Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

«Ψάχνω την ομορφιά και τη θετικότητα μέσα στην πραγματικότητα», Gezim Hysa (Δήμος), Ζωγράφος

Ο Gezim Hysa (Δήμος) γεννήθηκε στο Belsh, Elbasan, Αλβανία, τον Μάρτιο του 1970. Και το ψευδώνυμο Δήμος έχει παρόμοια ιστορία σαν του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου, El Greco, που όταν πήγε στη Ισπανία ήταν δύσκολο να τον αποκαλούν με το κανονικό του όνομα αλλά εκείνος πάντα υπέγραφε Δομήνικος Θεοτοκόπουλος. Αποφοίτησε από το Λύκειο Καλών Τεχνών Ζωγραφικής στο Elbasan 1984-88. Από το 1991 μέχρι τώρα εργάζεται και ζει στην Ελλάδα και τα τελευταία 20 χρόνια στη Ρόδο. Η οικονομική κρίση τον οδήγησε στην… κουζίνα όπου συνεχίζει μέχρι και σήμερα να δραστηριοποιείται αλλά το πάθος και την αγάπη του για τη ζωγραφική δεν την έσβησε ποτέ κανείς.
Δεν έχει ακόμα στο ενεργητικό του μια προσωπική ή ομαδική έκθεση στην Ελλάδα. «από σεβασμό και αυστηρότητα προς την ίδια την τέχνη». Τα δύο τελευταία χρόνια προσκλήθηκε δύο φορές σε ομαδική έκθεση με άλλους καλλιτέχνες στα Τίρανα αλλά αρκετά από τα πορτρέτα του βρίσκονται σε διάφορα μέρη της Ελλάδας και του εξωτερικού.
Τώρα νοιώθει έτοιμος για τη δουλειά του και προσπαθεί στη Ρόδο για την πρώτη του ατομική έκθεση. Ο ίδιος ομολογεί:
«Αυτό που μετρά ως ζωγράφος να έχω, είναι το επίπεδο και η αξία της καλλιτεχνικής δημιουργίας και όχι η φιλοδοξία. Η φιλοδοξία είναι κάτι που δεν ζει για πολύ καιρό, κάποια στιγμή ξεχνιέσαι ενώ η αξία μπορεί να αργήσει να φανεί αλλά θα έχει ζωή και διάρκεια. Γι’αυτό το λόγο τόσα χρόνια δουλεύω σιωπηλός, χωρίς να κάνω θόρυβο, αφήνοντας την ίδια τη δουλειά μου να μιλάει. Ο χρόνος και οι ειδικοί της τέχνης θα μιλήσουν τελικά γι’αυτό που θα μείνει. Εμείς πρέπει μόνο να δουλεύουμε.»


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΜΑΙΡΗ ΓΚΙΩΝΗ – ΛΑΡΕΝΤΖΑΚΗ


«ΠΑΛΜΟΣ»: Σε ποιό περιβάλλον μεγαλώσατε; Πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια;
GEZIM HYSA: Μεγάλωσα μαζί με τα πέντε αδέρφια μου, μέσα στη ζεστασιά μιας μεσαίας οικογένειας, απ’όπου άντλησα αστείρευτα αποθέματα αγάπης, συνοχής και αλληλοϋποστήριξης.
Τα παιδικά μου χρόνια, από την εποχή που έχω μνήμες και μετά θα τα χαρακτήριζα χαρούμενα, με ανεμελιά. Η οικογένεια μου, αν και όχι ιδιαίτερα πλούσια, ήταν σε καλή οικονομική κατάσταση, χάρη σε δύο γονείς εργατικούς που υποστήριξαν ένα ήρεμο βιοτικό επίπεδο για την οικογένεια τους.
Βασικά υπήρξα ένα παιδί χαρούμενο, με όμορφες σχέσεις τόσο με τους φίλους όσο και με τους δασκάλους μου, που αργότερα έμελλε κάποιοι από αυτούς να αποτελέσουν μοντέλο για εμένα. Ένα παιδί, που στον ελεύθερο χρόνο του αγαπούσε να ασχολείται με τη ζωγραφική, όσο και με το διάβασμα εξωσχολικών βιβλίων, ίσως και η βάση για την μετέπειτα ενασχόληση μου με την Τέχνη.

