Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

Ο Μπακαλόγατος

Τάλιρα τάλιρα, τάλιρα μόνου έντικα,
τάλιρα μόνου έντικα, με τις κρατήσεις δέκα
Δι φτάνουνε για πάρτη μου κι θέλου κι γυναίκα
Ω Ω Ω Ω κι θέλου κι γυναίκα.
Πού είσαι ρε Θανάαασήηηηηηηηηηηηηηη.
Τι φουνάζεις αφεντικό… εκεί που με έστειλες ήμουνα.
Πήγα τις ρέγκις στα ΚΑΠΗ, πήρα κι στις γριές την πίεση.
Και τι ξέρεις εσύ από πίεση, ρε Θανάση;
Ααα Μπά, γιατί ξέρεις ισύ απου Δήμαρχους Κυριάκου;;;;
Βρε άι στο διάολο άνοιξε το μπακάλικο
και πήγαινε το τυρί και τα λουμίνια στη γυναίκα του στρατηγού.

Και εκεί που η ιστορία εξελίσσονταν μέσα στο μυαλό μου, ακούγεται απ’ τα μικρόφωνα του τουριστικού λεωφορείου που μας πήγαινε εκδρομή στη Βυτίνα στη Μονή Κερνίτσας, μια ευγενική, ανδρική, ώριμη φωνή να απαγγέλει μια επιστολή. «Πόσο σημαντικό είναι ένα τηλεφώνημα όταν βρίσκεσαι στο κρεβάτι του πόνου». Στο τέλος της γλυκιάς αυτής ανάγνωσης, ο εκφωνητής μας συστήθηκε ως Βασίλης Θωμάς και, κάνοντας μια βόλτα στο διάδρομο του λεωφορείου, είχα την χαρά να τον γνωρίσω. Πώς σε λένε εσένα αγόρι μου με το αγγελικό ύφος; Τάσο, του λέω. Άγγελοι και οι δαίμονες στο ίδιο σώμα, κύριε Βασίλη, έτσι δυστυχώς είναι φτιαγμένοι οι άνθρωποι. Μάλλον ήθελα να εξομολογηθώ και βρήκα τον κατάλληλο άνθρωπο. Τι σου συμβαίνει, αγόρι μου, ζυγώνει ο κυρ Βασίλης με ύφος πατήρ Παΐσιου.
Τά ‘χω χαμένα, κύριε Βασίλη μου, με τις ιστορίες που πλάθει το άτιμο το μυαλό μου. Μέσω των συλλόγων έχω επισκεφθεί όλα τα μοναστήρια παρακαλώντας την Παναγία να με απαλλάξει από την φαντασιοπληξία μου, αλλά δυστυχώς δεν γίνεται τίποτα. Ήρθε και η ανοιχτή επιστολή του Ίκαρου στον «Παλμό» και το πράγμα περιπλέχτηκε ακόμα περισσότερο. Θα μου πεις γιατί σκάω αφού τα λόγια του Ίκαρου ήταν κολακευτικά για μένα και την γραφή μου;; Δεν πρόσεξες, όμως, πως ο Πελοποννήσιος στην κεφαλίδα είχε την επισήμανση «επιστολή πρώτη», που σημαίνει πως μου οφείλει και κάποια ρέστα. Και επειδή εγώ γεννήθηκα σε χωριό, κύριε Βασίλη, ξέρω πολύ καλά πως ο χασάπης χαϊδεύει την πλάτη στο γουρούνι πριν το σφάξει.
Για πες, Τάσο αγόρι μου, τι είναι αυτό που σε βασανίζει, τι είναι αυτό που μπαίνει στο μυαλό σου και σε κάνει να παρεκτρέπεσαι;; Να, ας πούμε, σήμερα κύριε Βασίλη, έχει πάρει το ποδήλατο και γυρίζει μέσα στο κεφάλι μου «ο μπακαλόγατος». Ποιος μπακαλόγατος, παιδί μου; Για τον Θανάση σου μιλάω, τον αντιδήμαρχο υγείας, κύριε Βασίλη, που δουλεύει στο κοινωνικό μπακάλικο του Δήμου. Το μπακάλικο αυτό το άνοιξε ο Δήμαρχος και έχει μέσα παραγιό το Θανάση για να ψαρεύουν ψηφοφόρους;; 
Τυλίγουν, που λες, οι αθεόφοβοι τις ρέγκες με ψηφοδέλτια του Φούντα για να τους πάει γούρι. Κι ύστερα παίρνουν φόρα και περιδιαβαίνουν στράτες, στενά, δρόμους και σοκάκια καβάλα στο ποδήλατο. Στο τιμόνι κάθεται πάντα ο Θανάσης, που έχει μακριά πόδια και βαράει γρήγορο πεντάλ, στη σχάρα πίσω λουφάρει χαμογελαστός ο Κυριάκος και με τα ακουστικά του γιατρού κρεμασμένα στα αυτιά σαρώνουν τις γειτονιές. Ο Θανάσης μοιράζει ρέγκες και τυρί απ’ το χωριό του Κυριάκου, ξέρεις «του Τρικαλνό σι φέτις κι σι τούβλου» και ο Κυριάκος απ’ την άλλη παίρνει την πίεση στα γεροντάκια να δει πόσοι θα αντέξουν μέχρι τις εκλογές. 
