Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

«Για να πετύχεις πρέπει να συγκεντρώνεσαι σε σένα και στη δική σου πορεία», Αλεξία Βουλγαρίδου, Υψίφωνος

Γεννήθηκε στην Καβάλα. Σπούδασε πιάνο στο Δημοτικό Ωδείο της Καβάλας με τον Aθανάσιο Βασιλειάδη. Παράλληλα με σπουδές στη Νομική Σχολή Αθηνών σπούδασε πιάνο, τραγούδι και θεωρητικά στο Εθνικό Ωδείο Αθηνών. Το 1992 άρχισε μαθήματα με την Δάφνη Ευαγγελάτου στην Ανώτατη Ακαδημία Μουσικής του Μονάχου, από όπου και αποφοίτησε με μάστερ και διάκριση. Υπήρξε μέλος του Στούντιο Όπερας της Κρατικής Όπερας της Βαυαρίας και εξέχων μέλος του Εθνικού Θεάτρου του Μάνχαϊμ.

Πρωτοεμφανίστηκε στο Μόναχο ως Σουζάννα [Οι γάμοι του Φίγκαρο/Le nozze di Figaro] υπό τον Σερ Κόλιν Ντέιβις. Συμμετείχε ως σολίστ στην πρώτη παγκόσμια εκτέλεση του έργου μουσικού θεάτρου Δύναμη Λειτουργία Άνθρωπος [Macht Masse Mensch] του Σαντίπ Μπαγκβάτι.
Ξεκίνησε διεθνή σταδιοδρομία στο Φεστιβάλ του Μπρέγκεντζ ως Μιμή [Μποέμ/La bohème] δίπλα στον τενόρο Ρολάντο Βιγιασόν, ρόλο που ερμήνευσε επίσης σε Γενεύη, Ανκόνα, Λουξεμβούργο, Τενερίφη, Μόναχο, Αμβούργο, Βερολίνο και στο Φεστιβάλ Πουτσίνι του Κλάγκενφουρτ.
Έχει τραγουδήσει Βιολέτα [Τραβιάτα/La traviata/Η παραστρατημένη] σε Μπορντώ, Αννόβερο, Αθήνα και Κάσσελ, Άννα Μπολένα στην ομώνυμη όπερα (Τορίνο), Δυσδαιμόνα [Οθέλλος/ Otello] στο Αμβούργο, Μανόν Λεσκώ στην ομώνυμη όπερα (Σεβίλλη, Σκάλα του Μιλάνου), Μαργαρίτα [Φάουστ/Faust] σε Ρώμη, Βασιλεία, Φεστιβάλ της Ραβέννας, Αντίνα [Το ελιξίριο του έρωτα/L’elisir d’amore], Λουτσία ντι Λαμμερμούρ στην ομώνυμη όπερα, Παμίνα [Ο μαγικός αυλός /Die Zauberflöte] κ.ά.
Έχει συνεργαστεί με μαέστρους όπως οι Ρικάρντο Μούτι (Μεφιστοφελής/Mefistofele, Ρέκβιεμ Βέρντι), Ζούμπιν Μέτα (Τουραντότ/Turandot), Λορίν Μαζέλ (Κάρμεν/Carmen), Γκουστάβο Ντουνταμέλ κ.ά. Έχει ηχογραφήσει/βιντεοσκοπήσει τις όπερες Η μεγαλοψυχία του Τίτου [La clemenza di Tito], Το χελιδόνι [La rondine], Διάλογοι καρμηλιτισσών [Dialogues des carmelites]. Στην ΕΛΣ εμφανίστηκε ως Παμίνα (2000/01), Βιολέττα (2001/02), Μαργαρίτα (Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, 2011/12) και Δυσδαιμόνα (Ωδείο Ηρώδου Αττικού, 2013/14).


