Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

«Χρειάζεται ικανότητα και δουλειά στο τεχνικό κομμάτι ώστε να φτάσεις στην ερμηνεία», Δημήτρης Καβράκος, Βαθύφωνος

Γεννήθηκε στα Τρίκαλα τον Ιανουάριο του 1946. Σπούδασε φωνητική στο Εθνικό Ωδείο με την Ίρμα Τρύνιγγερ – Ηλιάδου και αποφοίτησε με Δίπλωμα Μονωδίας με Α΄ βραβείο και έπαινο. Ως επαγγελματίας μονωδός, πρωτοεμφανίστηκε στην Αθήνα ως Ζαχαρίας στην όπερα Ναμπούκκο [Nabucco]. Με την ΕΛΣ συνεργάστηκε ως μόνιμο στέλεχος κατά τις περιόδους 1969-81 και 1997-2013, ερμηνεύοντας πρωταγωνιστικούς και δευτερεύοντες ρόλους βαθυφώνου σε 42 όπερες και ένα μιούζικαλ, σε σχεδόν 100 παραγωγές ή/και αναβιώσεις παραγωγών.

Μεταξύ άλλων, ερμήνευσε τους ρόλους Ράμφις και Βασιλιάς [Αΐντα/Aida], Ζαράστρο [Ο μαγικός αυλός/Die Zauberflöte], Ντον Μπαζίλιο [Ο κουρέας της Σεβίλλης/Il barbiere di Siviglia], Σπαραφουτσίλε [Ριγολέττος/Rigoletto], Ντον Αλφόνσο [Έτσι κάνουν όλες/Cosi fan tutte], Ραϊμόντο [Λουτσία ντι Λαμμερμούρ/Lucia di Lamermoor], Αλβίζο [Τζοκόντα/La Gioconda], Ρόκκο [Φιντέλιο/Fidelio], Πρότσιντα [Σικελικός εσπερινός/Il vespri siciliani], Ζαχαρίας [Ναμπούκκο/Nabucco], Πίμεν [Μπορίς Γκοντουνόφ], Οροβέζο [Νόρμα/Norma]. Στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών τραγούδησε, μεταξύ άλλων, τους ρόλους Μπάνκο [Μάκμπεθ/Macbeth], Κρέων [Μήδεια/Medée], Μπράντερ [Η καταδίκη του Φάουστ/La damnation de Faust].
Τραγούδησε σε μεγάλες ευρωπαϊκές και αμερικανικές λυρικές σκηνές: Βασιλική Όπερα Λονδίνου, Όπερα Παρισιού, Σκάλα του Μιλάνου, Όπερα Ρώμης, Δημοτικό Θέατρο Φλωρεντίας, Θέατρο Κολόν του Μπουένος Άιρες. Εμφανίστηκε, επίσης, σε Μπορντώ, Μπολόνια, Μασσαλία, Γένοβα, Κολονία κ.α. Ερμήνευσε πρωταγωνιστικούς ρόλους στα φεστιβάλ Γκλάιντμπορν, Ελσίνκι, Αιξ-αν-Προβάνς και Ζάλτσμπουργκ. Συνεργάστηκε με διάσημους αρχιμουσικούς όπως οι Μπαρενμπόιμ, Ντυτουά, Έντο ντε Βάαρτ, Χάιτινκ, Λιβάιν, Ρίλλινγκ, Σόλτι, Μούτι κ.ά.
Το 1976 πρωτοεμφανίστηκε στις Η.Π.Α. (Νέα Υόρκη) και το 1979 στη Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης όπου τραγούδησε επί έτη αποκλειστικά βερντιανούς ρόλους. Από το 1980 συνεργάστηκε, επίσης, με τη Λυρική Όπερα του Σικάγου, τραγουδώντας ποικίλο ρεπερτόριο (Βέρντι, Σαιν-Σανς, Μπελλίνι, Βάγκνερ, Γκουνό).
Παραγωγές: Η υπνοβάτις (La sonnambula), 1971, Νόρμα (Norma), 1981, Νόρμα (Norma), 1999, Νόρμα (Norma), 2003-2004, Ντον Τζοβάννι (Don Giovanni), 2006, Αΐντα (Aida), 2009, Αΐντα (Aida), 2010, Νόρμα (Norma), 2010, Ο σικελικός εσπερινός (I vespri siciliani), 2013, Ριγολέττος (Rigoletto), 2013, Ντον Τζοβάννι (Don Giovanni), 2014, Ριγολέττος (Rigoletto), 2017.

