Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

Σαρλί και Σαρλό Η υποκρισία συναντάει τον τρόμο

Το Σαρλί είναι το μεγαλύτερο χιουμοριστικό και σατιρικό περιοδικό στην Ευρώπη. Ο Σαρλό είναι η διασημότερη κωμική φιγούρα του βωβού κινηματογράφου. Το Σαρλί έκανε ανελέητη σάτιρα σε όλους κι όλα. Ο Σαρλό δεν δίσταζε να διακωμωδήσει τους πάντες. Το Σαρλί πλήρωσε με αίμα την ελευθεριότητά του στην κριτική και το ανατρεπτικό του χιούμορ. Ο Σαρλό (Τσάρλι Τσάπλιν) εκδιώχθηκε από το Χόλυγουντ εν μέσω ψυχρού πολέμου εξαιτίας των αριστερών του ιδεών και δεν του χορηγήθηκε ποτέ πια βίζα εισόδου στην Αμερική.

Δεν κάνουμε συγκρίσεις, άλλωστε αναφερόμαστε σε διαφορετικές εποχές, αλλά σε αυτούς τους «παράλληλους βίους» μερικές συμπτώσεις είναι εντυπωσιακές. Το Σαρλί στηλίτευσε δικτατορίες αλλά και ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, ο Σαρλό (όπως είναι ευρύτερα γνωστός στην Ελλάδα ο εμπνευστής του, Τσάπλιν) από την πρώτη μη βουβή του ταινία (ο Μεγάλος Δικτάτωρ) έδειξε την περιφρόνησή του στο Ναζισμό, το φασισμό και το Μουσελινισμό. Η ταινία εκλήφθηκε ως μια πράξη θάρρους και ανδρείας στο πολιτικό περιβάλλον της τότε εποχής, κυρίως για τον εξευτελισμό του Ναζισμού και για την απεικόνιση των Εβραϊκών χαρακτήρων και της δίωξής τους. Η ταινία κλείνει με έναν εξαιρετικό λόγο στον οποίο καταγγέλλει τη δικτατορία, την απληστία, το μίσος και τη μισαλλοδοξία, εξαίροντας την ελευθερία και την ανθρώπινη αδελφοσύνη.
Το Σαρλί δεν έκανε απλά σάτιρα. Έκανε κριτική και «δεν είχε ούτε ιερό ούτε όσιο». Ήταν πρώτος στόχος των ακροδεξιών του Εθνικού Γαλλικού Μετώπου της Λεπέν αλλά και ολόκληρης της Ευρώπης. Έγινε στόχος και των φανατικών μουσουλμάνων, των τζιχαντιστών. Κι εδώ, οι ομοιότητες των πολέμιών του ανατριχιάζουν. Οι ταινίες του Τσάπλιν δεν περιορίζονται στο κωμικό στοιχείο, αλλά επιπλέον σχολιάζουν διάφορα κοινωνικά προβλήματα, όπως π.χ. ο «Μετανάστης» στην οποία ο Τσάπλιν έθιξε το θέμα των μεταναστών που ταξίδευαν υπό άθλιες συνθήκες.
Το Σαρλί «χτυπούσε» αλύπητα τους μουσουλμάνους φανατικούς, ξεπερνώντας πολλές φορές τα όρια που ο σεβασμός σε μία θρησκεία επιβάλλει, αδιαφορώντας για τις απειλές που δέχονταν και τελικά το πλήρωσε. Ο «Σαρλό» το 1947, μέσα σε ένα έντονα αρνητικό κλίμα για τον ίδιο, και ενώ διάφοροι συντηρητικοί πολιτικοί ζητούσαν την απέλασή του, γύρισε την ταινία «Ο Κύριος Βερντού». Αν και την υπόθεση της ταινίας ο Τσάπλιν την εμπνεύστηκε από τον Λαντρί, έναν Γάλλο δολοφόνο πλούσιων κυριών, ήταν φανερό ότι η ταινία στόχευε σε αρνητικές πλευρές της αμερικανικής κοινωνίας. Ιδιοκτήτες κινηματογραφικών αιθουσών δέχτηκαν πιέσεις για να μην προβάλλουν την ταινία η οποία τελικά είχε παταγώδη εμπορική αποτυχία, όπως ήταν φυσικό.
