας που είναι και η γενεσιουργός αιτία, υπάρχουν και άλλες κρίσεις οικονομικές ψυχολογικές και πολλές άλλες που ακόμη δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε.
Σε πολλές δυτικές χώρες, η ανταπόκριση στην πανδημία αποκάλυψε τις ευπάθειες των συστημάτων δημόσιας υγείας και τον ρόλο που παίζουν οι φαρμακευτικές εταιρείες σε αυτά. Για παράδειγμα την Ολλανδία, τα νοσοκομεία δεν είχαν αρκετά τεστ επειδή η Roche, η μεγαλύτερη εταιρεία βιοτεχνολογίας στον κόσμο, αρχικά αρνήθηκε να παραδώσει τη συνταγή που απαιτείται για την εκτέλεση αυτών των τεστ. Στις ΗΠΑ, ο υπουργός για την πανδημία του Τραμπ, Alex Azar, δήλωσε ότι η κυβέρνηση δεν μπορούσε να εγγυηθεί ότι μια πιθανή θεραπεία για το Covid-19 θα ήταν προσιτή, διότι η καινοτομία που απαιτείται για αυτή τη θεραπεία ωθείται μόνο από την προσδοκία υψηλών κερδών. Πριν από μερικά χρόνια οι επιστήμονες ήταν πολύ κοντά στην ανακάλυψη εμβολίου για τους κορωνοϊούς, αλλά τα προβλεπόμενα κέρδη φαινόντουσαν πενιχρά και έτσι οι φαρμακευτικές πούλησαν τις ερευνητικές τους εγκαταστάσεις. Η αγορά εμβολίων χαρακτηρίστηκε ως «ολιγοπώλιο» από τους αναλυτές της Wall Street στο AB Bernstein. Στην πραγματικότητα, αφού οι χώρες εγκατέλειψαν την έρευνα για τις μολυσματικές ασθένειες, οι περισσότερες εταιρείες απομακρύνθηκαν επίσης από την επένδυση σε αυτόν τον τομέα, σύμφωνα με τον διευθυντή της DNDi Bernard Pecoul. Στη Γαλλία, συζητήθηκε γιατί ένα τεστ για κορωνοϊό θα έπρεπε να κοστίζει 135 ευρώ, αν και το κόστος παραγωγής είναι μόνο 10 ευρώ. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι συνειδητοποιούν ότι ο παγκόσμιος αγώνας για εξεύρεση θεραπείας και εμβολίου για την Covid-19 επιβραδύνεται σημαντικά από το γεγονός ότι το σύστημα που έχουμε τώρα λειτουργεί με κίνητρα αγοράς και μονοπώλια διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας.

Η φαρμακευτική βιομηχανία καθοδηγείται από το κέρδος και από τους μετόχους. Η έρευνα και η καινοτομία που χρειάζονται για να βρεθούν θεραπείες είναι μονοπωλιακού χαρακτήρα. Τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας και αδειών παράγουν υπερκέρδη και για μερικές εταιρείες πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ. Το σύστημά μας δεν καθοδηγείται από τις ανάγκες της δημόσιας υγείας αλλά από το κέρδος και η μόνη λογική που μετράει είναι αυτή του κέρδους. Αυτό το μοντέλο βασίζεται στην πεποίθηση ότι η απόκτηση ιατροφαρμακευτικής γνώσης πρέπει να ιδιωτικοποιηθεί και να προστατευθεί μέσω δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας προκειμένου να τονωθεί η καινοτομία. Αυτό το μοντέλο μονοπωλίου δίνει στις φαρμακευτικές εταιρείες την ελευθερία να χρεώνουν όσο μπορούν περισσότερο. Καταπνίγουν επίσης την καινοτομία που την χρειαζόμαστε περισσότερο, όπως στον τομέα των μολυσματικών ασθενειών, επειδή οι προσδοκίες για μεγάλα κέρδη είναι ισχνές.