«ΠΑΛΜΟΣ»: Σε ποιο περιβάλλον μεγαλώσατε και πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια;
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΒΡΑΚΟΣ: Μεγάλωσα στα Τρίκαλα Θεσσαλίας σε πολύ ζεστό οικογενειακό περιβάλλον το οποίο δεν είχε καμία σχέση με το λυρικό τραγούδι. Ο πατέρας μου πέθανε όταν εγώ ήμουν 6 μηνών , οπότε δεν γνώρισα την στοργή του.
Η μητέρα μου, μια φοβερά δυνατή και αξιόλογη γυναίκα, μεγάλωσε εμένα, την αδελφή μου και τον αδελφό μου, με θυσίες πολλές, ριζώνοντας μέσας μας όλεςτις σημαντικές ηθικές αξίες της ζωής!
Άκουγα από την μητέρα μου, ότι ο πατέρας μου είχε πολύ ωραία φωνή βαρυτόνου και ότι όλοι τον θαύμαζαν όταν τραγουδούσε στις διάφορες συγκεντρώσεις που γινόντουσαν. Η αδελφή μου επίσης είχε πολύ ωραία φωνή, όπως το ίδιο και ο αδελφός μου. Είμαστε όλοι αγαπημένοι στην οικογένειά μου, καθώς επίσης και με όλους τους θείους και θείες από την μεριά του πατέρα μου και της μητέρας μου!

«Π»: Τί σας ώθησε στη μουσική και την Όπερα;
Δ.Κ.: Ήμουνα τυχερός που στα Τρίκαλα την εποχή που ήμουν παιδί υπήρχε η Δημοτική Χορωδία Τρικάλων, που ο Μαέστρος και διευθυντής του Ωδείου τότε Δημήτρης Ψυχούλης, είχε στο πρόγραμμα της διδασκαλίας εκμάθηση χορωδιακών από διάφορες γνωστές Όπερες. Αυτά ήταν τα πρώτα μου ακούσματα και έτσι άρχισα να αγαπώ την Όπερα!
Μεγαλώνοντας μου δόθηκε η ευκαιρία να με ακούσει η Κρινώ Καλομοίρη, διευθύντρια του Εθνικού Ωδείου, η οποία μου έδωσε υποτροφία να σπουδάσω στο Εθνικό Ωδείο στην Αθήνα όπου αποφοιτώντας πήρα το πρώτο βραβείο!

«Π»: Έχετε πλούσιο βιογραφικό με εμφανίσεις στις σπουδαιότερες σκηνές του κόσμου. Ποιο ρόλο αγαπήσατε;
Δ.Κ.: Όλες τις Όπερες που τραγούδησα, τις αγαπούσα και τις μελετούσα με μεγάλη προσοχή, αφοσίωση και επιμέλεια! Αυτή που τραγουδούσα την κάθε φορά ήταν και η αγαπημένη μου, γιατί έτσι νομίζω έπρεπε να είναι για να μπορώ να αφοσιωθώ πλήρως για να αποδώσω όσο μπορούσα καλύτερα.

«Π»: Υπάρχει κάποιο έργο που δεν έχετε ερμηνεύσει και το επιθυμείτε;
Δ.Κ.: Έχω τραγουδήσει όλες τις όπερες και ρόλους του βαθύφωνου. Είμαι γεμάτος και ευχαριστημένος που ο Θεός και η τύχη μου με βοήθησαν να κάνω αυτή την διεθνή καριέρα. Τραγούδησα σε όλα τα σπουδαία λυρικά θέατρα του κόσμου για πάνω από 45 ολόκληρα χρόνια!