«Π»: Πότε ήρθατε στην Ελλάδα και γιατί;
G.H.: Στην Ελλάδα ήρθα το 1991, στην ηλικία των 21 ετών. Το γιατί είναι πολύπλευρο, αφού από τη μια πλευρά το κομουνιστικό καθεστώς με την κλειστή του ιδεολογία μας στέρησε το όνειρο μιας τόσο καλύτερης ζωής, όσο και της εξέλιξής μας ως άνθρωποι σε πολλούς χώρους και γενικότερα αποτελούσε έναν εγκλωβισμό για το πνεύμα και τις δεξιότητες των ατόμων του, στον αντίποδα, η Ελλάδα ήταν το κοντινότερο μέρος για μια «απόδραση» σε κάτι πιο θετικό, όπου δέχτηκα κατανόηση και ανθρώπινη ζεστασιά.

«Π»: Πώς ήταν τα πρώτα χρόνια προσαρμογής εδώ;
G.H.: Κατά τον πρώτο ερχομό μου στην Ελλάδα, καταστάλαξα στην Κοζάνη, όπου ασχολήθηκα με τα καπνά. Οι άνθρωποι εδώ είχαν κατανόηση και με βοήθησαν να εγκλιματιστώ στην αλλαγή περιβάλλοντος ομαλά. Ας μην ξεχνάμε τον φόβο όλων εμάς των πολιτικών μεταναστών, που έκανε την ανθρώπινη κατανόηση που βρίσκαμε ζωτικής σημασίας για όλους εμάς. Στην Κοζάνη έμεινα τα έτη 1991-1992 και στη συνέχεια κατέβηκα στην Πάτρα όπου ασχολήθηκα με αγροτικές εργασίες και συγκεκριμένα εργάστηκα στην συγκομιδή ελιών και την παραγωγή λαδιού.
Σύντομα μου προτάθηκε να εργαστώ σε ένα εστιατόριο, όπου έμελλε τελικά να μάθω και την τέχνη του μαγειρέματος. Με μια δεξιότητα στην παρατήρηση και την δεκτικότητα της κάθε νέας γνώσης, σύντομα έγινα ο βασικός ψήστης στο εστιατόριο. Στην Πάτρα έμεινα έως το 1997, οπότε και έφυγα το 1998 για Ρόδο με σκοπό να εργαστώ σε αντίστοιχο πόστο που αργότερα τα τελευταία 15 χρόνια μάγειρας. Με μια παρένθεση ανάμεσα στο 1999-2000, που βρέθηκα να εργάζομαι σε αντίστοιχο χώρο στην Αγγλία (Coventry, London) η ζωή μου μέχρι και σήμερα συνεχίζεται στην Ρόδο.

«Π»: Επαγγελματικά ασχολείστε με τη μαγειρική. Είναι η δεύτερη αγάπη σας;
G.H.: Την μαγειρική την αγαπώ, όπως αγαπώ ο,τιδήποτε έχει την έννοια της δημιουργίας! Έγινε υπό κάποια έννοια το δεύτερο αγαπημένο χόμπυ μου. Άλλωστε αν αγαπάς την δημιουργία, την αγαπάς σε κάθε της έκφραση. Βασικά προέκυψε για βιοποριστικούς λόγους κατά την περίοδο που έζησα στην Πάτρα, αλλά με το χρόνο έγινε και πέρα από αυτό μια αγαπημένη ασχολία εκτός από βιοπορισμός.

«Π»: Πότε μπήκε στη ζωή σας η ζωγραφική;
G.H.: Τα πρώτα χρόνια του σχολείου, και μετά θυμάμαι τον εαυτό μου πάντα με ένα μολύβι στο χέρι. Τα πινέλα μπήκαν αργότερα στα χρόνια του Λυκείου Καλών Τεχνών 1984-88.

«Π»: Ποιό είδος ζωγραφικής αντιπροσωπεύει τα έργα σας;
G.H.: Λάτρης του Ιμπρεσιονισμού και του Ρεαλισμού, τα έργα μου θα έλεγα πως κινούνται ανάμεσα σε αυτά τα δύο ρεύματα.

