Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

Στέλιος Πέτσας : Πιο πολύ απ’ όλα, μας ανησυχεί η έκρηξη που υπήρξε στα κρούσματα διεθνώς το τελευταίο διάστημα.

Σημεία συνέντευξης του Υφυπουργού παρά τω Πρωθυπουργώ
και Κυβερνητικού Εκπροσώπου Στέλιου Πέτσα
στον τηλεοπτικό σταθμό «ΣΚΑΪ»
και τους δημοσιογράφους Δημήτρη Οικονόμου και Μαρία Αναστασοπούλου


Για τα αυξημένα κρούσματα κορονοϊού

Πιο πολύ απ’ όλα, μας ανησυχεί η έκρηξη που υπήρξε στα κρούσματα διεθνώς το τελευταίο διάστημα. Τις τελευταίες ημέρες είδαμε μία κατάσταση στη Γαλλία και το Ισραήλ που έδειξε ότι μέσα σε δύο-τρεις ημέρες πολλαπλασιάστηκαν τα κρούσματα. Στη Γαλλία, εκεί που θεωρούνταν είδηση τα 2.000-3.000 κρούσματα την ημέρα, ξαφνικά ξεπέρασαν τις 10.000. Στο Ισραήλ επιβλήθηκε lockdown. Οπότε, βλέποντας τα πολλά κρούσματα, στην Αττική ιδίως, αλλά και σε ορισμένες άλλες περιοχές της χώρας, θέλουμε να είμαστε πάντα μπροστά και όχι μετά από την καμπύλη. Θέλουμε να αποφύγουμε τα χειρότερα. Και τα χειρότερα, φυσικά, είναι ένα lockdown. Θέλουμε, πάνω απ’ όλα, να μην κινδυνεύουν οι συμπολίτες μας, να μην υποστεί το Σύστημα Υγείας μία τέτοια πίεση που δεν θα επιτρέπει στους συμπολίτες μας να έχουν τη φροντίδα που τους αξίζει.
Νομίζω ότι φτάσαμε εδώ από έναν συνδυασμό πολλών πραγμάτων. Το ένα είναι η χαλάρωση που παρουσιάστηκε όταν βγήκαμε, από το πρώτο κύμα της πανδημίας, σε πολύ καλύτερη κατάσταση απ’ όλες τις υπόλοιπες χώρες. Πολλοί θεωρούσαμε ότι ο κίνδυνος είχε ξεπεραστεί. Από τις αρχές Ιουλίου είχαμε αρχίσει να χτυπάμε το καμπανάκι του κινδύνου και μετά μια μεγαλύτερη καμπάνα. Τον Αύγουστο αναγκαστήκαμε να πάρουμε αυξημένα περιοριστικά μέτρα, πολύ επώδυνα σε συγκεκριμένα νησιά. Και όλη αυτή η πίεση άρχισε, όπως ήταν αναμενόμενο, μετά το τέλος του Καλοκαιριού, να μεταφέρεται στα αστικά κέντρα.
Για το ενδεχόμενο δεύτερου lockdown
Δεν είμαστε εκεί. Απλώς λέμε ότι χρειαζόμαστε να έχουμε όλες τις επιλογές στο τραπέζι. Ο Πρωθυπουργός ήδη από προχθές είχε ζητήσει από την Επιτροπή των Ειδικών να καταρτιστεί ένα σχέδιο πιθανών μέτρων, το οποίο θα ενεργοποιείται με έναν τρόπο σχετικά αυτοματοποιημένο, όταν βλέπουμε ότι τα επιδημιολογικά δεδομένα να χειροτερεύουν. Έχει πει επίσης ότι πρέπει να έχουμε τρία βασικά κριτήρια για τα όποια νέα μέτρα: Να είναι απλά, να είναι εφαρμόσιμα και να είναι εύκολο να ελεγχθούν. Η Επιτροπή των Ειδικών έχει προτείνει διάφορα εναλλακτικά μέτρα, τα οποία θα μπορούσαν να εφαρμοστούν, ανάλογα με την ένταση των επιδημιολογικών δεδομένων. Αυτό θα το δούμε στην πορεία.
Το πρόβλημα είναι μπροστά μας, είναι δυναμικό, εξελίσσεται και παίρνουμε πάντα τα μέτρα που χρειάζονται. Θα κάνουμε ό,τι χρειαστεί για να το αντιμετωπίσουμε. Δεν αποκλείουμε τίποτα. Δεν μπαίνει σε καμία ζυγαριά η προστασία της δημόσιας υγείας και της ανθρώπινης ζωής. Αυτό είναι το βασικό μας μέλημα. Στο αρχικό δίλημμα, μεταξύ οικονομίας και δημόσιας υγείας, είχαμε πει ότι δεν υπάρχει τέτοιο δίλημμα, είναι ψευτο-δίλημμα. Γιατί όταν αντιμετωπίζεις την υγειονομική κρίση, αντιμετωπίζεις και τις συνέπειες στην οικονομία.
Οι επόμενοι έξι μήνες μέχρι να φτάσουμε σ’ ένα περιβάλλον, που αρκετός κόσμος θα μπορεί να έχει εμβολιαστεί -αν όλα πάνε καλά- θα είναι δύσκολοι. Θα πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί.
Για το Σύστημα Υγείας
Αντιμετωπίζουμε ένα πρωτόγνωρο φαινόμενο. Κανείς δεν μπορεί να πει ότι έχει κάνει λάθος, όταν αντιμετωπίζει έναν τέτοιο εχθρό. Σημασία έχει πόσο γρήγορα ή πόσο αργά αντιδράς. Κι εμείς θέλουμε, για άλλη μία φορά, να προλάβουμε την ενδεχόμενη αύξηση των κρουσμάτων σε ένα επίπεδο που δεν θα δημιουργήσει πίεση στο Σύστημα Υγείας. Σε ό,τι αφορά τις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας, υπάρχει ένα ποσοστό πληρότητας στην Αττική, αλλά δεν είναι αυτό που μας ανησυχεί πρωτίστως, γιατί έχουμε τη δυνατότητα να τις αυξήσουμε. Και αυτό μπορεί να γίνει από τον σχεδιασμό που υπάρχει, λόγω της μεγάλης κινητοποίησης όλων των Ελλήνων και των δωρεών που έχουν γίνει στο Σύστημα. Ήδη, πολλές από τις Μ.Ε.Θ., οι οποίες προβλέπαμε να μπουν στο Σύστημα, μπαίνουν από τον Σεπτέμβριο, ενώ θα ακολουθήσουν κι άλλες τον Οκτώβριο. Δεν είναι αυτή η ανησυχία. Η ανησυχία είναι να μην ξεφύγει η διασπορά σε μεγάλο ποσοστό στην κοινότητα και να μην εμφανιστεί τέτοια πίεση στο Σύστημα Υγείας που δεν θα μπορεί να ανταποκριθεί.
Από το 2015 και μετά δεν είχαν γίνει προσλήψεις μόνιμου προσωπικού. Για να αντιμετωπίσουμε τις συνθήκες της πανδημίας προκηρύξαμε πολλές θέσεις έκτακτου προσωπικού και έχουν προσληφθεί πάνω από 6.800 άτομα, γιατροί και νοσηλευτές. Πολλοί από αυτούς, όπως είπε ο Πρωθυπουργός, θα βρουν μόνιμη θέση στο Σύστημα Υγείας, με επιπλέον μοριοδότηση στους διαγωνισμούς μονίμων θέσεων που θα ξεκινήσουν. Γιατί οι άνθρωποι, οι οποίοι μπήκαν στη μάχη με τον κορονοϊό πρέπει να επιβραβεύονται.