«Π»: Είναι σύμμαχος η καλή ζωή του λυρικού τραγουδιστή ή χρειάστηκε να στερηθείτε;
Δ.Κ.: Στερήθηκα πολλά και σημαντικά πράγματα στη ζωή μου για να εκπληρώσω τα όνειρά μου, όπως οικογένεια, φίλους, κοινωνικές εκδηλώσεις και διάφορες καθημερινές απολαύσεις της ζωής. Το επάγγελμα του λυρικού καλλιτέχνη θέλει πρόγραμμα σωστό, αυστηρό και πειθαρχία άμα θέλεις να μπεις στις μεγάλες Λυρικές Σκηνές!

«Π»: Ταλέντο, φωνή, ψυχή… τί άλλο;
Δ.Κ.: Δουλειά, δουλειά, δουλειά! Εννοώ στο τεχνικό κομμάτι της φωνής, μετά στο μουσικό και θεατρικό! Πολύ μεγάλη πειθαρχία και υπομονή!

«Π»: Πώς σας δείχνει το μεγάλο, κατά γενική ομολογία, κοινό την αγάπη του;
Δ.Κ.: Το κοινό ασφαλώς και είναι πολύ μεγάλο, γιατί εκτός από την Ελλάδα έχω τραγουδήσει σε όλα τα μεγάλα θέατρα του κόσμου. Επίσης οι διάφορες δισκογραφίες που έχω κάνει προσθέτουν ακόμα πιο πολύ κοινό, που γνώρισε τη δουλειά μου με άλλο τρόπο. Νοιώθω πολύ γεμάτος από την αγάπη του κόσμου, ο οποίος πάντα με στήριξε μέσα σε όλη την καλλιτεχνική μου διαδρομή!

«Π»: Ποια θεωρείτε τη μεγαλύτερη συνεργασία σας;
Δ.Κ.: Η Μετροπόλιταν Όπερα της Νέας Υόρκης με έχει στηρίξει 32 ολόκληρα χρόνια συνεχόμενα, δίνοντάς μου συμβόλαια και μάλιστα τα τελευταία 3 χρόνια με εμπιστεύτηκε ως δάσκαλο και με έβαλε στο Young Artist Program να διδάσκω ταλαντούχους νέους που τους προορίζει για διάφορες παραγωγές!
Αλλά και όλες οι άλλες συνεργασίες που είχα με τα διαφορά Λυρικά Θέατρα ήταν πολύ σημαντικές και μου έχουν αφήσει τις καλύτερες αναμνήσεις.
Όπως δεν μπορώ να ξεχάσω το δέος που ένοιωσα όταν εμφανίστηκα για πρώτη φορά στην Σκάλα του Μιλάνου ή στην Όπερα του Παρισιού, του Covent Garden, καθώς και σε όλα τα μεγάλα θέατρα! Ιδιαίτερη όμως πάντα συγκίνηση μου έδινε όταν τραγουδούσα στην Ελλάδα και η καρδιά μου γέμιζε με όλες τις όμορφες αναμνήσεις του ξεκινήματος της καριέρας μου!!

«Π»: Υπάρχουν ελλείψεις στο χώρο αυτό στην Ελλάδα;
Δ.Κ.: Το Λυρικό Θέατρο στην Ελλάδα έχει φτάσει σε πολύ υψηλό επίπεδο και δεν πιστεύω ότι υπάρχουν σημαντικές ελλείψεις.

«Π»: Η τέχνη μπορεί να αποτελέσει πηγή εσόδων στην Ελλάδα;
Δ.Κ.: Η Όπερα, όπως όλες οι καλές τέχνες, ποτέ δεν μπορούν να έχουν έσοδα και κέρδη. Χρειάζονται πάντα στήριξη από το κράτος και διάφορους σημαντικούς χορηγούς, γιατί διαφορετικά δεν γίνεται να επιβιώσουν. Δυστυχώς, τα έσοδα από τα εισιτήρια δεν μπορούν να καλύψουν ποτέ τα έξοδα μεγάλων παραγωγών!

«Π»: Ερμηνεία και υποκριτική.
Δ.Κ.: Η ερμηνεία είναι πολύ σπουδαίος παράγοντας που μέσα από την υποκριτική ικανότητα του τραγουδιστή βγαίνουν τα συναισθήματα και νοήματα της μουσικής και του λιμπρέτου. Χρειάζεται μεγάλη ικανότητα και δουλειά πάνω στο τεχνικό κομμάτι ώστε να φτάσεις στην ερμηνεία.