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΜΑΙΡΗ ΓΚΙΩΝΗ – ΛΑΡΕΝΤΖΑΚΗ


«ΠΑΛΜΟΣ»: Σε ποιό περιβάλλον μεγαλώσατε; Πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια;
ΑΛΕΞΙΑ ΒΟΥΛΓΑΡΙΔΟΥ: Μεγάλωσα σε μια οικογέενια που μας πλαισίωνε με αγάπη και αξίες. Ο πατέρας μου είχε τις δυνατότητες να σπουδάσει αλλά ήθελε το εμπόριο από μικρός. Με αγώνα και ατέλειωτη δουλειά, επιμονή και υποστήριξη της μητέρας μου, έφτιαξε ένα μικρό βασίλειο! Ωστόσο εμείς μεγαλώσαμε με την αίσθηση του μέτρου. Σπατάλες και ανόητες επιδειξιομανίες δεν είχαν μέρος στη ζωή μας. Αντίθετα ό,τι είχε σχέση με τη μόρφωση, την άθλησή μας, τις τέχνες και τις γλώσσες, ήταν ένα «πρέπει». Η μητέρα μου, που είχε το …απωθημένο να γίνει γιατρός αλλά δεν της το επέτρεψαν τότε οι συνθήκες, γαλούχησε εμένα και τα δυο αδέλφια μου με τη νοοτροπία ότι μόνο η μόρφωση ανοίγει πόρτες. Για εκείνην, τη μητέρα μου, το πανεπιστήμιο ήταν ανώτερο από κάθε τί αλλο, ακόμη και από τα χρήματα. Έτσι βρέθηκα να μαθαίνω πιάνο στο Δημοτικό Ωδείο Καβάλας.
Έτσι ήταν τα παιδικά μου χρόνια, ένα ατέλειωτο τρέξιμο: Γαλλικά, ωδείο, σχολείο, κλασικός χορός, κολυμβητήριο. Ζούσα σ’έναν κόσμο που σιγά σιγά έπλαθα και οργνάνωνα μέσα μου. Μέσα σε αυτόν τον κόσμο δεν έβαζα πάρτυ, ρούχα, παρέες. Ναι ήμουν διαφορετική, το ήξερα και δεν με πείραζε καθόλου που δεν ήμουν στα πηγαδάκια στο προαύλιο.

«Π»: Πώς προέκυψε το λυρικό τραγούδι;
ΑΛ.Β.: Στα 15 μου ξεκίνησα μονωδία στο καινούργιο τμήμα που είχε ανοίξει στο Δημοτικό Ωδείο. Ενθουσιάστηκα! Αυτό που ένοιωσα ήταν μια αίσθηση μοναδική! Από κει και πέρα, όλα βάδιζαν προς μία και μόνο κατεύθυνση μέσα μου. Πέρασα Πανεπιστήμιο στην Αθήνα αλλά το πάθος μου για την Όπερα μεγάλωνε όλο και περισσότερο. Δεν έβλεπα την ώρα να τελειώσει η παράδοση στη Σόλωνος για να τρέξω στη Λυρική στην Ακαδημίας να δω παραστάσεις…

«Π»: Σε ποιά ηλικία πρωτοεμφανιστήκατε στη σκηνή και ποιά τα συναισθήματά σας;
ΑΛ.Β.: Η πρώτη μου εμφάνιση στη σκηνή, ως φοιτήτρια, ήτανε στο Μόναχο, στο ρόλο της Σουζάνα στους «Γάμους του Φίγκαρο». Η αίσθηση ότι πρέπει να τα δώσω όλα, όλη μου την ψυχή, την ύπαρξη… τότε όλα μου τα ιδανικά άρχισαν να βγάζουν ρίζες, να πετάνε δειλά δειλά φύλλα. Ένοιωθα μια ευγνωμοσύνη και παράλληλα μια ευθύνη απέναντι στο έργο, στον συνθέτη.

«Π»: Σας βοήθησε το οικογενειακό σας περιβάλλον στην απόφασή σας να ασχοληθείτε «επαγγελματικά», να το πω βιοποριστικά, με το λυρικό τραγούδι;
ΑΛ.Β.: Ξημέρωμα διάβαζα στο φοιτητικό μου διαμέρισμα στην Αθήνα. Ξαφνικά κάτι έγινε μέσα μου. Ήξερα ότι θέλω να κάνω και θέλω να είμαι ένα μόνο πράγμα στη ζωή μου: Τραγουδίστρια της Όπερας! Έκλεισα το βιβλίο, το πρωί τηλεφώνησα στο σπίτι μου και ανακοίνωσα ότι θέλω να φύγω στο εξωτερικό να συνεχίσω εκεί με τις μουσικές σπουδές μου. Η οικογένειά μου με στήριξε απόλυτα και οικονομικά και ηθικά.