Ο κυρ Βασίλης όσο του μιλούσα για την φανταστική μου ιστορία είχε ξεκαρδιστεί στα γέλια. Τάσο, καλό μου παιδί, απ’ ό,τι βλέπω με την ιστορία που μου περιγράφεις ούτε η Παναγιά της Κερνίτσας δεν πρόκειται να σε κάνει καλά. Έχεις δίκιο, κυρ Βασίλη, μάλλον πρέπει να κάνει τάμα η γυναίκα μου στην Παναγιά της Τήνου, εκεί που πήγε και η Λιάνη τον Παπαντρέου και γύρισε σιδερένιος.
Έμαθες, κύριε Βασίλη, για τον ποδηλατόδρομο που φτιάχνει ο Δήμος;; Άκου να μαθαίνεις γιατί ξηλώνει ο Δήμαρχος τα πεζοδρόμια και φτιάχνει ποδηλατόδρομους. Θα μου πεις τί τους θέλει ο Δήμαρχος τους ποδηλατόδρομους, τη στιγμή που κλείνει τους παιδικούς σταθμούς, τα στέκια νεότητας, δεν βάζει πετρέλαιο στα σχολεία, αφήνει απλήρωτους τους βρεφονηπιακούς υπαλλήλους, κι αυτός ντε και καλά επιμένει να φτιάξει ποδηλατόδρομους;; Αμ δεν είναι έτσι τα πράγματα, κύριε Βασίλη μου! Μόλις σου πω τί έπαθε ο φουκαράς ο Κυριάκος με τον Θανάση και αποφάσισε να φτιάξει ποδηλατόδρομους, θα του δώσεις και συ απόλυτο δίκιο. 
Κατέβαιναν, που λες, τις προάλλες με το ποδήλατο την Πρωτοπαπαδάκη. Όπως πάντα στο τιμόνι ο Θανάσης ο γρήγορος με τα μακριά πόδια και ο χαμογελαστός Κυριάκος πίσω στη σχάρα. Ο Θανάσης, έτσι αλέγκρος που είναι, είχε πιάσει το τραγούδι στην κατηφόρα και τα είχε δώσει όλα… «Τάλιρα τάλιρα τάλιρα μόνου έντικα / Τάλιρα μόνου έντικα με τις κρατήσεις δέκα / Δι φτάνουνε για πάρτη μου κι θέλου κι γυναίκα / Ω Ω Ω Ω κι θέλου και γυναίκα…»   Κι εκεί που το ποδήλατο στην κυριολεξία πέταγε, φεύγει από τα χέρια της κυρά Νέτας το σκυλάκι το κανίς, διπλώνει το τιμόνι ο Θανάσης, κάτω ο Θανάσης, πάνω ο Κυριάκος χαιρετούσαν ιπτάμενοι τους περαστικούς κάνοντας απλωτές σαν να χαροπάλευαν με τα κύματα.
Φαρδύς πλατύς ανάσκελα στην άσφαλτο ο Θανάσης αρνούνταν πεισματικά να ανοίξει τα μάτια μέχρι που του έβαλε μια ρέγκα στη μύτη ο Κυριάκος και τον συνέφερε – το ‘χαν ξαναπάθει λέει και ήξερε το κόλπο. 
Την επόμενη μέρα, έκτακτο Δημοτικό Συμβούλιο με μοναδικό θέμα την έγκριση ποδηλατόδρομου απ’ άκρη σε άκρη της πόλης. Κανόνισαν μάλιστα σε ειδική τελετή να δοθεί στον ποδηλατόδρομο το όνομα «ο μπακαλόγατος» προς τιμή του ηρωικώς και εις καθήκον πεσόντα, Θανάση Μπόρα. Το Μπόρας βγαίνει απ’ το εκρηκτικό ταπεραμέντο του Θανάση στο δημοτικό συμβούλιο. Αστράφτει και βροντάει ο μπαγάσας άμα πάρει το λόγο. Τον βλέπεις να αγορεύει και χαίρεσαι, ανάβουν τα αίματα, αναψοκοκκινίζει, χτυπιέται. Άσχετα αν οι υπόλοιποι μιλάνε για άλλο θέμα, αυτός θα πει τα δικά του, και στο τέλος θα χαλαρώσει, θα ευλογήσει το σώμα του δημοτικού συμβουλίου και θα κλείσει την ομιλία του με ένα «δι’ ευχών των αγίων πατέρων ημών» ειρήνη ημίν, αδέλφια, νά ‘χετε την ευλογία μου.
Μου φαίνεται, Τάσο αγόρι μου, πως η κατάστασή σου είναι όντως αγιάτρευτη. Αγνόησε, όμως, τους ηθικοδιδάσκαλους γιατί η σάτιρα είναι το αλατοπίπερο της ζωής, συνέχισε να γράφεις εσύ τις ιστορίες σου να τις διαβάζουμε και μεις γιατί, «κανείς δεν θα σε θυμάται για τις κρυφές σου σκέψεις».