Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

Ιθαγενείς υποδέχονται τουρίστες, του Βαγγέλη Ντάλη

Ιθαγενείς την εποχή της αποικιοκρατίας, υποδέχονται. Αυτή την εικόνα θύμισε η επίσημη έναρξη της τουριστικής περιόδου με υποδοχές των πρώτων τουριστών στα αεροδρόμια της χώρας. Λύρες και νταούλια, φολκλορικά χορευτικά, αεροπλάνα που προσγειώνονται κάτω από πίδακες νερού.

Είπαμε ότι έχουμε ανάγκη τον τουρισμό και το συνάλλαγμα ή το ευρώ αλλά όχι κι έτσι. Να δουλέψουν τα νησιά μας, τα ξενοδοχεία κι όλος ο κλάδος του τουρισμού και οι παράπλευροί του αλλά υπάρχει κι η αξιοπρέπεια. Όταν βάζεις βρακοφόρους Κρητικούς να χορεύουν στα αεροδρόμια για να υποδεχτούν ανθρώπους που ήρθαν στη χώρα απλά για διακοπές και το μόνο που περιμένεις από αυτούς είναι να αφήσουν κάποια χρήματα, ε, τότε ξεβρακώνεσαι.
Όταν υποδέχεται τις πτήσεις τσάρτερ σε κάθε μεγάλο αεροδρόμιο είτε ο ίδιος ο υπουργός τουρισμού, είτε ο υφυπουργός είτε άλλοι κυβερνητικοί ή τοπικοί αξιωματούχοι τότε μάλλον λιγούρης δείχνεις κι όχι φιλόξενος. Με αποκορύφωμα την απίστευτη πτήση τσάρτερ με Σουηδούς δημοσιογράφους οι οποίοι θα προσγειώνονταν στο αεροδρόμιο της Ρόδου και οι κρατικοί αξιωματούχοι θα τους ξεναγούσαν ώστε να προβάλουν τη χώρα μας και τις ομορφιές στο εξωτερικό. Ήρθε, μόνο που από το αεροπλάνο αποβιβάστηκαν απλοί Σουηδοί τουρίστες και κανένας δημοσιογράφος!
Καταλαβαίνω τους επαγγελματίες που περιμένουν πώς και πώς τους πελάτες μήπως και σώσουν οικονομικά τη χρονιά η οποία έχει χαθεί κατά το ήμισυ. Καταλαβαίνω και το κιτς στα Βλάχικα της Βάρης και τον τσολιά-κράχτη, ο οποίος μέσα στο κατακαλόκαιρο ιδρώνει μέσα στη ζεστή φορεσιά. Για το μεροκάματο αγωνίζεται. Και τους ιδιοκτήτες των λίγων μικρών rooms to let. Για να ζήσουν παλεύουν όταν κάνουν τα φολκλορικά τους. Στο κάτω-κάτω δεν με εκπροσωπούν, τη δικιά τους αισθητική προβάλλουν.
Δεν καταλαβαίνω το ελληνικό κράτος. Γιατί αυτό με εκπροσωπεί, θέλω δε θέλω. Δεν θέλω λοιπόν να με ξεφτιλίζει παρουσιάζοντάς με ως ιθαγενή που υποδέχεται αποικιοκράτες. Κι οι Τούρκοι κάνουν τεμενάδες στους πελάτες τους. Αλλά έχουν μεγαλώσει με τη μουσουλμανική κουλτούρα της υποταγής. Είναι εθελόδουλοι και λυγίζουν τη μέση τους στους πασάδες και στον κάθε ισχυρό. Στον κάθε έναν που θα τους πληρώσει. Τέτοιοι είμαστε κι εμείς; Πλασάρουμε στους τουρίστες αρχαίο πνεύμα, κουλτούρα, πολιτισμό και αποβιβαζόμενοι στα αεροδρόμια βλέπουν ανατολίτες να κάνουν τούμπες – κι όχι μόνο χορευτικές – στα ευρώ τους. Ειδικά στην Κρήτη, ποιός τουρίστας απέκτησε την αίσθηση ότι αποβιβάστηκε στο νησί της λεβεντιάς και του Καζαντζάκη κι όχι στη Χονολουλού της Μεσογείου, με τα χούλα-χουπ και τα στεφάνια στο λαιμό των τουριστών;
Μα είμαστε φιλόξενος λαός, θα αντιτείνει κάποιος… Η φιλοξενία είναι άδολη. Οι αρχαίοι Έλληνες προσέφεραν στέγη και φαγητό στον ξένο που περνούσε από τα μέρη τους για όσο χρονικό διάστημα χρειαζόταν αυτός να ανακτήσει δυνάμεις και να συνεχίσει το ταξίδι του. Εμείς ακόμα έχουμε νωπές φωτογραφίες και τηλεοπτικά πλάνα δημάρχων που κατέβαζαν φορτηγά στα λιμάνια για να μην μπορέσουν να αποβιβαστούν οι πρόσφυγες-εισβολείς, τοπικών αρχόντων που οργάνωναν συλλαλητήρια εκδίωξης των προσφύγων και άλλα θλιβερά. Όχι ότι όλοι αντέδρασαν έτσι. Υπήρξαν και άνθρωποι που άνοιξαν τα σπίτια τους, τις αυλές τους ή έστω τις αγκαλιές τους για τα μικρά προσφυγόπουλα. Οι υπόλοιποι όμως έχουν να επιδείξουν μια «φιλοξενία» συμφέροντος. Υποδοχές για όσους φέρνουν ευρώ, θαλασσοτσακίσματα για τους κατατρεγμένους. Φιλοξενία αλά καρτ δηλαδή. Για την ακρίβεια, αλά cash card…