«Π»: Πώς ήταν οι σπουδές σας στην Ελλάδα και πώς τις σχολιάζετε συγκριτικά με τις σπουδές στο εξωτερικό;
ΑΛ.Β.: Στην Ελλάδα ένοιωθα ότι δεν καλύπτω την δίψα μου, τις ανάγκες μου, τη φωτιά που με έκαιγε. Σαν όλα να ήταν επιφανειακά. Εγώ ήμουν ένα παιδί από την επαρχία, φορτωμένη με όνειρα πολλά και λάμβανα μόνο το μισάωρο του Ωδείου και την αίσθηση ότι «άστο καλύτερα…». Ένοιωθα πως αυτοί δεν ήταν όροι για μια Βουλγαρίδου. Ήθελα να με φτάσω στο άκρο, να με στείλω μακριά. Μετά από πληροφορίες και ενημέρωση από έναν καλό φίλο, έδωσα εξετάσεις στην Ακαδημία του Μονάχου. 700 αιτήσεις για 6 θέσεις. Μία από αυτές ήταν δική μου!
Εκεί γνώρισα λοιπόν τί θα πει πειθαρχία, τεχνική, έλεγχος. Τα έσβησα όλα με θάρρος και ξεκίνησα ουσιαστικά από την αρχή. Σε ένα κράτος που δεν συμπαθούσα, δεν το είχα στην καρδιά μου. Η μουσική όμως με έκανε να παραβλέπω. Για μένα, η οικογένειά μου, η πατρίδα μου είναι πάντα αυτή.

«Π»: Τί κρατήσατε από τους δασκάλους σας ως συμβουλή και τί θα λέγατε εσείς στους νέους καλλιτέχνες;
ΑΛ.Β.: Είχα την τύχη να είμαι μαθήτρια της Δάφνης Ευαγγελάτου. Μελετούσαμε τεχνική, μουσική εκτέλεση. Άκουγα τους συμμαθητές μου, μάθαινα, θαύμαζα, ερωτευόμουνα κάθε μέρα πιο πολύ το μυστήριο της ανθρώπινης φωνής. Μέσα από τα πολλά που μου είπε ήταν κι αυτό που με κράτησε συχνά σε ισορροπία και το λέω και εγώ στους μαθητές μου: Να μην κοιτάζω δεξιά και αριστερά. Να συγκεντρώνομαι σε μένα και στη δική μου πορεία.

«Π»: Στο δύσκολο χώρο του λυρικού τραγουδιού, ποιά εφόδια χρειάζεται ο καλλιτέχνης;
ΑΛ.Β.: Η τεχνική σε μόνιμη βάση. Είναι το αλφαβητάριό μας. Χωρίς την τεχνική δεν μπορούμε να εκτελέσουμε ελεύθερα. Η απόδοση κάπου φρενάρει και πάντα πρέπει να τρέχουμε πίσω της. Το σώμα μας αλλάζει με τις εμπειρίες, το πέρασμα του χρόνου και μαζί με αυτές τις αλλαγές, αλλάζει και η φωνή, μεταβάλλεται. Περνάμε διάφορες κρίσεις, κούραση, αρρώστιες… πρέπει να είμαστε λοιπόν σε θέση να ισορροπούμε πάντα το «φωνητικό μας όργανο», να το προσαρμόζουμε και να το εξελίσσουμε.
Επίσης, πιστεύω ότι είναι πολύ σημαντικό να είμαστε σε αρμονία με τον εαυτό μας. Η ζωή του τραγουδιστή είναι μοναχική και παράλληλα είναι εκτεθειμένη στις συνεχείς κριτικές. Ισορροπία και εσωτερική δύναμη είναι απαραίτητα όπλα!

«Π»: Ποιός είναι ο αγαπημένος σας συνθέτης και ποιά έργα θα θέλατε να ερμηνεύσετε;
ΑΛ.Β.: Αγαπημένος μου συνθέτης είναι ο Πουτσίνι και ακολουθεί ο Στράους. Θα ήθελα πολύ να προσθέσω στο ρεπερτόριό μου τη «Σαλώμη», ένα ρόλο που μέχρι τώρα απέφευγα γιατί δεν ένοιωθα ώριμη να τον αγγίξω.

