Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

Τα «ΑΝ» της ζωής μας ,γράφει η ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΜΑΓΓΑΝΑ

Σύμφωνα με μια γαλλική παροιμία με τα «αν» βάζεις όλο το Παρίσι σε μπουκάλι! Ποια είναι καλό να πετάμε πιο συχνά και πια να κρατάμε για να προχωράμε;

ΜΕ ΑΠΛΗ «ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ»
Τα «αν» είναι μέρος του λεξιλογίου μας, της σκέψης, της ζωής μας, μπορεί να είναι χρήσιμα και λειτουργικά. Αλλά δεν φτιάχνουμε ζωή μ’ αυτά. Αντίθετα, μπορούν να βασανίζουν την ζωή μας, να εμποδίζουν, να βάζουν τρικλοποδιές, να μας σταματούν από εκείνο που μπορεί να δικαιούμαστε ως μέλλον.
Μπορούν να γίνουν «στέρεη» δικαιολογία για να καταργήσουμε σχέδια, να μην υλοποιήσουμε επιθυμίες…, πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει γύρω μας, ίσως κι από εμάς του ίδιους, τα «αν» που αποτρέπουν; Από το πιο απλά – θεωρητικώς… – ως τα πιο βαριά: «Αν δεν είχε σταματήσει η φίλη μου το γυμναστήριο θα έκανα κι εγώ ακόμα άσκηση!», «Αν δεν είχα χάσει τον άντρα μου θα ζούσα καλύτερα», νομιμοποιημένα σε κάθε περίπτωση, αλλά πόσο βοηθούν την ζωή μας, που είναι εδώ, ακόμα και με τις απώλειές της;
Ας παίξουμε ένα γλωσσικό παιχνίδι που οδηγεί στο ψυχικό: ας χρησιμοποιήσουμε τους γραμματικούς κανόνες των υποθετικών λόγων, για να δούμε με ποια «αν» κάνουμε δουλειά, με ποια μπορούμε να παίξουμε παιχνίδια φαντασίας και πότε είναι καθηλωτικά, εκφράζοντας την αδυναμία του υποκειμένου να προχωρήσει, δείχνοντας μια στάση ζωής στο πλάι της ζωής.
ΤΟ «ΑΝ» ΤΗΣ
ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗΣ
Σύμφωνα με την γραμματική της γλώσσας, το πρώτο είδος των υποθετικών λόγων εκφράζει κάτι που μπορεί να πραγματοποιηθεί.
Εκφράζει σχέδια, προγραμματισμό, εκδοχές, πιθανότητες που τροποποιούνται λειτουργικά, ακόμα και αποφασιστικότητα: «Αν δεν έρθεις ως τις 5μμ , θα φύγω.» και προσταγή: «Αν χτυπήσει το τηλέφωνο, μην το σηκώσεις».
Μεταθέτοντας αυτόν τον γλωσσικό στρουκτουραλισμό στο ψυχικό τοπίο, βρίσκουμε τα «αν» της δυνατότητας, τα «αν» που μπορούν να σχεδιάσουν το μέλλον, έχουν προοπτική, ευελιξία, δεν είναι εμποδιστικά για την ροή της ζωής. Για παράδειγμα: «Αν έχουμε περισσότερα χρήματα τον άλλο μήνα, θα πάμε μια εκδρομή.» Αν δεν έχουμε και δεν πάμε, δεν χάθηκε ο κόσμος, θα πάμε μια βόλτα στο άλσος, θα δούμε περισσότερο τους φίλους μας, θα ξεκουραστούμε σπίτι μας. Είναι τα «αν» που μας κάνουν να νοιώθουμε και ελπίδα και δύναμη και ικανότητα να προγραμματίζουμε, αλλά και να τροποποιούμε την καθημερινότητά μας. Εξυπηρετούν την ανάγκη της ψυχικής ζωής για σχεδιασμό, για μικρές προβλέψεις, για στόχους και την εκ νέου διαπραγμάτευσή τους όταν χρειάζεται.
Η κατάχρηση: η υπερβολική ανάγκη πρόβλεψης και προγραμματισμού μπορεί να είναι έκφραση ενός ψυχαναγκαστικού ψυχισμού, που δεν αντέχει το τυχαίο, δυσκολεύεται να προσαρμοστεί κι ως εκ τούτου αναζητεί σιγουριές και ψευδαισθήσεις ελέγχου με τις πολλές υποθέσεις και προκρίσεις λύσεων που προτείνει για όλα γύρω του. Μια χαρακτηριστική αντίδραση του οικείου περιβάλλοντος; π.χ. «εντάξει μωρέ, κι αν πέσει ο ουρανός θα μας πλακώσει!!!»