«Π»: Ο δημιουργός ποιά θέματα λύνει μέσω της τέχνης του;
G.H.: Ένας δημιουργός έχει την ανάγκη να επικοινωνήσει με τους ανθρώπους γύρω του, όσο και με ολόκληρη την κοινωνία με τον ιδιαίτερο δικό του τρόπο. Έχει την ανάγκη να αποδώσει με τα έργα του την εσωτερική του οπτική και με αυτήν να αγγίξει τους ανθρώπους σε μια προσπάθεια να τους δώσει μια θετικότερη οπτική. Ουσιαστικά είναι μια προσπάθεια να δηλώσει την ουσία που αντιλαμβάνεται η ψυχή του και να προσεγγίσει τους ανθρώπους μέσα από την τέχνη. Άλλωστε η τέχνη δεν είναι ποτέ αποκομμένη από την προσωπική εσωτερικότητα του καλλιτέχνη.
Κάνοντας τέχνη, θεωρώ αφ’ ενός ότι είμαι ο εαυτός μου και αφ’ ετέρου τη θεωρώ μια δυνατότητα να δω και να αποδώσω την ολότητα του κόσμου με τα μάτια της ψυχής. Τέλος νοιώθω την τέχνη ως ένα μονοπάτι προς την αγάπη και τη θετικότητα.

«Π»: Σας ενδιαφέρει η πειστική μεταφορά του ορατού; Ή η μίμηση της πραγματικότητας;
G.H.: Ως δημιουργός, δεν είμαι αποκομμένος από τις εσωτερικές μου δομές. Δεν θα μίλαγα για μίμηση. Θα έλεγα πως ψάχνω το στοιχείο της ομορφιάς και της θετικότητας μέσα στην πραγματικότητα.

«Π»: Σε ποιό κοινό απευθύνονται τα έργα σας;
G.H.: Η τέχνη μου απευθύνεται σε όλες τις κοινωνικές ομάδες και ανθρώπους που μπορούν να δεχτούν την θετικότητα της τέχνης. Θα έλεγα σε όσους ψάχνουν και μαζί αντέχουν να δουν την οπτική της ομορφιάς της ζωής.

«Π»: Ποιούς ζωγράφους θαυμάζετε;
G.H.: Όπως ήδη προανέφερα κινούμαι ανάμεσα στον Ιμπρεσιονισμό και τον Ρεαλισμό. Επίσης έχω μελέτησει πολλούς δημιουργούς από την Αναγέννηση έως τώρα αλλά τα μάτια μου τολμώ να πω σταμάτησαν αρκετά σε κάποιους δημιουργούς, εμπνέομαι και θαυμάζω Rubens, Rembrandt, Delacroix, Manet, Mone, Cesane, Van Gogh,S argent, Sorolla, Freud. Συνοπτικά θα έλεγα πως σαν δημιουργός από τον καθένα κάτι μας δίδαξαν και πήραμε, με αποτέλεσμα στη δουλειά μου να βγαίνει ένα κράμα προσωπικών επιλογών, δίχως μια στείρα μίμηση, διατηρώντας πάντα την ειλικρίνεια της προσωπικής έκφρασης ψυχής μου, παραμένοντας ο αυθεντικός εαυτός μου.

«Π»: Τί σας εμπνέει;
G.H.: Ο Άνθρωπος.

«Π»: Ποιά τα αγαπημένα σας υλικά;
G.H.: Λάδι και Μολύβι – Κάρβουνο.

«Π»: Έργα σας έχουν διατεθεί σε πολλά μέρη της Ελλάδας. Ετοιμάζετε ατομική έκθεση;
G.H.: Σαφώς και είναι στα μελλοντικά μου σχέδια μια ατομική Έκθεση, που αν δεν έχει ακόμα υλοποιηθεί έχει περισσότερο να κάνει με την αυστηρότητα μου για την ποιότητα των έργων μου, που απαιτώ πάντα να έχει εξελικτική πορεία. Μετά από μια μακρά πορεία μελέτης και χρόνου επί καμβάδων και sketchbooks, σύντομα θα είμαι σε θέση να παρουσιάσω μια ολοκληρωμένη συλλογή, με τα υψηλά στάνταρτ που εγώ έχω επιλέξει.

«Π»: Είναι η τέχνη για όλους;
G.H.: Η τέχνη απευθύνεται σε όλους, βρίσκει αξία όμως μόνο σε αυτούς που είναι ουσιαστικά δεκτικοί της θετικής επιρροής της και εκτιμώντας την επιτρέπουν το φως και την ομορφιά στην ζωή τους!

