Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

Θα κάνει Χριστούγεννα η παρέα του κ. Φώτη;

Θα περίμενε κανείς ότι η συμμετοχή της Δημοκρατικής Αριστεράς στην κυβέρνηση, που προέκυψε μετά τις εκλογές της 17ης Ιουνίου, θα έκανε και τη διαφορά σε σχέση με εκείνη του Λουκά Παπαδήμου.
Ότι δηλαδή η προσθήκη ενός κόμματος που δεν ψήφισε το δεύτερο μνημόνιο, στη συμμαχία ΝΔ – ΠΑΣΟΚ, που ήδη υπήρχε, θα άλλαζε κάπως τη ρότα, το ύφος και τη δυναμική της κυβέρνησης, ιδίως έναντι της τρόικας. Ότι θα δυνάμωνε τη φωνή της Αθήνας υπέρ της επαναδιαπραγμάτευσης και θα πίεζε τους δανειστές να προσέξουν κάπως περισσότερο το ελληνικό πρόβλημα και να επανεξετάσουν το πρόγραμμα, που επέβαλαν στη χώρα μας.
Κι όμως. Η ΔΗΜ.ΑΡ. διακρίνεται μέχρι τώρα για την άκρως διαχειριστική λογική με την οποία συμμετέχει στην κυβέρνηση. Άκουγα την Τετάρτη με έκπληξη τον κ. Φώτη Κουβέλη να επιμένει στα γεωγραφικά κριτήρια με τα οποία πρέπει, λέει, να δοθεί το επίδομα για το πετρέλαιο θέρμανσης. Λες και δεν είναι αυτονόητο ότι θα το πάρουν κάτοικοι ορεινών περιοχών, με χαμηλές θερμοκρασίες το χειμώνα. Ασχολιόταν δηλαδή με ένα θέμα, που κανονικά θα το λύσουν οι περιφερειάρχες της χώρας, ανεξάρτητα με ποιο κόμμα εξελέγησαν – τόσο μεγάλο είναι αυτό το ζήτημα.
Για το μείζον θέμα της αλλαγής κάποιων όρων του προγράμματος, ώστε αυτό να καταστεί πιο ήπιο, πιο δίκαιο και κυρίως ρεαλιστικό και αποτελεσματικό – σύμφωνα έστω με τις διακηρύξεις εκείνων που το πιστεύουν – ο κ. Φώτης τηρεί χαμηλούς τόνους. Για την ακρίβεια δεν υπάρχει. Δεν πιέζει τον Σαμαρά καθόλου, δεν δείχνει να χαρακτηρίζει το πρόγραμμα  μη εφαρμόσιμο. Και κυρίως δεν ενώνει τη φωνή του με τον Βενιζέλο, ο οποίος το λέει καθαρά, ότι η χώρα δεν έχει καμία ελπίδα εάν δεν αλλάξει η συνταγή και κυρίως ο χρονικός ορίζοντας, καθώς το πρόγραμμα δεν βγαίνει.
Ο κ. Φώτης θα είχε κάθε δικαίωμα να πει στην τρόικα μια κουβέντα παραπάνω. Και εκείνη κάθε υποχρέωση να τον ακούσει. Η ΔΗΜ.ΑΡ. δεν ψήφισε το μνημόνιο, αλλά δέχθηκε να κάνει μία προγραμματική και πολιτική μετατόπιση, για να εφαρμοστεί το βασικό περιεχόμενο του μνημονίου και η τρόικα θα όφειλε να το αναγνωρίσει έμπρακτα αυτό. Δεν βρίσκεις τέτοιους «πρόθυμους πελάτες» κάθε μέρα. Η ίδια η ΔΗΜ.ΑΡ. όμως απεμπόλησε αυτή τη δύναμή της. 
Ο κ. Φώτης υποσχέθηκε μία αριστερά της ευθύνης. Μέχρι τώρα έχουμε δει ότι η αριστερά του είναι της σιωπής και της αποδοχής. Τουλάχιστον οι άλλοι και πρωτίστως ο Βενιζέλος, λένε για επαναδιαπραγμάτευση. Η περίφημη απαγκίστρωση, που υποσχέθηκε η ΔΗΜ.ΑΡ., δεν ξεχάστηκε απλά, αλλά διαγράφτηκε. Από την προεκλογική φράση «αριστερά της ευθύνης», όχι απλά δεν υπάρχει πλέον το «αριστερά», αλλά φοβάμαι ότι δεν υφίσταται ούτε το «ευθύνης». 