«Π»: Υπάρχει κάποια μουσική παράσταση που σας ενθουσίασε;
Δ.Κ.: Η παραγωγή «Αΐντα» της Μετροπόλιταν Όπερα, με τον Placido Domingo και μαέστρο τον James Levine στην οποία έλαβα μέρος και εγώ. Κυκλοφορεί μάλιστα σε DVD.

«Π»: Πώς κάνατε επιλογή στους δασκάλους σας;
Δ.Κ.: Έπαιρνα όσο μπορούσα τις καλύτερες πληροφορίες και προσπαθούσα να μάθω το βιογραφικό του εκάστοτε δασκάλου μου και την διαδρομή του και έτσι να διαλέξω. Μέσα από την διδασκαλία τους, προσπαθούσα να εφαρμόσω αυτά που μου έλεγαν κατά την διάρκεια της καριέρας μου, τα οποία δεν ξεχνιούνται ποτέ!

«Π»: Κάποια ξεχωριστή στιγμή επί σκηνής;
Δ.Κ.: Οι στιγμές είναι παρά πολλές και όλες αξέχαστες! Σημαντική στιγμή ήταν όταν τραγούδησα για πρώτη φορά με τον Pavarotti, ο οποίος όταν με άκουσε εντυπωσιάστηκε και μου είπε να συνεργαστώ με την γυναίκα του, την Adua, που ήταν μάνατζερ και η οποία με βοήθησε παρά πολύ στην συνεργασία μου κλείνοντάς μου συμβόλαια με όλα τα μεγάλα Λυρικά Θέατρα της Ιταλίας, όπως Σκάλα του Μιλανου, Όπερα Ρώμης, Φλωρεντίας, Νάπολης, Βενετίας κλπ.

«Π»: Τί συμβουλεύετε τους μαθητές σας;
Δ.Κ.: Μου αρέσει η διδασκαλία. Και θέλω να βοηθήσω όσο μπορώ τους νέους καλλιτέχνες μεταλαμπαδεύοντας τη γνώση και εμπειρίες μου μέσα από την διαδρομή μου.
Προσέχω πολύ και δίνω έμφαση στο τεχνικό κομμάτι που είναι και το πιο σημαντικό, ώστε να αρχίζεις να κτίζεις καριέρα. Τους συμβουλεύω, λοιπόν, εκτός της τεχνικής, να εστιαστούν επίσης σε μουσική και θεατρική εκπαίδευση, καθώς και εκμάθηση ξένων γλωσσών, που είναι απαραίτητες στο χώρο μας.

«Π»: Τα social media βοηθούν τους καλλιτέχνες;
Δ.Κ.: Οι δημόσιες σχέσεις είναι σημαντικό αλλά συνάμα «περίεργο» πράγμα: για να πας στις δημόσιες σχέσεις πρέπει πρώτα να έχεις μια σημαντική καριέρα και ωριμότητα καλλιτεχνική για να είναι σωστή η διαφήμιση που θα γίνει για τον καλλιτέχνη και να έχει διάρκεια.

«Π»: Η κατάκτηση διεθνών μουσικών σκηνών είναι κατάκτηση του λυρικού καλλιτέχνη;
Δ.Κ.: Η κορυφή της επιτυχίας του λυρικού καλλιτέχνη είναι όταν μπορέσει να κατακτήσει τα διάσημα Λυρικά Θέατρα του κόσμου! Αυτός είναι ο στόχος και το όνειρο του!

«Π»: Μελλοντικά σας σχέδια;
Δ.Κ.: Τα μελλοντικά μου σχέδια είναι να συνεχίζω να προσφέρω τις γνώσεις μου στους νέους καλλιτέχνες, διδάσκοντας σε διάφορα σεμινάρια στην Αμερική και Ελλάδα.
Αυτό, όμως, που ονειρεύομαι έντονα είναι να πραγματοποιήσω ένα Φεστιβάλ Τέχνης στην πόλη που γεννήθηκα και αγαπώ τόσο πολύ, τα Τρίκαλα, όπου και με τίμησαν ονομάζοντας την αίθουσα εκδήλωσαν του Πνευματικού Κέντρου, Δημήτρης Καβράκος.