●ΤΑ «ΑΝ»
ΤΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ
Εδώ έχουμε το δεύτερο είδος, που εκφράζει κατά κανόνα μια κατάσταση που δεν είναι πραγματοποιήσιμη στο παρόν. «Αν θα μου τύχαινε το τζακ – ποτ του τζόκερ, θα σταματούσα να δουλεύω την άλλη στιγμή!». Βέβαια, οι πιθανότητες να τύχει σε κάποιον το τζακ-ποτ του τζόκερ είναι ίδιες, στατιστικά, με το να τον χτυπήσει κομήτης, αλλά όσο ζει κανείς ελπίζει, ποιος ξέρει… Έχουμε ανάγκη να κάνουμε όνειρα, να εκφράζουμε επιθυμίες, να φαντασιώνουμε τον εαυτό μας μόνο ή μαζί με τον αγαπημένο μας σε όμορφες καταστάσεις. Γνωρίζω ένα ζευγάρι, που είναι χρόνια μαζί και κάθε φορά που περνούν μπροστά από μεγάλο κοσμηματοπωλείο, εκείνος της λέει: «όταν θα έχω λεφτά θα στο πάρω εκείνο το δαχτυλίδι!» και κάθε φορά γελάνε, το δαχτυλίδι εκείνο δεν υπάρχει πια, το δαχτυλίδι που δένει τους ανθρώπους είναι η αγάπη και η καλή σχέση. Η υγιής ικανότητα για ονειροπόληση διευκολύνει και την ανάδυση επιθυμιών και, σε έναν δεύτερο χρόνο πιθανόν και την ικανοποίηση πολλών από αυτών.
Η κατάχρηση: αν, στο παράδειγμα του τζόκερ, ζει κανείς την ζωή του περιμένοντας από αυτό το «γύρισμα» της τύχης να την φτιάξει καλύτερη, αν μιζεριάζει περιμένοντας, αν η επιθυμία της φαντασίωσης είναι τόσο καθηλωτική που δεν αφήνει την ζωή να κυλήσει σε μια ικανοποιητική κανονικότητα, τότε εκφράζει μια δυσκολία του ψυχισμού να αντιμετωπίσει αυτά που του συμβαίνουν σε ικανοποιητικό βαθμό για εκείνον. Αν δηλαδή το δαχτυλίδι δεν ήταν πια ένα κοινό αστείο αλλά ένα απωθημένο, η φράση δεν θα εκδήλωνε /υποδήλωνε την έγνοια και την τρυφερότητα που ακόμα υπάρχει και δεν ξεχνιέται, αλλά θα προσπαθούσε να κρύψει την έλλειψή της. Κι η έκδηλη αντίδραση της συντρόφου πιθανόν να ήταν: «σιγά μη μου πάρεις εσύ δαχτυλίδι», εννοώντας: «αφού είσαι άχρηστος, ούτε ένα δαχτυλίδι δεν μπορείς να μου πάρεις!» Καμιά φορά ούτε καν εννοείται, απλώς λέγεται στα ίσια, για να πληγώσει!

ΤΑ «ΑΝ»
ΤΗΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑΣ
Τρίτο και τελευταίο, αλλά πολύ σημαντικό, το είδος του παρελθόντος. Κάτι που πέρασε, κατά κανόνα δεν έγινε όπως περιμέναμε, και η γλώσσα μέσω της σύνταξής της εκφράζει το επιθυμητό εκείνο σενάριο: «Αν είχα διαβάσει λίγο περισσότερο, θα είχα πετύχει στις εξετάσεις για το πανεπιστήμιο!» Χρήσιμο κι αυτό, στο βαθμό που δεν εγκλωβίζει το υποκείμενο σε μια αέναη νοσταλγία ή ενοχή για αυτό που δεν έγινε έτσι όπως έπρεπε, αλλά μπορεί να μεταβολιστεί θετικά και να κάνουμε ταμείο με κέρδος την εμπειρία, τον εντοπισμό κακών χειρισμών, την εξέλιξη.
Επίσης, μπορεί να εκφράζει συναισθηματικής υφής μνήμη, για απώλειες που έχουν σημαδέψει την ζωή μας, όμως χωρίς εγκλωβισμούς, όταν το πένθος έχει εσωτερικευθεί και καταναλωθεί, και μπορεί το υποκείμενο να συνεχίσει δημιουργικά την ζωή του: π.χ. «Αν ζούσε ο πατέρας σου, θα ήταν περήφανος για σένα!», διατηρώντας το νήμα μιας ψυχικής συνέχειας που δεν αφήνει τους ανθρώπους εκκρεμείς.
Η κατάχρηση: αυτά τα «αν» είναι τα πιο …ύπουλα. Πώς να μην καταλάβεις τον καημό του άλλου που δεν έχει την παρέα που θέλει για να κάνει πράγματα, που δεν μπόρεσε να φτιάξει τότε αυτό που επιθυμούσε και τον πήρε από κάτω…
Συμπάσχεις, αλλά, το μετά που είναι, μετά τι;
Η ζωή μας χρειάζεται στο τώρα. Με τόσα παρελθοντικά «αν» είναι σα να ζει κανείς σε δυο διαστάσεις: σωματικώς είναι στο παρόν, ψυχικώς είναι στο παρελθόν, καθηλωμένος σε γεγονότα που δεν μπόρεσε να διαχειριστεί, που κόλλησε πάνω τους για να «δικαιολογεί» την αδυναμία του να αντιδράσει, την ανάγκη του να θρηνεί χωρίς τέλος, χωρίς να περνά στην πράξη για να συνεχιστεί η ζωή σε χρόνους του παρόντος. Δεν θυμίζει αυτό και την κοινωνική πραγματικότητα που ζούμε σήμερα στην Ελλάδα της κρίσης; Ζούμε σε μια κατάσταση «αν» νοσταλγίας. Πολύς θρήνος, δικαιολογημένος φυσικά ως ένα σημείο, πολύ αγανάκτηση και από παρακάτω… μάλλον τίποτα!
Ας κρατήσουμε λοιπόν εκείνα τα «αν» που μπορούν να μας βοηθήσουν να πάμε την ζωή μας λίγο πιο κάτω, λίγο πιο καλά από πριν, που μας γεμίζουν προοπτική και ελπίδα, συνδυάζοντας ρεαλισμό και φαντασία. Κι αν φαίνεται δύσκολος ο συνδυασμός, ίσως να μην είναι και τόσο όσο μοιάζει. Σε κάθε περίπτωση αξίζει τον κόπο να προσπαθήσουμε, ζητώντας βοήθεια αν χρειαστεί. Με όσο το δυνατόν λιγότερες υπονομεύσεις!