«Π»: Μιλήστε μας για την αλληλεπίδραση με την ορχήστρα και το κοινό.
ΑΛ.Β.: Πριν φτάσουμε στην τελική φάση, που είναι η συνάντηση με την ορχήστρα, υπάρχει μια μεγάλη συνήθως περίοδος προετοιμασίας, με πάρα πολλές ώρες προβών που γίνονται με πιάνο. Είναι σαν να σκαρφαλώνεις ένα βουνό και όταν φτάσεις στην κορυφή, που είναι φυσικά οι παραστάσεις με ορχήστρα και το κοινό να σε παρακολουθεί, να απολαμβάνεις ένα υπέροχο τοπίο! Κι αν είσαι σε φόρμα και έχεις μια καλή βραδιά, τότε αγγίζεις την ευτυχία σε όλο της το μεγαλείο!

«Π»: Ποιές είναι οι απαιτήσεις για τη φυσική σας κατάσταση και τί θυσίες χρειάζονται;
ΑΛ.Β.: Η ζωή ενός τραγουδιστή είναι ένας ατέλειωτος αγώνας. Δεν σταματάει ποτέ γιατί ζούμε, κοιμόμαστε, ξυπνάμε μαζί του, κλαίμε μαζί του και γελάμε μαζί του, τρώμε, πίνουμε μαζί του. Είναι το σώμα μας το ίδιο που εάν δεν το προσέξουμε, δεν το εκπαιδεύσουμε, δεν το κρατήσουμε σε συνεχή φόρμα, θα μας προδώσει. Μιλάω πάντα για έναν τραγουδιστή που θέλει να κάνει μια διεθνή, ας το πούμε, καριέρα. Δεν χωράνε στη ζωή μας οι δικαιολογίες. Υπάρχει ένα συνεχές «πρέπει» το οποίο, βέβαια, χάνεται μέσα στην τόση αγάπη που έχουμε για τη σκηνή.
Όλα τα καινουργια που ακούω και βλέπω να λέγονται κατά καιρούς από τις νέες γενιές, είναι για μένα λόγια του αέρα. Δεν είμαστε κοινή θνητοί, όχι γιατί είμαστε καλύτεροι, αλλά γιατί φέρουμε μια τεράστια ευθύνη απέναντι στη σωματιή μας υγεία. Εάν βγω και ξενυχτήσω, εάν πιω ή αν φωνάξω πριν από μια παράσταση, δεν θα τραγουδίσω καλά, είναι βέβαιο. Ίσως για μια φορά να τα καταφέρω, όχι όμως για μια πορεία διεθνή, που σημαίνει ότι σήμερα τραγουδάς στην Ιαπωνία και μεθαύριο στο Σίδνεϊ.
Σήμερα, η παγκοσμιοποίηση και η ευκολία μετακίνησης έχον δυστυχώς φέρει πολλά αρνητικά στο χώρο μας. Επίσης, οι εικόνες που προβάλλονται πλέον έχουν κάνει πιο δύσκολη τη ζωή μας: πρέπει να τραγουδάς όπως σε έχουν ακούσει στο διαδίκτυο και να έχεις και εμφάνιση μοντέλου. Εκεί που θέλω να καταλήξω είναι πως, ναι, οι δυσκολίες αυξάνονται αλλά πρέπει να περάσουμε το μήνυμα ότι η Όπερα είναι μοναδικό είδος μουσικής. Σε τραβάει προς τα πάνω! Στην αρχή μπορεί κάποιος να γελάσει, ίσως και να σε κοροϊδέψει. Όμως εάν είναι ειλικρινής μέσα του θα πει ότι η Όπερα μιλάει τη γλώσσα της ψυχής – αρκεί φυσικά να της ανοίξεις την πόρτα!

