Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ Μίνα Χειμώνα, Ηθοποιός: «Ώρα να κάνουμε τομές και να προχωρήσουμε παρακάτω»

Με την κυρία Μίνα Χειμώνα γνωριστήκαμε όταν πήγα να δω την παράσταση που παρουσιάζεται στο θέατρο Altera Pars, την «Αόρατη αλυσίδα». Ήταν τόσο ωραία δουλειά και τόσο καλή η κυρία Χειμώνα, ίσως στο πιο δύσκολο εγχείρημα για έναν ηθοποιό (θεατρικός μονόλογος γαρ), που μετά θεώρησα πως έπρεπε να της ζητήσω να μου παραχωρήσει αυτή τη συνέντευξη, για να μπορέσουν οι αναγνώστες του «ΠΑΛΜΟΥ» να γνωρίσουν αυτή τη δουλειά και κατ’ επέκταση τον άνθρωπο που την ενσαρκώνει. Η κυρία Μίνα Χειμώνα λοιπόν.

«ΠΑΛΜΟΣ»: Κυρία Χειμώνα, η πρώτη ερώτηση που θέλω να σας κάνω δεν είναι καλλιτεχνικού ενδιαφέροντος αλλά πολιτικού. Επειδή βρισκόμαστε λίγες μόνο μέρες μετά τις εκλογές της 6ης Μαΐου, θα ήθελα να μάθω πώς αναγνώσατε εσείς τα αποτελέσματα της κάλπης.
ΜΙΝΑ ΧΕΙΜΩΝΑ: Αποφάσισε ο λαός και αυτό για μένα είναι το βασικό. Αποφάσισε και έκρινε ότι κανείς δεν μπορεί να ανήκει στην πρώτη θέση μόνος του. Στη φάση που είμαστε αυτή τη στιγμή, στη φάση που όλοι βιώνουμε, ο λαός αποφάσισε πως πρέπει να κάνουμε συνεργασίες. Το συγκεκριμένο έχει και μια σχέση και με το θέατρο, ότι πρέπει να συσπειρωθούμε για να βγάλουμε τελικά κάποιο αποτέλεσμα.
Το θέμα είναι η ουσία του πράγματος: ο ελληνικός λαός, παρόλο που έχει δώσει τα φώτα και τα πολιτιστικά και τα πολιτικά για πάρα πολλά χρόνια στην Ευρώπη αλλά και τον κόσμο, αντί να δέχεται ευχαριστίες από αυτούς, τους βρίσκει απέναντι. Αυτός ο λαός, λοιπόν, θέλω να πιστεύω ότι εξακολουθεί να παλεύει και να αντιστέκεται. Και στις εκλογές αυτές νομίζω πως το απέδειξε, ξεσηκώθηκε. Μπόρεσε τελικά να βάλει τα όριά του, με κάποιο τρόπο, και ενδεχομένως να διεκδικήσει. Βέβαια, υπάρχουν άνθρωποι της πολιτικής, οι οποίοι είναι σώφρονες και θα κάνουν ό,τι οφείλουν να κάνουν για να αποφύγουμε αυτή τη λαίλαπα – διότι περί αυτού πρόκειται, περί λαίλαπας – και ελπίζω αυτό να γίνει με τον καλύτερο τρόπο. Δεν θεωρώ ότι νέες εκλογές θα βοηθήσουν τον τόπο σε κάτι. Αλλά πρέπει, επιτέλους, να αποδείξουμε ότι είμαστε ενωμένοι και δεν βρισκόμαστε σ’ έναν κύκλο διχόνοιας που μας χαρακτηρίζει όλα αυτά τα χρόνια. Να παραμεριστούν προσωπικές φιλοδοξίες και «καρέκλες», για να το πω πιο λαϊκίστικα, να προχωρήσουμε συσπειρωμένοι ώστε να γίνουμε πιο δημιουργικοί, πιο οργανωτικοί και να μπορούμε να ανταγωνιστούμε τις μεγαλύτερες δυνάμεις, κάτι που έχουμε κάνει στο παρελθόν με τους ιστορικούς αγώνες μας. Ειλικρινά, δεν ξέρω τί είδους ομίχλη έχει πέσει μπροστά μας αυτή τη φορά και δεν μπορούμε να διακρίνουμε το δρόμο που πρέπει να πάρουμε. Ήρθε πάντως η ώρα να κάνουμε τομές και να προχωρήσουμε παρακάτω.

