Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

Δημόσιος Χώρος μετά την εμπειρία της πανδημίας, του Νέστορα Χατζούδη

Η πανδημία του κορωνοϊού, εκτός όλων των άλλων, ανέδειξε με ιδιαίτερη ένταση την ξεχωριστή σημασία του «δημόσιου Χώρου», ως βασικού κοινωνικού, δημόσιου αγαθού απολύτως αναγκαίου στις περιπτώσεις έκτακτων και επικίνδυνων γεγονότων που εξελίσσονται ραγδαία (επιδημίες, σεισμοί, πυρκαγιές, πλημμύρες κ.ά.). Με τον όρο «Δημόσιος Χώρος» σε ένα αστικό περιβάλλον ορίζεται η ανοιχτή έκταση, χρήση της οποίας μπορούν να κάνουν ελεύθερα όλα τα μέλη μιας κοινωνίας. Συνεπώς, δημόσιος χώρος είναι οι δρόμοι, τα πεζοδρόμια, οι πλατείες κλπ. που λόγω του μοναδικού ρόλου τους στην ανάπτυξη και ασφαλή λειτουργία της κοινωνικής ζωής, πρέπει να υπάρχουν σε επαρκή έκταση και πυκνότητά και φυσικά η πρόσβαση και η χρήση τους σε κάθε περίπτωση να είναι εφικτή και ανεμπόδιστη.

Στην κατηγορία του Δημόσιου Χώρου υπάγονται και οι όποιες περιαστικές εκτάσεις κατάλληλα διαμορφωμένες σε οργανωμένα αστικά Άλση γρήγορα προσεγγίσιμα και εύκολα προσβάσιμα, ασφαλή για καταφυγή και με εξοπλισμό για φυσική αναψυχή και ψυχαγωγία. Όμως η άναρχη πολεοδόμηση, οι οικονομικές δυσκολίες, η ανικανότητα, η αδιαφορία και βέβαια οι ιδιοτελείς επιδιώξεις διαχειριστών της δημόσιας εξουσίας, έχουν ως αποτέλεσμα τη καταστρατήγηση των σχετικών ρυθμιστικών κανόνων με αποτέλεσμα και την τραγική ανεπάρκεια του αναγκαίου δημόσιου χώρου στα αστικά κέντρα και του δικαιώματος των πολιτών για ανεμπόδιστη και ασφαλή χρήση του στο βαθμό και στη μορφή που υφίσταται.