Αν το καλοεξετάσουμε, κάθε φάρμακο που βγαίνει στην αγορά πληρώνεται τρεις φορές. Η μια πάει στα πανεπιστήμια και στις ερευνητικές τους εγκαταστάσεις για την βασική έρευνα που δεν κάνουν οι ιδιώτες. Η δεύτερη πάει στην ίδια την φαρμακευτική για την παραγωγή και διανομή και η τρίτη από την φορολογία για την χρηματοδότηση του συστήματος υγειονομικής περίθαλψης.

Είναι δύσκολο να εκτιμηθεί πόσα φάρμακα δεν εφευρίσκονται, πόσα ταλέντα σπαταλούνται και πόσα άτομα πρέπει να υποφέρουν εξαιτίας αυτού που δεν έχει ερευνηθεί και αναπτυχθεί. Αυτό το σύστημα περιορίζει τη δυνατότητα συνεργασίας, ανταλλαγής γνώσεων και αξιοποίησης της εργασίας του άλλου. Το κοινό αγαθό των επιστημονικών ιατρικών γνώσεων και των τεχνολογιών που σχετίζονται με την υγεία έχει μετατραπεί σε ένα εξαιρετικά προστατευμένο, ιδιωτικοποιημένο προϊόν.

Η κρίση COVID-19 σηματοδοτεί μια κρίσιμη καμπή, μια αφετηρία για την αλλαγή που χρειάζεται η κοινωνία ώστε το φάρμακο να θεωρηθεί σε όλον τον κόσμο δημόσιο αγαθό. Η παγκόσμια συγκέντρωση δεδομένων για τον Covid-19, τα οποία πάρα πολλά από αυτά είναι προσβάσιμα μέσω του Ίντερνετ, αλλά όχι συγκεντρωμένα σε ένα σημείο, θα δημιουργήσει μια παγκόσμια κοινότητα γνώσης. Πολλοί υποστηρίζουν την ιδέα δημιουργίας μιας ομάδας δικαιωμάτων για δοκιμές, φάρμακα και εμβόλια με δωρεάν πρόσβαση ή αδειοδότηση με λογικούς και προσιτούς όρους για όλες τις χώρες. Αυτό θα επέτρεπε μια συνεργατική προσπάθεια και θα μπορούσε να επιταχύνει την καινοτομία. Θα ήταν παγκόσμιο, ανοιχτό (COMMONS = κοινό αγαθό) και θα προσφέρει αμερόληπτες άδειες σε όλες τις σχετικές τεχνολογίες και δικαιώματα. Ως εκ τούτου το σύνολο των δεδομένων θα προσφέρει τόσο καινοτομία όσο και πρόσβαση.
Η χρηματοδότηση θα μπορούσε να προέρχεται από κυβερνήσεις, από πανεπιστήμια, ιδιωτικές εταιρείες και φιλανθρωπικά ιδρύματα. Αυτό θα μπορούσε να γίνει σε εθελοντική βάση αλλά όχι μόνο. Δημόσια ιδρύματα σε όλο τον κόσμο επενδύουν μαζικά σε τεχνολογίες Covid-19 και όλα τα αποτελέσματα θα μπορούσαν να κοινοποιηθούν αυτόματα στην ομάδα COMMONS, πράγμα που σημαίνει ότι θα μπορούσε να αποτελεί προϋπόθεση για τη δημόσια χρηματοδότηση.
