Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

Παθαίνουμε αλλά δεν μαθαίνουμε, του Νέστορα Χατζούδη

Πριν αρχίσει να γίνεται αισθητή η κανονικότητα στην πολιτική, κοινωνική και οικονομική ζωή της χώρας, μετά τη δεκαετή οικονομική κρίση, ξέσπασε η πανδημία του κορωνοϊού και σχεδόν ταυτόχρονα η απροκάλυπτη επιχείρηση παραβίασης της εθνικής κυριαρχίας της χώρας μας από τη Τουρκία. Τότε μέσα από μια συλλογική, σε γενικές γραμμές, προσπάθεια, η αντιμετώπιση αυτών των αναπάντεχων προκλήσεων υπήρξε ιδιαίτερα ικανοποιητική. Η επιτυχία αυτή και οι πρόσθετες οικονομικές δαπάνες που απαιτήθηκαν συνέβαλλαν στη συνειδητοποίηση της αναγκαιότητας μιας σειράς από θεσμικές παρεμβάσεις, που συνεχώς αναβάλλονται, αν και κρίνονται απαραίτητες για τον εκσυγχρονισμό της λειτουργίας του κράτους και την αμυντική θωράκιση της χώρας έναντι παρόμοιων μελλοντικών κινδύνων. Και βέβαια και του μεγέθους των δημοσίων δαπανών που θα απαιτηθεί για την υλοποίησή τους. Επόμενο ήταν οι όποιες θετικές προβλέψεις για την πορεία της εθνικής οικονομίας και τη βελτίωση του εισοδήματος των νοικοκυριών να ανατραπούν.

