Ασχολείται κανείς με το «μετά»;

vouli

Η πολιτική είναι, συνήθως, μεροδούλι-μεροφάι. Αυτός που κερδίζει τις εκλογές ενδιαφέρεται, πρωτίστως, για το πώς θα κερδίσει (και) τις επόμενες. Και αυτός που τις έχασε πώς δεν θα τις ξαναχάσει. Μπροστά σ’ αυτόν τον πρωταρχικό στόχο οι σχεδιασμοί υποχωρούν και ατονούν, αν υποθέσουμε ότι υπάρχουν. Το βραχυπρόθεσμο επικρατεί του μεσοπρόθεσμου. Το μακροπρόθεσμο είναι είδος εν ανεπαρκεία.

Η Γερμανία, στις αρχές του 21ου αιώνα, με την «ατζέντα Σρέντερ» έθεσε ως στόχο να ξεκολλήσει από τη μηδενική (τότε, 2003) ανάπτυξη, να αντιμετωπίσει τη διογκούμενη ανεργία και ειδικά αυτή των νέων και να γίνει η πρώτη σε ανταγωνιστικότητα χώρα. Οι αντιδράσεις ήταν πολλές, απαιτήθηκαν δύσκολες συμφωνίες με τα ισχυρά συνδικάτα. Έγιναν. Και οι στόχοι επιτεύχθηκαν. Σήμερα τα γερμανικά προϊόντα, τα οποία μισούμε (ν’ αγαπούμε) σαρώνουν στις αγορές όλου του κόσμου, προκαλώντας την οργή του Ντόναλντ Τράμπ, που απειλεί με επάνοδο στον προστατευτισμό. Η ανεργία καταγράφει ρεκόρ προς τα κάτω.
Ο μεσο-μακροπρόθεσμος σχεδιασμός των Γερμανών απέδωσε, αλλά εμείς δεν είμαστε Γερμανοί. Ο τελευταίος σχεδιασμός, που έγινε σε κάπως μακροπρόθεσμη βάση, ήταν αυτός που αφορούσε τη σχέση της χώρας με την Ευρώπη. Ο Καραμανλής (ο παλιός) πέτυχε την ένταξη στην τότε ΕΟΚ (1979). Ολες οι επόμενες κυβερνήσεις κινήθηκαν στον πλαίσιο αυτό.
Παρά τους κατά καιρούς «αστερίσκους», oι κυβερνήσεις του Ανδρέα Παπανδρέου εκμεταλλεύθηκαν ποικιλοτρόπως την ένταξη αυτή με εισροή εκατοντάδων δισεκατομμυρίων από τους κοινοτικούς πόρους.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη ψήφισε την Συμφωνία του Μάαστριχτ (1992), που αποτέλεσε τη βάση για την οικονομική και νομισματική ένωση της Ευρώπης. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ μετά το 1993 εργάστηκε στην ίδια κατεύθυνση. Και η κυβέρνηση Σημίτη μετά το 1996 ολοκλήρωσε την ένταξη της χώρας στο κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα.
Αυτό ήταν το τελευταίο «εθνικό σχέδιο» σε μεσο-μακροπρόθεσμη βάση. Έκτοτε επανήλθαμε στη γνωστή συνταγή «μεροδούλι-μεροφάι». Οι κυβερνήσεις Καραμανλή (του νέου, καμιά σχέση με τον παλιό) ξόδεψαν δύο θητείες σε μεγάλα λόγια («επανίδρυση του κράτους», «συντριβή της διαφθοράς και της διαπλοκής»). Με σύνθημα το «άστα γι’ αργότερα» έφεραν τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό και παρέδωσαν τη χώρα στα πρόθυρα της χρεοκοπίας (2009).