Έτσι, η ανοιχτή γνώση δεν σημαίνει απλώς κοινή χρήση δεδομένων και γνώσεων χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κοινωνική χρήση, η πρόσβαση και η διατήρησή τους. Σημαίνει την καθιέρωση ενός συνόλου δημοκρατικών κανόνων και ορίων για τη διασφάλιση δίκαιης και βιώσιμης ανταλλαγής πόρων που σχετίζονται με την υγεία. Ως εκ τούτου επιτρέπει ισότιμη πρόσβαση, συνεργατική καινοτομία και δημοκρατική διακυβέρνηση της γνώσης. Η ολιστική πρωτοβουλία COVID-19 που αντιμετωπίζει τη γνώση ως κοινή, όχι μόνο θα επιφέρει επιτάχυνση της καινοτομίας, αλλά και αναγνώριση αυτής της γνώσης ως δημόσιου αγαθού για την ανθρωπότητα, η οποία πρέπει να διαχειρίζεται κατά τρόπο που να εξασφαλίζει προσιτή πρόσβαση για όλους. Σε αντίθεση με την υπάρχουσα ομάδα φαρμάκων με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, αυτή η ομάδα θα είναι παγκόσμια και δεν θα επικεντρώνεται πρωτίστως στην παροχή πρόσβασης σε εξερχόμενες τεχνολογίες, αλλά περισσότερο στην καινοτομία ανάπτυξης διαγνωστικών, φαρμάκων και εμβολίων. Είναι καιρός να αμφισβητήσουμε την ιδέα του φαρμάκου κυρίως ως εμπορεύματος ή προϊόντος και να προτείνουμε διαρθρωτικές αλλαγές προκειμένου να προσεγγίσουμε την υγεία ως κοινωνικό αγαθό. Αυτό σημαίνει αναφορά στη συλλογική μας ευθύνη για τη διακυβέρνηση της υγείας κατά την αναδιαμόρφωση της παραγωγής ιατροφαρμακευτικής γνώσης αντί να την αφήσουμε εξ ολοκλήρου σε αγορές και επιχειρηματικά μοντέλα που βασίζονται σε μονοπώλια.

Γι’ αυτό πρέπει να προχωρήσουμε σε μια προσέγγιση βασισμένη στην ανταλλαγή γνώσεων, τη συνεργασία, τη διαχείριση, τη συμμετοχή και την κοινωνική ισότητα. Στην πράξη, αυτό σημαίνει μετάβαση σε ένα ιατροφαρμακευτικό σύστημα δημοσίου συμφέροντος που βασίζεται σε κοινές γνώσεις και έρευνα ανοιχτού κώδικα, ανοιχτή πρόσβαση, εναλλακτικά κίνητρα και μεγαλύτερο ρόλο για τον δημόσιο τομέα.
Οι δεξαμενές γνώσεις είναι κρίσιμο κομμάτι για την επιτυχή απελευθέρωση του φαρμάκου από τις πατέντες. Γρήγορες και δομικές αλλαγές μπορούν να γίνουν όπως απέδειξε η πανδημία. Για να δείτε ότι το ζήτημα έχει ήδη απασχολήσει τον κόσμο, σας αναφέρω ότι πρώτη η κυβέρνηση της Costa Rica και οι Κάτω Χώρες δήλωσαν ότι είναι καιρός να πάρει σάρκα και οστά η «κοινή/ανοικτή γνώση = open knowledge». Στις 23 Μαρτίου 2020 η κυβέρνηση της Costa Rica έστειλε επιστολή στον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας για την δημιουργία ομάδας ανοικτής γνώσης για τον κορωνοϊό. Ζητά ένα παγκόσμιο πρόγραμμα για «συγκέντρωση δικαιωμάτων σε τεχνολογίες που είναι χρήσιμες για την ανίχνευση, την πρόληψη, τον έλεγχο και τη θεραπεία της πανδημίας COVID-19». Η πρόταση υποστηρίζεται από το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ολλανδία.
Γνωρίζει κανείς πώς θα αντιμετωπίσουν οικονομικά οι φτωχές χώρες το κόστος των εμβολίων ή δεν θα πάρουν καθόλου; Κανείς δεν ασχολείται με το ζήτημα απ’ ό,τι ακούω.
Η ιδέες αυτές δεν είναι νέες, αλλά αρκετά παλιές και έχουν προκύψει από την ανάγκη για δωρεάν και ποιοτικό λογισμικό. Για παράδειγμα ο Mozilla που οι περισσότεροι γνωρίζετε από το σερφάρισμα στο Ιντερνετ, είναι πρόγραμμα ανοικτής γνώσης (ανοικτού κώδικα), το Linux κάτι σαν τα windows είναι και αυτό ανοικτό και είναι τόσο δυνατό που δεν το πιάνουν ιοί αντίθετα με τα προγράμματα Windows που είναι κλειστές πατέντες.
Για όποιον θέλει να εντρυφήσει στα ανοικτά δεδομένα ας κοιτάξει εδώ: https://okfn.gr/.