Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

Επαγγελματικό μέλλον, του Βαγγέλη Ντάλη

Αυτή την εβδομάδα οι υποψήφιοι και υποψήφιες για τις ανώτερες και ανώτατες σχολές συμπλήρωσαν το μηχανογραφικό τους δελτίο, δηλαδή τη σειρά προτίμησης με την οποία επιθυμούν να εισαχθούν σε σχολές. Αν τα απαιτούμενα μόρια είναι αρκετά, εισάγονται στις σχολές πρώτης προτίμησής τους, ειδάλλως σε σχολές δεύτερης ή τρίτης προτίμησης. Πιθανά και στη σχολή της τελευταίας επιλογής τους. Πώς προκύπτει όμως η «προτίμηση»;

Σε λίγες περιπτώσεις τα παιδιά σπουδάζουν αυτό που θέλουν, την επιστήμη που αγαπάνε ή επιλέγουν την επαγγελματική προοπτική που θα τους ικανοποιούσε. Είτε γιατί δεν μπόρεσαν να επιτύχουν το στόχο τους είτε γιατί το «σκέφτηκαν αλλιώς», επιλέγουν σχολές με τις μεγαλύτερες πιθανότητες επαγγελματικής αποκατάστασης. Αυτές που οι μεγαλύτεροι, οι γονείς, οι καθηγητές τους ή κάποιοι ειδικοί τους λένε ότι είναι πιο «σίγουρες». Κρίνοντας κι αυτοί βέβαια από το οικονομικό περιβάλλον στο οποίο ζουν κι από τις εμπειρίες που έχουν. Από τις εμπειρίες όμως κι όχι από τις προβλέψεις για το μέλλον.
Γιατί μπορούν να γίνουν προβλέψεις για το μέλλον, π.χ. για το οικονομικό περιβάλλον της επόμενης δεκαετίας; Αν υπολογίσει κανείς ότι μεγάλοι οικονομικοί οργανισμοί, όπως το ΔΝΤ ή ο ΟΟΣΑ, πέφτουν συνέχεια έξω και κάθε χρόνο αναθεωρούν τις προβλέψεις τους, αν σχεφτεί κανείς ότι κυβερνήσεις δεν μπορούν να σχεδιάσουν και να εφαρμόσουν πιστά ένα πενταετές οικονομικό πλάνο, τότε ποιός μπορεί να πει ποιά επαγγέλματα θα έχουν ζήτηση στο μέλλον πέρα από ένα στενό ορίζοντα πενταετίας ή δεκαετίας;
Κανείς, δυστυχώς, μόνο μικρές ή επιμέρους προβλέψεις μπορεί να γίνουν. Όπως αυτή της όλο και μεγαλύτερης έκτασης χρησιμοποίηση των ρομπότ σε εργασίες κάθε άλλο παρά τυπικές και επαναλαμβανόμενες. Σε εργασίες όπου σήμερα θεωρούμε ότι μόνο το ανθρώπινο χέρι ή μυαλό μπορεί να κάνει.
Ποιός, για παράδειγμα, μπορεί να κάνει πειράματα σε εργαστήρια; Μα οι χημικοί, οι βιοχημικοί, οι βιολόγοι, οι γενετιστές, οι επιστήμονες των ιατρικών εργαστηρίων κλπ είναι η προφανής απάντηση στη χώρα μας. Στη χώρα μας, γιατί σε άλλες μια χαρά τα καταφέρνουν και τα ρομπότ. Μπορεί ένα ρομπότ δηλαδή να κάνει ένα σωρό τεστ με σκοπό να βρει έναν καταλύτη που θα επιταχύνει τις χημικές αντιδράσεις μέσα στις ηλιακές κυψέλες; Στο Πανεπιστήμιο του Λίβερπουλ μπορεί!
Οι επιστήμονες και μηχανικοί του Πανεπιστημίου του Λίβερπουλ, με επικεφαλής τον καθηγητή της Επιστήμης των Υλικών Άντι Κούπερ, το κατάφεραν. Ο Άντι Κούπερ έβαλε το ρομπότ να δουλεύει στο εργαστήριό του στη διάρκεια του «lockdown»! Είναι ο πρώτος ρομποτικός χημικός που κάνει μόνος του πειράματα στο εργαστήριο για ώρες! Τα πλεονεκτήματα προφανή. «Ο ρομπο-επιστήμονας δεν βαριέται, δεν κουράζεται, εργάζεται όλο το 24ωρο και δεν χρειάζεται διακοπές. Μπορεί εύκολα να εξετάσει χιλιάδες δείγματα. Έτσι εξασφαλίζω χρόνο για να εστιάσω στην καινοτομία και σε νέες λύσεις» λέει ένας άλλος ερευνητής του ίδιου εργαστηρίου, ο Μπέργκερ.
Τέτοια ρομπότ μπορούν επίσης να αναλάβουν πιο επικίνδυνα για τους ανθρώπους πειράματα, π.χ. σε ακραίες εργαστηριακές συνθήκες ή κάνοντας χρήση πιο τοξικών ουσιών. «Η Covid-19 ή η κλιματική αλλαγή αποτελούν προβλήματα που χρειάζονται πραγματικά διεθνή συνεργασία. Έτσι το όραμά μας είναι να έχουμε ρομπότ σαν κι αυτό σε όλον τον κόσμο, τα οποία θα είναι συνδεδεμένα με έναν κεντρικό εγκέφαλο που μπορεί να βρίσκεται οπουδήποτε. Δεν το έχουμε κάνει ακόμη, απλώς έχουμε φτιάξει το πρώτο ρομπότ προς το παρόν, αλλά είναι σαφώς αυτό που θα θέλαμε να κάνουμε μελλοντικά» ανέφερε ο Κούπερ.