Η πόλη μας, όσον αφορά στον αστικό τομέα, πάσχει από τραγική ποσοτική και ποιοτική ανεπάρκεια δημόσιου χώρου ενώ οι μοναδικές σε μέγεθος περιαστικές εκτάσεις που το περιβάλλουν, αναξιοποίητες και εγκαταλειμμένες για περισσότερα από 50 χρόνια, μόνο για έξοδο και φυσική αναψυχή δεν προσφέρονται. Έτσι το αποτέλεσμα ακόμα και κατά τις μέρες του «μένουμε σπίτι» με τις ελεγχόμενες μετακινήσεις, ακόμα και στα μόνα άξια λόγου πεζοδρόμια της Λ. Βεΐκου που διαθέτει ο Δήμος, ήταν η αδυναμία τήρησης του μέτρου της «κοινωνικής αποστασιοποίησης» από τους περιπατητές λόγω του συνωστισμού. Το αδιαχώρητο επικρατούσε και στις ελάχιστες κατ’ όνομα, λόγω μεγέθους, πλατείες Σκύρου, Τράλλεων, Ελευθερίας κλπ.
Αφορμή να γράψω το παρόν πήρα από την ευχάριστη και από καιρό αναμενόμενη είδηση απόκτησης από το Δήμο της έκτασης που κατελάμβανε ο θερινός κινηματογράφος ΖΑΪΡΑ. Η ομόφωνη μάλιστα αποδοχή από το Δημοτικό Συμβούλιο της πρότασης της Διοίκησης του Δήμου αποτελεί πρόσθετη ικανοποίηση για όσους βιώσαμε την τραγελαφική και ανεύθυνη (!) διαχείριση* της υπόθεσης ΖΑΪΡΑ το 1998-99 από τον τότε Δήμαρχο. Η απόφαση που πήρε το Δ.Σ. παρέχει στο Δήμο τη δυνατότητα δημιουργίας ενός ακόμη σύγχρονου Βρεφονηπιακού Σταθμού και ενός μικρού μεν πλην πολύτιμου και απόλυτα αναγκαίου χώρου πολιτιστικής δραστηριότητας.
Η είδηση για το χώρο της ΖΑΪΡΑ όμως συνοδεύεται και από την εξίσου ευχάριστη πληροφορία ότι η Διοίκηση του Δήμου προωθεί στο Δημοτικό Συμβούλιο πρόταση για την εξαγορά και της υπόλοιπης έκτασης του γνωστού Πολεοδομικού Τετραγώνου στο Παλιό Τέρμα (Γαλατσίου – Αγ. Γλυκερίας – Ιπποκράτους – Λυσίου). Στην περίπτωση αυτή το Γαλάτσι θα αποκτήσει έναν αξιόλογο, λόγω μεγέθους και θέσης, χώρο στο απόλυτο πολεοδομικό και κοινωνικό κέντρο της πόλης και θα αυξήσει αισθητά το δημόσιο χώρο του. Και βέβαια θα δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για ανάληψη πρωτοβουλιών πολεοδομικής εξυγίανσης και αισθητικής αναβάθμισης του αστικού τοπίου με την κατασκευή πλατείας σύγχρονων προδιαγραφών που, εκτός όλων των άλλων, το μέγεθος και η θέση της στο πυκνοδομημένο κέντρο θα προσφέρει γρήγορη και ασφαλή καταφυγή σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Περιττό να υπογραμμίσω ότι και γι’ αυτό το χώρο η διαχειριστική πρακτική του επί τριάντα και πλέον χρόνια δημάρχου υπήρξε ακατανόητα (!) αρνητική όπως και στην περίπτωση της απώλειας του θερινού κινηματογράφου ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ*.
Από τα παραπάνω αβίαστα, κατά τη γνώμη μου, προκύπτουν τρεις βασικοί στόχοι, σχετικοί με τις συνθήκες λειτουργίας και την ποιότητα της ζωής στη πόλη μας, που πρέπει να τεθούν και να απασχολήσουν τη Διοίκηση του Δήμου και το Δημοτικό Συμβούλιο.
α. Ο πιο δύσκολος ασφαλώς είναι η αύξηση της έκτασης του δημόσιου χώρου στον αστικό ιστό και η κατά το δυνατό ισόρροπη γεωγραφική κατανομή του στις γειτονιές επειδή τα αποθέματα αστικής γης ουσιαστικά εξαντλήθηκαν. Το γεγονός αυτό επιβάλει άμεσα την ανάληψη πρωτοβουλιών για την ανάπλαση σε αστικά λειτουργικά αλσύλλια των χώρων του Λεβεντάκη, Λόφου του Παιδιού, Αλεπότρυπας (Σεντούκια), Λόφου Αγ. Σπυρίδωνα και φυσικά του δημοτικού χώρου στην Ηνιόχου που πρέπει να αναπλαστεί σε πραγματική σύγχρονη ανοιχτή πλατεία προσβάσιμη στους δημότες. Εξυπακούεται ότι οι πρωτοβουλίες για την αξιοποίηση των υφιστάμενων χώρων δεν θα πρέπει να αμβλύνουν το ενδιαφέρον για απόκτηση τυχόν υπαρχόντων αξιόλογων σε έκταση οικοπέδων στις γειτονιές.
β. Παράλληλα πρέπει να αναληφθεί πρωτοβουλία για την ανάπλαση – κοινωνική αξιοποίηση της τεράστιας έκτασης των Τουρκοβουνίων, όπου χάσκει για περισσότερα από 50 χρόνια το σεληνιακό τοπίο των εγκαταλειμμένων νταμαριών. Ο Δήμος μας πρέπει να αναλάβει πρωτοβουλία για την από κοινού αξιοποίηση της έκτασης αυτής με τους γειτονικούς ΟΤΑ στη βάση ενιαίας και συνολικής μελέτης χρήσεων. Σε κάθε περίπτωση οι περισσότερο ωφελημένοι θα είναι οι Γαλατσιώτες. Ας μη συνεχίσει ο Δήμος μας τα λάθη και τις σκοπιμότητες της τριακονταετίας!
γ. Ο τρίτος στόχος έχει να κάνει με τη λήψη και αυστηρή εφαρμογή κανονιστικών μέτρων λειτουργίας της πόλης. Το Γαλάτσι, δυστυχώς, κατάντησε άξενο. Αφήνω ασχολίαστα τα άβατα και επικίνδυνα πεζοδρόμια των περισσότερων δρόμων μας, πρόβλημα που έρχεται από πολύ παλιά… Δείτε τη φωτογραφία που συνοδεύει το άρθρο και φανταστείτε μια μητέρα με μωρό στην αγκαλιά ή στο καρότσι, έναν παππού ή μια γιαγιά με το εγγόνι, έναν συνδημότη μας με κινητικά προβλήματα, μια Γαλατσιώτισσα φορτωμένη τις σακούλες του σούπερ μάρκετ. Και δεν πρόκειται για μεμονωμένη αλλά για κατά συρροή περιπτώσεις. Φυσικά πολλοί οι λόγοι και οι δικαιολογίες… Η Διοίκηση του Δήμου όμως πρέπει να πάρει το θέμα επάνω της και το Δημοτικό Συμβούλιο να βάλει πλάτη.

*Περί αυτών με λεπτομέρειες και γραπτά στοιχεία στο Β’ τόμο του βιβλίου μου «Το Γαλάτσι και οι Γαλατσιώτες τον 20ο Αιώνα», που ο κορωνοϊός ανέτρεψε τον προγραμματισμό της κυκλοφορίας του.