Οι επόμενες κυβερνήσεις (Παπανδρέου, Παπαδήμου, Σαμαρά), βραχύβιες και παγιδευμένες στους μνημονιακούς καταναγκασμούς, δεν είχαν δυνατότητες – ίσως ούτε και διάθεση – για σχεδιασμούς. Η κυβέρνηση Τσίπρα, αν και είναι η μόνη στην εποχή των Μνημονίων που είχε (και έχει ακόμα) καθαρό χρόνο μπροστά της, χωρίς εκλογικούς καταναγκασμούς, κινείται στην ίδια ρότα. Εχασε πολύτιμο χρόνο με το καταστροφικό πρώτο εξάμηνο του 2015 και στη συνέχεια με το διαρκές – και εντέλει άσκοπο και επιζήμιο – ξεχείλωμα των διαπραγματεύσεων για τις αξιολογήσεις. Και τώρα αγκομαχάει να προλάβει τις εξελίξεις (έξοδος στις αγορές), που μπορεί να φέρουν τη χώρα σε ένα είδος «κανονικότητας». Αλλά κι αυτός ο στόχος είναι υποταγμένος σε εκλογικές σκοπιμότητες, καθώς το 2018 θα είναι πιθανότατα χρονιά εκλογών.
Έτσι, η απάντηση στο ερώτημα του τίτλου («ασχολείται κανείς με το μετά»;), βρίσκεται, δυστυχώς, στην αόριστη αντωνυμία «κανείς». Οι πολιτικές δυνάμεις στο σύνολό τους – κι εδώ ενδιαφέρει η στάση όσων κυβερνούν ή έχουν ισχυρές πιθανότητες να κυβερνήσουν αύριο – είναι παγιδευμένες στον εκλογικό κύκλο και στις σκοπιμότητες που απορρέουν από αυτόν.
Ο κ. Τσίπρας και οι συν αυτώ, αγχωμένοι από τα άσχημα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων, χάνουν τον καιρό τους αντιπολιτευόμενοι την αντιπολίτευση (εσχάτως έφτασαν να αντιπολιτεύονται ακόμα και τον… Σημίτη, ο οποίος έχει φύγει από την πρωθυπουργία εδώ 13 χρόνια!), λες και δεν γνωρίζουν ότι οι κυβερνήσεις κερδίζουν ή χάνουν από το έργο που παράγουν ή δεν παράγουν.
Αλλά και η αντιπολίτευση δεν δείχνει ότι (θέλει να) βλέπει κάπως μακροπρόθεσμα. Η ΝΔ θα είναι, πιθανότατα, η νικήτρια στις επόμενες εκλογές. Τι θα κάνει για τα μεγάλα προβλήματα; Για τις σχέσεις της χώρας με τους δανειστές της με επίκεντρο το θέμα του χρέους; Όποιος νομίζει ότι αρκεί να φύγει η παρούσα κυβέρνηση και όλα θα είναι εύκολα με τον Σόιμπλε, ας αλλάξει πλευρό όσο είναι καιρός, για να μην ξυπνήσει απότομα μετά. Τι θα κάνει η ΝΔ με τα μεγάλα εσωτερικά θέματα; Το κράτος, την εργασία και την ασφάλιση; Μπορεί να πάει πολύ παραπέρα η χώρα με τη θηριώδη ανεργία και την ημιαπασχόληση, με τις αμοιβές των 300 ευρώ, με τους νέους που φεύγουν, με τις συντάξεις που σε λίγο θα είναι φιλοδωρήματα; Τι θα γίνει με το δημογραφικό, που σε λίγα χρόνια θα εξελιχθεί σε απασφαλισμένη χειροβομβίδα και θα χρειαστεί συγκροτημένη πολιτική μετανάστευσης για να μην εκραγεί;
Ποιος ασχολείται με όλα αυτά; Με το πώς θα είναι-και πρέπει να είναι- η Ελλάδα σε πέντε ή σε δέκα χρόνια; Μεμονωμένες απόπειρες από διεθνείς οργανισμούς, ινστιτούτα, ενώσεις επιχειρηματιών και επιστήμονες να σκιαγραφηθεί το «μετά» της Ελλάδας έχουν γίνει. Τελευταία ήταν αυτή που έγινε στο συνέδριο του e κύκλος του Ευάγγελου Βενιζέλου.
Όμως, χρειάζεται κάτι παραπέρα. Δεν αρκεί η θεωρητική αναζήτηση. Απαιτείται δράση από τις πολιτικές δυνάμεις, αυτές που κυβερνούν και όσες φαίνεται ότι θα κυβερνήσουν. Με στέρεο σχεδιασμό, που μπορεί να μετατραπεί σε πράξη. Κανένας στόχος δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς σχεδιασμό. Το «εική και ως έτυχεν» είναι συνταγή για σίγουρη αποτυχία.