Για τις μάσκες στα σχολεία

Το θέμα είναι με τις μεγάλες μάσκες. Σταμάτησε η παραγωγή τους και γίνεται επαναδιατύπωση των προδιαγραφών για να προχωρήσει.

Η σύμβαση έγινε από την ΚΕΔΕ. Οι προδιαγραφές, όμως, δόθηκαν από την Επιτροπή των Ειδικών. Και γι’ αυτό το λόγο, από την πρώτη μέρα, η Γενική Γραμματεία Δημόσιας Υγείας, είπε ότι έγινε λάθος, σε σχέση με τον όρο «το τελικό προϊόν». Εκεί ήταν το ζήτημα.

Για τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς
Πρέπει να γνωρίζουν όλοι ότι στις επιχειρήσεις δικτύου -όπως είναι οι μεταφορές, η ενέργεια, οι τηλεπικοινωνίες- όταν κάποιος δεν κάνει επενδύσεις για πολλά χρόνια το καράβι δεν στρίβει εύκολα. Πρέπει να περάσει καιρός. Άρα, η απαξίωση του στόλου όλα τα προηγούμενα χρόνια δεν διορθώνεται σε μία μέρα. Έχουμε ανακοινώσει όμως, ήδη, εδώ και αρκετές εβδομάδες, ένα σχέδιο για την Αττική, αλλά και για τη Θεσσαλονίκη με συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, με προμήθεια νέων λεωφορείων μέσω leasing για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα. Από το τέλος Σεπτεμβρίου, αρχές Οκτωβρίου, θα είναι λίγο καλύτερα τα πράγματα. Προσπαθούμε με το υπάρχον προσωπικό και τα λεωφορεία να έχουμε μεγαλύτερη πυκνότητα δρομολογίων, σε σχέση με αυτή που είχαμε συνηθίσει. Αυτό γίνεται, αλλά δεν είναι ακόμα αρκετό.
Για την τουρκική προκλητικότητα
Ο ίδιος ο Πρωθυπουργός είπε -στη συνέντευξη Τύπου την Κυριακή- ότι δεν θα έχει αντίρρηση να συναντηθεί με τον κ. Ερντογάν, αρκεί να τηρούνται δυο προϋποθέσεις: Μία καλά προετοιμασμένη συνάντηση και εμπιστοσύνη. Για να χτιστεί εμπιστοσύνη πρέπει από κάπου να ξεκινήσουμε. Κανένα επίπεδο δεν αποκλείεται. Αρκεί να έχουμε έμπρακτη αποκλιμάκωση με συνέπεια και συνέχεια, όπως έχουμε πει. Δύο λοιπόν είναι οι βασικές προϋποθέσεις: Εμπιστοσύνη και καλά προετοιμασμένη επικοινωνία.