Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

Στον απόηχο των Αμερικανικών Εκλογών, του Γιώργου Πένταρη

Την περασμένη εβδομάδα έγιναν προβλέψεις επί προβλέψεων και αναλύσεις επί αναλύσεων για τις Αμερικάνικες εκλογές. Θυμάμαι το 2016 που βγήκε ο Trump, είχα γράψει ένα άρθρο με τίτλο «Τραμπ ή Τράμπλ» παραφράζοντας την Αγγλική λέξη tramble με την πονηριά και την φασαρία. Βασικά δεν έπεσα έξω γιατί απερχόμενος πρόεδρος της Αμερικής δημιούργησε ουκ ολίγες φασαρίες όχι μόνο στο εσωτερικό της χώρας του, αλλά κυρίως διεθνώς.

Άσκησε μια αντισυμβατική πολιτική παρακάμπτοντας εν πολλοίς την Αμερικάνικη γραφειοκρατία δημιουργώντας αντιπάθειες με την συμπεριφορά του στους ηγέτες της Ευρώπης. Κήρυξε εμπορικό πόλεμο κατά της Κίνας και κατά της ΕΕ κατά κάποιο τρόπο με τα θέματα των δασμών εισαγωγής προϊόντων. Το κύριο σύνθημά του ήταν και στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις «Εμπρός να κάνουμε μεγάλη την Αμερική ξανά». Αυτό το σύνθημα πίστεψαν όλες οι κεντρικές πολιτείες της Αμερικής, όπου ο πληθυσμός είναι κυρίως εργατο-αγροτικός και γενικότερα όχι ιδιαίτερα υψηλού μορφωτικού επιπέδου. Όπως γνωρίζετε, εκεί που υπάρχει χαμηλό μορφωτικό επίπεδο βρίσκουν εύκολα εύφορο έδαφος οι ιδέες του εθνικισμού και αυτό συνέβη εκεί και στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις με το σύνθημα «Εμπρός να κάνουμε μεγάλη την Αμερική ξανά».
Με εργαλεία τη μείωση φόρων σε όλες τις βαθμίδες και μείωση του κρατικού παρεμβατισμού στην αγορά και με την κατάργηση πολλών καταχρηστικών ρυθμίσεων, πέτυχε αύξηση του ΑΕΠ κατά 4% και μείωση της ανεργίας σε ιστορικά χαμηλά 50-ετίας, δηλαδή 3,6%. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι σχεδόν όποιος ήθελε να έχει δουλειά από το ενεργό εργατικό δυναμικό της χώρας έχει δουλειά! Αυτό, μάλιστα, συνοδεύτηκε και από ιστορικά χαμηλά στην ανεργία των διαφόρων μειονοτικών ομάδων, όπως στους Αφροαμερικανούς και τους Ασιάτες.
Ο Τραμπ, έχοντας την βεβαιότητα ότι θα κέρδιζε τις εκλογές λόγω οικονομικής ανάπτυξης και φοβούμενος ότι αν έπαιρνε πιο δραστικά μέτρα για τον κορωνοϊό, θα πισωγύριζε η Αμερικάνικη οικονομία, υπέσκαψε λοιπόν το πλεονέκτημά του της οικονομικής ανάπτυξης και αυτό του στοίχισε τις εκλογές. Δεν μπορούμε, βέβαια, να πούμε ότι μόνη αιτία της εκλογικής ήττας του ήταν ο κορωνοϊός. Ο Τραμπ υπονομεύτηκε ως πολέμιος της κλιματικής αλλαγής από κεφάλαια που ποντάρουν εναντίον αυτής, όπως π.χ. ο Έλον Μασκ που παράγει τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα. Ο Μασκ παραιτήθηκε από σύμβουλος του Τραμπ το 2017 όταν αποσύρθηκε η Αμερική από το σύμφωνο των Παρισίων για την κλιματική αλλαγή. Ο Τραμπ τα έβαλε και με τον Π.Ο.Υ. και αποσύρθηκε και από αυτόν, καθώς και το σοβαρότερο τα έβαλε με τις δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης, όπου το μεγάλο κεφάλαιο έχει επενδύσει πολλά σε αυτήν.
Ο Τραμπ ήταν εναντίον της Κίνας ξεχνώντας ότι η Κίνα έγινε υπεργίγαντας της παγκόσμιας οικονομίας από την ίδια την Αμερική και την ΕΕ που μετέφεραν εκεί την παραγωγή τους για φτηνά εργατικά χέρια. Σήμερα η Κίνα ανταγωνίζεται στα ίσια την Αμερική έχοντας αναπτύξει αυτονομία στην παραγωγή τεχνολογίας, στην κατάκτηση του διαστήματος, την στρατιωτική τεχνολογία, βιοτεχνολογία κτλ. Τώρα που χύθηκε το γάλα δεν μαζεύεται δυστυχώς και ο Δυτικός Καπιταλισμός θα υποστεί τις συνέπειες του Κινέζικου ανταγωνισμού.