Στη συνέχεια, το δεύτερο κύμα της πανδημίας γονάτισε στην κυριολεξία τους κλάδους του τουριστικού τομέα και όχι μόνο και φυσικά περιόρισε δραστικά τα δημόσια έσοδα. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με τις έκτακτες κρατικές δαπάνες, για την κατά το δυνατό επαρκέστερη αντιμετώπιση της πανδημίας και τις ενισχύσεις εργαζομένων και επιχειρήσεων, συνέβαλλαν περαιτέρω στην επιδείνωση του οικονομικού κλίματος και ενίσχυσαν τις απαισιόδοξες προβλέψεις για την πορεία της οικονομίας. Και σαν να μην έφταναν αυτά, μας προέκυψαν: το καλοκαιρινό παραλήρημα επιθετικότητας του Ερντογάν που συνεχίζεται και κρατά τον αμυντικό μηχανισμό της χώρας σε συνεχή «κόκινη» εγρήγορση, οι καταστροφικές πυρκαγιές, η κακοφόρμιση του μεταναστευτικού – προσφυγικού προβλήματος, οι γνωστές πλημμύρες και οι κατακλυσμοί για να προσθέσουν πόνο, απόγνωση, αβεβαιότητα και βέβαια νέα έκτακτα οικονομικά βάρη.
Αν όχι όλα, πολλά από τα παραπάνω, γνωρίζουμε ότι κάποια στιγμή θα συμβούν και βέβαια συμβαίνουν τακτικά. Αρκεί να θυμηθούμε τα θύματα και τις καταστροφές από τις πυρκαγιές και τις πλημμύρες μόνο τα τελευταία χρόνια. Από τις κυβερνήσεις όμως ούτε οι αναγκαίες παρεμβάσεις προγραμματίζονται ούτε μέτρα παίρνονται που να αποτρέπουν ή να περιορίζουν τις αρνητικές συνέπειες τους. Ούτε ο βαθμός ετοιμότητας του κρατικού μηχανισμού, όπως αποδείχθηκε, βρίσκεται σε επίπεδο ικανό να προστατέψει και να αποτρέψει απώλειες ζωών, περιουσιών, υποδομών κλπ. Τα χρόνια περνούν, τα κόμματα εναλλάσσονται στην κυβερνητική εξουσία, οι ηγεσίες τους θυμούνται τα προβλήματα αυτά στις προεκλογικές περιόδους με πλούσιες υποσχέσεις για την αντιμετώπισή τους, τα ξεχνούν ως Κυβέρνηση και τα ξαναθυμούνται ως Αντιπολίτευση.
Συνεπώς περιττό να τονιστεί ότι για τη γνωστή, ως προς τα παραπάνω, εικόνα ανοχύρωτης χώρας που παρουσιάζουμε, η ευθύνη βαραίνει συνολικά το πολιτικό σύστημα. Το κύριο βάρος όμως πέφτει στα κόμματα που εναλλάσσονται στη Κυβέρνηση. Και βέβαια η πιθανότητα, να συμβεί κάποια στιγμή η «στραβή», είναι δεδομένη, όπως είδαμε, ανεξάρτητα από το ποιό κόμμα κυβερνά. Και εξυπακούεται ότι στην περίπτωση αυτή οι κυβερνώντες δεν ελέγχονται για τη «στραβή» που τους έλαχε αλλά για το βαθμό ετοιμότητας να αντιδράσουν, να παρέμβουν και να διαχειριστούν τις συνέπειές της με όσα και όποια μέσα διαθέτουν.
Αυτά σχετικά με την απόδοση και ανταπόδοση ευθυνών και τα συχνά μαλλιοτραβήγματα μεταξύ των κομμάτων που κυβέρνησαν τη χώρα για το ποιο φταίει ποιο πολύ. Ποιος αρχηγός είναι ποιο μεγάλος «πολιτικός απατεώνας» και τις γνωστές μεταξύ τους «φιλοφρονήσεις» που δηλητηριάζουν το πολιτικό κλίμα και απαξιώνουν τη Πολιτική στη συνείδηση των πολιτών. Οι τετραετίες βέβαια περνούν και βασικά προβλήματα, που κρατούν τη χώρα στο παρελθόν και μας ταλαιπωρούν, περιμένουν…
Και δεν είναι μόνο το πώς αντιμετωπίζουμε τις «στραβές» των φυσικών φαινομένων. Απαράλλαχτος ο τρόπος αντιμετώπισης και των ανθρωπογενών καταστροφών. Ποιός ο φταίχτης για την οικονομική κρίση που ξέσπασε το 2010 και ποιός για την αδυναμία να αντιμετωπιστούν γρήγορα οι καταστρεπτικές συνέπειες της; Ποιού κόμματος οι πολιτικές πρακτικές συνέβαλλαν περισσότερο στην εκκόλαψη του αυγού του ναζιστικού φιδιού και ποιού στον επιθετικό εκτροχιασμό του Ερντογάν; Και ποιός ευθύνεται περισσότερο για το διαχειριστικό αδιέξοδο του προσφυγικού – μεταναστευτικού προβλήματος; Εύλογα ερωτήματα. Όμως ποτέ το πολιτικό σύστημα δε συμφώνησε – ούτε καν επιδίωξε – να διερευνηθούν, από μια ανεξάρτητη κοινής εμπιστοσύνης επιτροπή, οι πραγματικοί λόγοι που προκαλούν τις διάφορες «στραβές» ούτε για τα ανεπαρκή μέσα και την αδυναμία της Δημόσιας Διοίκησης να διαχειριστεί και να αντιμετωπίσει τις καταστρεπτικές συνέπειες τους.
Περιττό να τονιστεί ότι όλ’ αυτά γίνονται για το «καλό του λαού» που κάθε κόμμα αναγνωρίζει μόνο στη δική του πολιτική, ενώ τα αντίπαλα κρίνονται ύποπτα «αντιλαϊκών» προθέσεων. Βέβαια έτσι διεξάγεται η πολιτική. Με την προϋπόθεση όμως ότι ο πολιτικός ανταγωνισμός των κομμάτων δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια της καλώς εννοούμενης πολιτικής αντιπαράθεσης, που ορίζεται και υπακούει σε αποδεκτούς κανόνες και συμπεριφορές. Πολύ περισσότερο σε περιόδους που η χώρα αντιμετωπίζει πολιτικές, κοινωνικές, εθνικές και οικονομικές καταστάσεις που δεν χαρακτηρίζονται από αυτό που γενικώς θεωρείται ως κανονικότητα και ομαλότητα. Όπως η δεκαετία 2010-2020 με την οικονομική κρίση, τον αντιμνημονιακό πολιτικό εκτροχιασμό, τη μνημονιακή διακυβέρνηση από αντιμνημονιακό πολιτικό Φορέα και την σε εξέλιξη συρροή κρίσεων: υγειονομική, σχέσεων με την Τουρκία, γενικευμένη αβεβαιότητα για την πορεία της οικονομίας κλπ.
Και όλα αυτά όταν λόγοι, όπως οικονομικού και πληθυσμιακού μεγέθους, επιπέδου ανάπτυξης της χώρας, εθνικών κινδύνων κλπ., περιορίζουν δραστικά τη γκάμα των εναλλακτικών λύσεων. Πολύ περισσότερο που το πολιτικό – ιδεολογικό πλαίσιο της Ε.Ε. και της Ευρωζώνης υπαγορεύει και το εύρος και το χαρακτήρα των πολιτικών πρωτοβουλιών στα μέλη της. Ως προς αυτό η ιστορική κωλοτούμπα του 2015 λέει πολλά…! Τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι δεν μπορούν τα κόμματα να αναλάβουν πρωτοβουλίες, να επεξεργαστούν προτάσεις και διαχειριστικές πρακτικές για αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των κρίσιμων καταστάσεων. Το πρόβλημα έγκειται στο κατά πόσο λαμβάνονται υπόψη τα αναμφισβήτητα δεδομένα της συγκυρίας και αν το συλλογικό όφελος προηγείται της κομματικής ιδιοτέλειας.
Αυτό, που αβίαστα προκύπτει είναι ότι σε έκτακτες και επικίνδυνες περιόδους, χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή γιατί πολύ εύκολα ο πολιτικός λόγος διολισθαίνει στον αχαλίνωτο λαϊκισμό, στο στείρο αρνητισμό και από κει στοβ κατήφορο της εχθροπάθειας και το διχασμό του κοινωνικού Σώματος. Πολιτικό κλίμα που ζήσαμε και γνωρίζουμε ότι ακυρώνει τις όποιες προσπάθειες για προσέγγιση, συνεννόηση και σύμπτωση των κοινοβουλευτικών κομμάτων σε κοινώς αποδεκτές προτάσεις για τα κοινώς αποδεκτά βασικά προβλήματα και μάλιστα με περιορισμένες μέχρι μηδενικές εναλλακτικές για τη λύση τους. Ήδη πληρώνουμε βαριές συνέπειες. Ας μη προσθέσουμε κι άλλες που κατά πως φαίνεται δεν θα είναι χειρότερες αλλά χείριστες…!