«Π»: Πού και πώς δημιουργείτε τα έργα σας;
G.H.: Έχοντας ένα άλλο επάγγελμα ως το κύριο βιοποριστικό για την οικογένειά μου, ο χρόνος είναι αρκετά περιορισμένος, όπως συνήθως συμβαίνει με την καθημερινότητα πολλών δημιουργών. Το γεγονός αυτό όμως δεν μου στέρησε το πάθος και την αφοσίωση στο μεγάλο μου έρωτα, τη ζωγραφική, αφού με αυτή φροντίζω να γεμίζω ακόμα και την πιο μικρή ρωγμή του ελεύθερου χρόνου που βρίσκω.
Κατά κανόνα δημιουργώ στον γαλήνιο χώρο του ατελιέ μου στο σπίτι. Κατ’ υπέρβαση σε αρκετές από τις σύντομες ελεύθερες στιγμές της καθημερινότητας μου όπως και τώρα το καλοκαίρι στο εστιατόριο που δουλεύω έχω πάντα μαζί μου τo Sketchbook επίσης από τις σύντομες ελεύθερες στιγμές.
Το λυπηρό στη σημερινή κοινωνία, όπως θαρρώ ήταν και σε προγενέστερες εποχές, είναι ότι η συγκεκριμένη τέχνη, όπως και αρκετές άλλες είναι δύσκολο να αποτελέσει κύριο βιοποριστικό επάγγελμα. Ίσως και η δύναμη της να έγκειται στο γεγονός ότι για να βρεις τον χρόνο να ασχοληθείς, πρέπει να την αγαπάς πολύ! Πάντα προσπαθώ και κάνω αυτό που πρέπει να κάνω, όχι να ακουστώ ή να έχω δόξα αλλά να υπάρχω.

«Π»: Τί αγαπάτε;
G.H.: Την ομορφιά και κατ’ επέκταση ο,τιδήποτε μπορεί να σε οδηγήσει στην θετική και αισιόδοξη πλευρά της ζωής.

«Π»: Τί σας προβληματίζει;
G.H.: Το γεγονός που προανέφερα, σχετικά με την δυσχέρεια της τέχνης να υποστηρίξει βιοποριστικά την καθημερινότητα και η αντίστοιχη εμπορευματοποίησή της συχνά όταν τελικά αυτό επιτυγχάνεται.
Επιπροσθέτως το γεγονός ότι όλο και πιο συχνά, μορφές τέχνης αντικατοπτρίζουν βίαιες και σκοτεινές πλευρές της πιεσμένης και βιαστικής σημερινής κοινωνίας, αξίζει θεωρώ να σχολιαστεί. Η έννοια της οποιαδήποτε τέχνης θα έπρεπε να εξελίσσει τις κοινωνίες σε κάτι πιο ανθρώπινο και ουσιαστικό. Για το λόγο αυτό θεωρώ πως ο καλλιτέχνης φέρει ένα μέρος ευθύνης έναντι των μηνυμάτων που περνάει στην κοινωνία. Ο καλλιτέχνης πρέπει να αποστασιοποιείται της εμπορευσιμότητας του έργου του και της ανεξέλεγκτης προσωπικής προβολής και να προσπαθεί όσο το δυνατόν να μένει πιστός στην αυθεντικότητα της τέχνης. Αυτό άλλωστε αποτελεί και την προσωπική μου στάση.

«Π»: Πώς βιώνετε στη Ρόδο την κατάσταση με τον κορωνοϊό;
G.H.: Το χειμώνα βιώσαμε την πανδημία τον κορωνοϊό και τώρα την οικονομική κρίση. Στον τουριστικό τομέα είναι δραματική κατάσταση αυτό που βιώνουν όλοι εδώ στη Ρόδο με μια σεζόν που όπως το βλέπουμε θα κλείσει σύντομα.

«Π»: Εικαστικά σχέδια;
G.H.: Η πιθανότητα μιας σχολής εικαστικών στο μέλλον είναι μια δυνατή σκέψη. Παράλληλα υπάρχει πάντα και η σκέψη για σχετικά σεμινάρια και, όπως ήδη προανέφερα, η προοπτική μιας ατομικής έκθεσης.