Το κατά πόσον οι επιστήμονες θα πρέπει να ανησυχούν ότι τέτοια ρομπότ – ιδίως αν βελτιωθούν κι άλλο – θα τους «κλέψουν» θέσεις εργασίας θα το δείξει το μέλλον. Πάντως, το εντυπωσιακότερο όλων είναι ότι ο ρομπο-χημικός προγραμματίζεται στην αρχή και στη συνέχεια μαθαίνει μόνος του από την εμπειρία του και έτσι αυτοβελτιώνεται! Ένα ρομπότ δηλαδή που όχι απλά εκτελεί προγραμματισμένες εργασίες αλλά έχει την ικανότητα να διορθώνει «λάθη» και πιθανά να παίρνει «πρωτοβουλίες» σε εργασίες που έχει εμπειρία!
Δεν είναι από ταινία επιστημονικής φαντασίας όλα αυτά. Είναι πραγματικότητα στο εργαστήριο και σε λίγα χρόνια θα είναι και στην κοινωνία. Θα εργάζονται δίπλα μας. Μπορεί λοιπόν να κάνει κάποιος πρόβλεψη για επαγγέλματα;
Θα σκέφτονται όμως; Την απάντηση εδώ επιχειρεί να δώσει ένα άλλο εργαστήριο. Αυτό του Πανεπιστημίου Στάνφορντ στην Καλιφόρνια. Οι ερευνητές του ανακοίνωσαν ότι δημιούργησαν, για πρώτη φορά, μία βιοϋβριδική τεχνητή σύναψη εγκεφάλου που μπορεί να επικοινωνήσει με τα ζωντανά εγκεφαλικά κύτταρα. Tο 2017 είχαν παρουσιάσει μία ηλεκτρονική συσκευή από οργανικά υλικά, η οποία αποτελούσε μία τεχνητή μορφή σύναψης, δηλαδή του συνδέσμου ανάμεσα στα εγκεφαλικά κύτταρα (νευρώνες). Το 2019, εννέα τέτοιες τεχνητές συνάψεις είχαν συνδυαστεί σε μία ενιαία διάταξη, που μπορούσε να προγραμματιστεί από κοινού, ώστε να μιμείται την παράλληλη λειτουργία του εγκεφάλου.
Τώρα, οι ερευνητές του Στάνφορντ, σε συνεργασία με συναδέλφους τους από το Ιταλικό Ινστιτούτο Τεχνολογίας και το ολλανδικό Πανεπιστήμιο του Αϊντχόβεν, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό για νέα υλικά «Nature Matierals», έδειξαν ότι η πρώτη βιοϋβριδική τεχνητή σύναψη είναι δυνατό να δουλέψει σε συνεργασία με πραγματικά ζωντανά κύτταρα και να επικοινωνήσει μαζί τους.
«Η μελέτη μας δείχνει τη μοναδική δύναμη των νέων υλικών που μπορούν να αλληλεπιδρούν με τη ζώσα ύλη. Τα ζωντανά κύτταρα δεν έχουν πρόβλημα να συνεργαστούν με το μαλακό πολυμερές υλικό της τεχνητής σύναψης. Αλλά η συμβατότητα πηγαίνει ακόμη παραπέρα, καθώς τα νέα υλικά εργάζονται με τα ίδια μόρια που οι νευρώνες χρησιμοποιούν στη φύση» δήλωσε ο καθηγητής Επιστήμης και Μηχανικής των υλικών του Στάνφορντ, Αλμπέρτο Σαλέο.
Αυτό έχει αποτέλεσμα, ενώ άλλες νευροσυσκευές να χρειάζονται αποκλειστικά ένα ηλεκτρικό σήμα για να ανιχνεύσουν και να επεξεργαστούν τα μηνύματα του εγκεφάλου, στην περίπτωση της νέας τεχνητής σύναψης η επικοινωνία της με τα ζωντανά εγκεφαλικά κύτταρα γίνεται με πιο φυσικό τρόπο μέσω ηλεκτροχημείας, καθώς το υβριδικό υλικό λαμβάνει μηνύματα από τα γειτονικά κύτταρα σαν να ήταν νευρώνας και το ίδιο. «Δείξαμε ότι είναι δυνατή η φυσική επικοινωνία που εμπλέκει τόσο τη χημεία όσο και τον ηλεκτρισμό. Είναι το πρώτο μικρό βήμα για μία πραγματική διεπαφή εγκεφάλου-μηχανής» ανέφερε ο δρ Σαλέο. Τέτοιες διεπαφές μελλοντικά θα δοκιμαστούν στην ιατρική, τη νευροεπιστήμη και σε άλλα πεδία.
Ποιά άλλα πεδία έρευνας και τεχνολογίας θα αναδειχθούν στο μέλλον δεν είναι προβλέψιμο. Τα μάτια και τα αυτιά μας πρέπει να έχουμε ανοιχτά. Να ενημερωνόμαστε συνεχώς και να μην επαναπαυόμαστε σε καμία σιγουριά. Τότε το μέλλον μας αντί να μας φοβίζει θα γίνει πιο συναρπαστικό!