Η άνανδρη δολοφονία των σκιτσογράφων του Σαρλί έβγαλε στους δρόμους εκατομμύρια Γάλλους οι οποίοι διαδήλωσαν τη συμπαράστασή τους σε όσους υπερασπίζονται την ελευθερία του λόγου και το δικαίωμα στην έκφραση και την κριτική. Τη μία και μόνη φορά που επετράπη στο «Σαρλό» να επισκεφθεί ξανά την Αμερική, το 1972, προκειμένου να παραλάβει το ειδικό Τιμητικό Όσκαρ για τη συνεισφορά του στην έβδομη τέχνη, κέρδισε  το μεγαλύτερο σε διάρκεια χειροκρότημα της ιστορίας των βραβείων.
Ποια σχέση έχουν με την ελευθερία της έκφρασης οι ηγέτες όλων των κρατών που μαζεύτηκαν στο Παρίσι για να διαδηλώσουν «είμαστε όλοι Σαρλί»; Καμία είναι η απάντηση. Για τη φωτογραφία μαζεύτηκαν. Εκείνη τη ψεύτικη φωτογραφία που αναμεταδόθηκε από τα περισσότερα διεθνή πρακτορεία και τους δείχνει δήθεν να διαδηλώνουν. Αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα και το ρόλο των πρακτορείων ειδήσεων ως μηχανισμών παγκόσμιας προπαγάνδας. Στην πραγματική φωτογραφία όλοι αυτοί οι ηγέτες «στήθηκαν» κάπου απόμερα, παρέα μόνο με τους άνδρες ασφαλείας τους και έβγαλαν την πιο fake φωτογραφία της χρονιάς.
Η υποκρισία σε όλο της το μεγαλείο. Αν είναι δυνατόν να κόπτονται για την ελευθερία του τύπου και των μέσων ενημέρωσης γενικότερα, αυτοί που κάνουν ό,τι μπορούν για να τα φιμώσουν. Ανάμεσά τους ήταν κορυφαίοι σφαγείς της ελεύθερης ενημέρωσης. Ας ξεκινήσουμε από το γείτονά μας. Ο Αχμέτ Νταβούτογλου πρωθυπουργός της Τουρκίας που έχει στείλει περισσότερους δημοσιογράφους στη φυλακή από οποιαδήποτε άλλη χώρα στον κόσμο. Ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου πρωθυπουργός του Ισραήλ, του κράτους που σκότωσε τους περισσότερους δημοσιογράφους το 2014. Ο Σούκρι, υπουργός εξωτερικών στη χούντα της Αιγύπτου που φυλάκισε δεκάδες δημοσιογράφους, μεταξύ των όποιων και ανταποκριτές του Al Jazeera. Ο υπουργός εξωτερικών, Λαβρόφ, της Ρωσίας που πέρυσι φυλάκισε έναν δημοσιογράφο με την κατηγορία της προσβολής «δημοσίου υπαλλήλου». Ο γενικός εισαγγελέας των ΗΠΑ, της χώρας στην οποία ακούγονται προτάσεις για φυλάκιση η δολοφονία ανθρώπων όπως ο Σνόουντεν και στην οποία η αστυνομία προσήγαγε ακόμη και δημοσιογράφο της Washington Post στο Φέργκιουσον. Οι πρωθυπουργοί της Γεωργίας και της Βουλγαρίας, χώρες στις οποίες οι δημοσιογράφοι δέχονται συνεχώς δολοφονικές επιθέσεις από την αστυνομία. Ο Βασιλιάς Αμπντάλα της Ιορδανίας, ο οποίος πέρυσι καταδίκασε Παλαιστίνιο δημοσιογράφο σε 15 χρόνια καταναγκαστικών έργων. Και άλλοι πολλοί υπερασπιστές της «ελεύθερης έκφρασης». Κανονικό ξέπλυμα συνειδήσεων και αμαρτιών δηλαδή.
Άγνωστος στο ευρύ κοινό παρέμεινε ένας ηρωικός – μουσουλμάνος – υπάλληλος του εβραϊκού παντοπωλείου στο Παρίσι, ο οποίος την Παρασκευή πιθανότατα έσωσε ζωές, κρύβοντας στο υπόγειο αρκετούς εβραίους που ψώνιζαν την ώρα που ο Αμεντί Κουλιμπαλί εισέβαλε στο κατάστημα αποφασισμένος να σκορπίσει το θάνατο. Κατόπιν, ο νεαρός άνδρας κατάφερε να διαφύγει και να ειδοποιήσει τις γαλλικές αρχές για την κατάσταση ομηρίας. Αλλά αυτός ο ήρωας δεν βόλευε την ευρωπαϊκή 11η Σεπτεμβρίου που στήνεται με τίτλο «η μουσουλμανική απειλή». Βλέπετε, είναι μουσουλμάνος και χαλάει το σενάριο.