«Π»: Πώς βιώσατε την πανδημία του κορωνοϊού και την καραντίνα;
ΑΛ.Β.: Το ξέσπασμα της πανδημίας με βρήκε στο σπίτι μου στη Γερμανία όπου ετοίμαζα με τον πιανίστα μου τα 4 letzter lieder του Στράους για ένα κοντσέρτο στην Αθήνα. Λίγες μέρες πριν το lockdown, αισθάνθηκα λίγο αδιάθετη και μαζί με όλα ακυρώθηκε και το κοντσέρτο φυσικά, αφήνοντάς με αποκλεισμένη με την οικογένειά μου εδώ. Ευτυχώς, δεν νοιώσαμε ιδιαίτερα σκληρές καταστάσεις σαν αυτές που βλέπαμε στις ειδήσεις. Το θετικό είναι ότι χάρηκα το αγοράκι μου, 2,5 ετών, έτσι χωρίς άλλες υποχρεώσεις και περιορισμούς.

«Π»: Ποιές πιστεύετε ότι θα είναι οι συνέπειες όλου αυτού;
ΑΛ.Β.: Περισσότερο απ’όλα μου έχει στοιχίσει ότι ακυρώθηκαν σημαντικές εμφανίσεις μου, μία εκ των οποίων ήταν και το ντεμπούτο μου στην Arena di Verona. Οι συνέπειες της πανδημίας, προσωπικές αλλά και γενικές στο χώρο μας, είναι τραγικές! Και δυστυχώς, δεν βλέπω να γυρίζουμε εύκολα πίσω σε ό,τι ξέραμε.
Επίσης, με άφησε άναυδη η σκληρότητα όλων απέναντί μας… Πόσο εύκολα ξεπερνιούνται οι τέχνες και ο πολιτισμός και οι άνθρωποί του, λες και είναι περιττό στοιχείο, κατώτερο όλων… Τί πίκρα!

«Π»: Ποιά συνεργασία ξεχωρίζετε;
ΑΛ.Β.: Κάθε στιγμή και κάθε παραγωγή ήταν για μένα ξεχωριστή! Ακόμη κι αν ξεκινούσε ως κάτι ίσως όχι τόσο ξεχωριστό, πάντα μου έδινε κάτι που με έκανε «πλουσιότερη», πάντα συνδεόταν με άτομα ή με το κοινό ή με καταστάσεις που χαράκτηκαν μέσα μου.

«Π»: Τί είναι τέχνη για εσάς;
ΑΛ.Β.: Τέχνη είναι ό,τι μπορούμε να νοιώσουμε με μια από τις αισθήσεις μας. Είναι ό,τι βγάζει το καλύτερο από μέσα μας και μας κάνει να φτάσουμε όσο πιο κοντά γίνεται στον Δημιουργό μας.

«Π»: Ποιά είναι τα σημαντικά πράγματα στην Όπερα;
ΑΛ.Β.: Η ειλικρίνεια και η διάθεση να ξεφύγουμε από τα όριά μας όποια κι αν είναι αυτά – κοινωνικά, οικονομικά, θεσμικά, υγείας, προσωπικά…) και από την πλευρά του εκτελεστή και από την πλευρά του ακροατή – θεατή.

«Π»: Πόσο δύσκολο είναι μια Ελληνίδα να διαπρέψει και να βραβευτεί στο εξωτερικό;
ΑΛ.Β.: Ομολογώ ότι ποτέ δεν έδωσα μια μορφή τραγικότητας σε όλη μου την πορεία. Για μένα ήταν κάτι που ήθελα να πετύχω και που είχα πέσει πάνω του με όλη μου την ύπαρξη. Δεν με παίνεψα ποτέ και ειλικρινά ποτέ δεν στάθηκα να σκεφτώ. Απλά δεν σταματούσα με τίποτα! Δεν κουραζόμουν και αν έπεφτα λίγο, μετά πήγαινα πιο πάνω. Είχα βέβαια και πολύ υγιές ένστικτο και λίγη τύχη. Όλα παίζουν ρόλο…

«Π»: Τα μελλοντικά σας σχέδια;
ΑΛ.Β.: Δεν έχω κανένα σχέδιο αυτή τη στιγμή. Έχω βέβαια μελλοντικά συμβόλαια αλλά δεν ξέρω αν θα γίνουν, πώς θα γίνουν. Προσπαθώ να ζω το σήμερα και να σκέφτομαι το πολύ μέχρι μεθαύριο, όχι παραπάνω…