Εναν μήνα μετά τις εκλογές, το ερώτημα που έχει αρχίσει να κυκλοφορεί μεταξύ σοβαρού και αστείου στα πολιτικά και δημοσιογραφικά γραφεία και διαχέεται στην κοινωνία είναι αν «η κυβέρνηση θα κάνει παρέλαση την 28η Οκτωβρίου». Γιατί για τη γαλοπούλα τα Χριστούγεννα κανείς δεν στοιχηματίζει ούτε για πλάκα. 
Είναι σαφές πλέον ότι η «επαναδιαπραγμάτευση» ή «αναθεώρηση» ή «απαγκίστρωση» έχει περιοριστεί στο αίτημα προς τους Ευρωπαίους εταίρους να δεχθούν επιμήκυνση κατά δύο χρόνια στην επιβολή του προγράμματος δημοσιονομικής σταθερότητας. Ο πρωθυπουργός και οι πολιτικοί αρχηγοί μαζί με τον υπουργό Οικονομικών μοιάζουν με λογιστές που έχουν ανοίξει τα τεφτέρια και μετρούν τρεις το λάδι τρεις το ξύδι από πού θα κόψουν για να είναι αρεστοί στους ελεγκτές της τρόικας. 
Τα ερωτήματα που υπήρχαν πριν από τις εκλογές επανακάμπτουν πιο έντονα: 
• Αν είναι κακή η συνταγή των μνημονίων και διευρύνει την ύφεση, γιατί οι τρεις αρχηγοί έχουν πέσει με τα μούτρα στην αναζήτηση τρόπων για να την εφαρμόσουν; Μήπως για να επιφέρουν νέα ύφεση και ακόμη μεγαλύτερη αποψίλωση της παραγωγικής βάσης της χώρας; 
• Ποιος εγγυάται ότι, αν εμφανιστούν σαν καλά παιδιά προς τους Ευρωπαίους εταίρους, θα κερδίσουν κάτι περισσότερο από ένα χτύπημα στον ώμο και την παρότρυνση ότι «είστε σε καλό δρόμο, συνεχίστε να εξοντώνεται τον λαό σας και θα δούμε»; 
Εν τω μεταξύ αποδείχθηκε ότι η εσωτερική υποτίμηση με τις οριζόντιες περικοπές μισθών, συντάξεων και η πλήρης διάλυση του εργασιακού καθεστώτος ούτε πιο ανταγωνιστική έκαναν την ελληνική οικονομία ούτε ξένες επενδύσεις προσέλκυσαν. Κανείς δεν δείχνει πρόθυμος να επενδύσει σε μια καθημαγμένη οικονομία και κοινωνία. Τώρα ζητείται το επόμενο βήμα: «Κάντε μερικές ιδιωτικοποιήσεις όσο – όσο για να φανεί ότι κινείται η αγορά και ότι το κλίμα αλλάζει». Αλλά κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι το βήμα αυτό θα έχει καλύτερη τύχη από το προηγούμενο πέρα από το να στερήσει από τον ελληνικό λαό δημόσια περιουσία και από το κράτος πηγές εσόδων που θα είναι απαραίτητες όσο πλησιάζει η ανθρωπιστι κή κρίση που προετοιμάζεται με τη χρόνια πια ανεργία, την κατάρρευση του ασφαλιστικού συστήματος και το κλείσιμο νοσοκομείων. 
Ενα ακόμη επιχείρημα που επικαλούνται εγχώριοι και ξένοι θαυμαστές των μνημονίων είναι ότι «πρώτα πρέπει να υπάρξει σταθεροποίηση και μετά ανάπτυξη». Παραβλέπουν, όμως, ότι η ανάπτυξη θέλει πόρους που η Ευρώπη ακόμη δεν έχει αποφασίσει. Και επιπλέον πρέπει να υπάρχει εθνικό σχέδιο για την αξιοποίησή της και τη διοχέτευση των πόρων σε παραγωγικούς στόχους, που η κυβέρνηση δεν δείχνει να έχει. Οσο όμως αυτά είναι αβεβαιότητες, η χώρα θα συνεχίσει να πορεύεται με τη βεβαιότητα της καταστροφικής πολιτικής των μνημονίων. Εάν και όταν αλλάξει η ευρωπαϊκή πολιτική, κανείς δεν ξέρει πώς θα αντιμετωπιστεί η «sui generis» ελληνική περίπτωση και τι θα έχει απομείνει τότε από τη χώρα για να διασωθεί. 
Οσο, όμως, αυτός ο προβληματισμός εξαπλώνεται στην κοινωνία που υποφέρει και οι ψευδαισθήσεις καταρρέουν, αποκτά ρεαλιστική βάση το ερώτημα αν η κυβέρνηση αυτή θα κάνει Χριστούγεννα.