Έτσι λοιπόν ο παρορμητικός Τραμπ έχασε τις εκλογές από τον γηραλέο κ. Μπάιντεν, παλιά καραβάνα της πολιτικής και βαθύ γνώστη όλου του γραφειοκρατικού Αμερικανικού πλέγματος. Οι δυνάμεις που υποστήριξαν τον Μπάιντεν εκπροσωπούνται από εταιρείες υψηλής τεχνολογίας, χρηματιστηριακές, τράπεζες, βιοτεχνολογίας, εταιρείες υπέρ της παγκοσμιοποίησης και πολλές άλλες.
Στην Ελλάδα έχουμε επενδύσει πολλά στον Μπάιντεν ελπίζοντας ότι θα αλλάξει πολιτική απέναντι στην Τουρκία. Το έργο το έχουμε δει πολλές φορές στην Ελλάδα από τον Κάρτερ μέχρι τον Ομπάμα. Αν αφαιρέσουμε τον Τραμπ που έχει ειδική οικονομική σχέση με τους Τούρκους, μη ξεχνάτε ότι το 2012 εγκαινίασε στην Κωνσταντινούπολη το εμπορικό του κέντρο Trump Towers Mall, όλοι οι άλλοι πρόεδροι ακολουθούν ό,τι τους υπαγορεύει η Αμερικάνικη γραφειοκρατία και το State Department. Η Αμερική σε καμιά περίπτωση δεν θα αλλάξει ριζική στάση απέναντι στην Τουρκία εκτός και δει ότι η Τουρκική επεκτατικότητα υπονομεύει τα δικά της συμφέροντα. Όπως γνωρίζουμε η Τουρκία έχει βάλει πόδι στην Λιβύη και αυτή τη στιγμή που μιλάμε ουδείς γνωρίζει τι γίνεται εκεί γιατί η επικαιρότητα κυριαρχήθηκε από τις Αμερικάνικες εκλογές και τον κορωνοϊό. Η Τουρκία έχει εισβάλει στην Συρία και θα προσαρτήσει τα εδάφη που έχει καταλάβει, αλλά κυρίως έχει ουσιαστικά προσαρτήσει το Αζερμπαϊτζάν.
Οι Αρμένιοι έχασαν τον πόλεμο γιατί η συμβολή της Τουρκίας με προσωπικό και υλικό υπήρξε καθοριστική. Ως ανταμοιβή το Αζερμπαϊτζάν ζήτησε στην ειρηνευτική συνομιλία με την Ρωσία και της Αρμενίας να λάβει μέρος και η Τουρκία χωρίς τυπικά κανένα λόγο. Η Τουρκία για να πραγματώσει το σχέδια επέκτασης ανατολικά, στην ουσία θέλει να ενωθεί με το Αζερμπαϊτζάν, αλλά παρεμβαίνει η Αρμενία. Ο μόνος δρόμος είναι μέσω Γεωργίας με την οποία έχει άριστες σχέσεις μεν, αλλά διαφορετικά είναι να έχει άμεση επαφή. Αυτό σημαίνει ότι μελλοντικά η Τουρκία θα δημιουργήσει ζήτημα με την Αρμενία μέσω του Αζερμπαϊτζάν για να αποκτήσει διάδρομο.
Η επέμβαση της Τουρκίας στον πόλεμο έχει ως στόχο να ενσωματώσει πολιτικά το Αζερμπαϊτζάν γιατί έτσι θα ελέγχει το 5% του φυσικού αερίου που ρέει προς την Ευρώπη. Επειδή σε αυτή τη διαμάχη η Γαλλία και η Αμερική έχουν ταχθεί υπέρ της Αρμενίας, είναι πολύ πιθανό, αν η Τουρκία το παρατραβήξει, να αντιδράσουν και να βάλουν στην θέση του όχι μόνο το καθεστώς Ερντογάν, αλλά γενικά το οικονομικοστρατιωτικό πλέγμα της Τουρκίας που ουσιαστικά καθοδηγεί τις εξελίξεις.
Αν προσέξουμε στον χάρτη, θα δούμε ότι αν η Τουρκία αποκτήσει διάδρομο μέσω της Αρμενίας, τότε θα έχει άμεση επαφή δια της Κασπίας θάλασσας με Τουρκμενιστάν, Τατζικιστάν κτλ που έχουν πληθυσμούς που διεκδικεί η Τουρκία. Άρα λοιπόν ο Μπάιντεν θα εξετάσει όλα τα παραπάνω συν ακόμη και μια σοβαρή παράμετρο που είναι η έχθρα του με την Ρωσία ως παραδοσιακός πολιτικός από την εποχή του ψυχρού πολέμου.

Δεδομένου του μεγέθους της Τουρκίας και της στρατηγικής της θέσης, σε σύγκριση με την χώρα μας, η Αμερικάνικη πολιτική πάντα θα πατά σε δύο βάρκες και ταυτόχρονα θα έχει και οικονομικά οφέλη με τα εξοπλιστικά προγράμματα. Δεν υπάρχει περίπτωση η Αμερική να αγνοήσει την Τουρκία και αυτό πρέπει να το λάβουμε σοβαρά υπ’ όψη και να μην τρέφουμε αυταπάτες. Ο μόνος τρόπος να αντέξουμε στις Τουρκικές πιέσεις είναι, όπως έχω ξαναγράψει, η στρατιωτική ισχύς που, δυστυχώς για την οικονομία μας, θα πρέπει να αποκτήσουμε. Δεν υποβαθμίζω την αξία της διπλωματίας και τώρα έχουμε μπροστά μας μια μοναδική ευκαιρία που δεν πρέπει να απεμπολήσουμε. Είναι η πρόταση της Γαλλίας για να σταματήσει η τελωνειακή ένωση Τουρκίας ΕΕ. Αυτή τη στιγμή η Τουρκία εξάγει τα προϊόντα της χωρίς δασμούς και χρηματοδοτείται από την ΕΕ, αλλά από την άλλη πλευρά απειλεί και εκβιάζει την Ευρώπη.
Το λέω άλλη μια φορά. Οι Τούρκοι είναι ύπουλοι και καταλαβαίνουν μόνο την δύναμη. Αυτή πρέπει να αποκτήσουμε.