Κι οι περιφερειάρχες κι οι υπουργοί πήγαν να διαφημίσουν τί; Τον τουρισμό που είναι κατά το μεγαλύτερο μέρος του πλέον εξαρτημένος από τα μεγάλα τουριστικά πρακτορεία του εξωτερικού; Αυτά που πληρώνουν σε ξενοδόχους ένα μικρό κλάσμα από ό,τι πληρώνει οποιοσδήποτε κλείσει δωμάτιο μόνος του; 20 ευρώ ο Ευρωπαίος που θα έρθει με την TUI, 120 ευρώ ο Έλληνας που θα κλείσει μόνος του δωμάτιο;
Η Ελλάδα πλήρωσε το μεγαλύτερο οικονομικό κόστος από όλες τις ευρωπαϊκές χώρες εξαιτίας της πανδημίας. Η διαφημιζόμενη «τουριστική βιομηχανία» μας αποδείχτηκε ότι δεν είναι και τόσο βαρειά όσο διαλαλούνε. Κυρίως δεν είναι βιομηχανία. Ήρκεσε ένα δίμηνο lock-down για να καταρρεύσει. Γιατί δεν έχει ισχυρές βάσεις. Στηρίζεται σε αποικιοκρατικού χαρακτήρα συμφωνίες με ξένες εταιρείες, είτε είναι αεροπορικές, είτε τουριστικά γραφεία, είτε διαδικτυακοί ατζέντηδες. Ε, αυτού του είδους το μοντέλο, αντί να το αλλάξουμε με την ευκαιρία της υγειονομικής κρίσης, εμείς το ενισχύουμε με φολκλορικού τύπου φιέστες.
Κανένας κυβερνητικός παράγοντας του τουρισμού δεν προβληματίστηκε από το γεγονός ότι τα πρώτα αεροπλάνα που προσγειώθηκαν μετέφεραν τουρίστες που κατευθύνονταν σε all-inclusive ξενοδοχεία. Αυτά στα οποία ο τουρίστας τρώει, πίνει και γλεντάει μέσα στο ξενοδοχείο μην αφήνοντας ευρώ στην τοπική αγορά. Τα χρήματα τα προπλήρωσε στη χώρα προέλευσής του κι εκεί έχει μείνει το μεγαλύτερο μέρος τους. Στην Ελλάδα φτάνουν μικροποσά. Τουλάχιστον ανοίγουν θέσεις εργασίας θα πει κάποιος, αφελώς. Ναι κακοπληρωμένες θέσεις σε συνθήκες γαλέρας, γι’ αυτό και οι περισσότερες καλύπτονται από έχοντες μεγαλύτερη ανάγκη αλλοδαπούς. Παρ’ όλα αυτά κυβερνητικοί παράγοντες διαγκωνίζονται στην εξυπηρέτηση «επενδυτών» των all inclusive, καταστρέφουν φυσικά τοπία για να τους δώσουν άδειες οικοδόμησης και τους παραχωρούν μεγάλες εκτάσεις παραλίας, δημόσιας περιουσίας δηλαδή για να απολαμβάνουν οι πελάτες τους τις «ελληνικές ομορφιές». Κυβερνητικές «ομορφιές» αποικιοκρατικής νοοτροπίας κυβερνήσεων.
Το 1967, που όλοι ξέρουμε τι έγινε στην Ελλάδα, κυκλοφόρησε μια ταινία του τότε «ελληνικού κινηματογράφου». Το «Καλώς ήρθε το δολάριο». Το σενάριο, ως συνηθίζονταν, απλοϊκό αλλά με νόημα και πολλές ηθικοπλαστικές προεκτάσεις:
Με αφορμή την άφιξη του 6ου Αμερικανικού Στόλου στο λιμάνι του Πειραιά, ο ντροπαλός και αξιοπρεπής λογιστής και καθηγητής Αγγλικών, Φίλιππος Αγγελούτσος θα αναγκαστεί, προκειμένου να συμπληρώσει το πενιχρό εισόδημά του, να δεχτεί την πρόταση της «μαντάμ» Φούλης να παραδώσει μαθήματα Αγγλικών στα «κορίτσια» του μπαρ Blue Black της Τρούμπας που διευθύνει. Ο Φίλιππος, ευυπόληπτος υπάλληλος αλλά με μεγάλη ανάγκη των χρημάτων δέχεται. Όταν έρχεται επιτέλους ο στόλος, ο Σταύρος, ιδιοκτήτης του μπαρ, αντιμετωπίζει πρόβλημα στην προσέλκυση των ναυτών στο μαγαζί και απευθύνεται και πάλι στο Φίλιππο για βοήθεια…
Έχουν περάσει 53 χρόνια από τότε. Ή όχι;