«Π»: Στα καλλιτεχνικά τώρα. Είστε συνιδρύτρια του πολυχώρου Altera Pars και ανεβάζετε αυτή την περίοδο και μέχρι τέλος Μαΐου την «Αόρατη Αλυσίδα».
Μ.Χ.: Λοιπόν, είμαι συνιδρύτρια της Ομάδας AlteraPars, που σημαίνει «η άλλη πλευρά», με τον Πέτρο Νάκο, που είναι συνάδελφος και σκηνοθέτης, με τον οποίο συμπορευόμαστε εδώ και δέκα χρόνια σ’ ένα χώρο στον Κεραμεικό, και στόχος μας είναι ο χώρος αυτός να είναι ένας χώρος τέχνης.
Ως προς την «Αόρατη Αλυσίδα» τώρα, είναι τρεις μονόλογοι σε συσκευασία ενός! Το έργο είναι του Κάρλος Φερρέρα, Κουβανού συγγραφέα από τους νεότερους μεν αλλά από τους πιο αξιόλογους της ισπανόφωνης δραματουργίας, και είναι η πρώτη φορά που παρουσιάζεται στην Ελλάδα. Μεταφράστηκε με δική μου επιθυμία από τη Μαρία Χατζηεμμανουήλ και τον Δημήτρη Ψαρρά ακριβώς για να ανέβει στο χώρο του Altera Pars. Είναι ουσιαστικά τρεις μονόλογοι που ερμηνεύονται από μία ηθοποιό και είναι μονόλογοι από τρεις αδελφές τρίδυμες, οι οποίες έχουν βιώσει κάποια βασικά θέματα μέσα στην οικογένεια, έχουν επηρεαστεί από αυτά και εμείς τις βλέπουμε στη χρονική στιγμή της ζωής τους που αποφασίζουν να ξεπεράσουν όλα αυτά που έχουν βιώσει και να συνεχίσουν στο μέλλον τους πιο αισιόδοξα. Ορίστε, αυτά που λέγαμε για την Ελλάδα πριν. Αποφασίζουν λοιπόν να «μεταφέρουν» τα βιώματά τους, να κάνουν τομή σ’ αυτά και να πάνε παρακάτω. 
Τί σημαίνει τώρα αυτό; Τα θέματα που πραγματεύεται η παράσταση έχουν σχέση με την ενδοοικογενειακή βία και την παιδική κακοποίηση, που είναι θέματα που απασχολούν πολύ μεγάλη μερίδα ανθρώπων και ποσοστό ανά τον κόσμο. Τα ποσοστά είναι τεράστια και στη Δυτική Ευρώπη και στην Αμερική και παντού. Είναι ωστόσο θέματα για τα οποία ο κόσμος συνήθως σιωπά εντός οικογενείας ή σε μικρές κοινωνίες όπου η κατακραυγή του περιβάλλοντος είναι πολύ έντονη. Και στην Ελλάδα συμβαίνει αυτό και μάλιστα πριν ξεκινήσουμε την παράσταση έγινε μια μικρή έρευνα σχετικά. Αυτές όμως δεν παύουν να είναι γυναίκες που τις συναντάμε κάθε μέρα στη ζωή μας, γυναίκες απλές, καθημερινές που βίωσαν ό,τι βίωσαν και αποφασίζουν να πάνε παρακάτω. Και αυτό ήθελε ο συγγραφέας να κατά δείξει: ότι πέρα από το όποιο κόστος και τίμημα έχει μια τέτοια ιστορία, δεν πρέπει να κλείνουμε τα μάτια αλλά αυτή να μας κάνει καλύτερους στη ζωή μας. Η «Αόρατη Αλυσίδα» είναι το τί συνδέει τις τρεις αδελφές μεταξύ τους, είτε από το περιβάλλον, είτε από την αγάπη που νιώθουν η μία για την άλλη χωρίς να έχουν τολμήσει ποτέ να το εκφράσουν, αλλά και αυτό που ενώνει όλες τις γυναίκες του κόσμου που έχουν περάσει, που έχουν βιώσει τέτοιου είδους καταστάσεις και συνεχίζουν να πορεύονται.

«Π»: Πόσο δύσκολο είναι το εγχείρημα ενός μονολόγου;
Μ.Χ.: Κάποια στιγμή έλεγα πως είναι το πιο δύσκολο θεατρικό είδος διότι ο μονόλογος δεν παύει να είναι διάλογος με τον ίδιο τον χαρακτήρα, με τον ηθοποιό, τον εαυτό του δηλαδή, και φυσικά με το κοινό. Υπάρχει πάντα αυτό το πάρε – δώσε που υπάρχει στο θέατρο, η ανταλλαγή εικόνων, συναισθημάτων, λέξεων κλπ. με το κοινό. Ο μονόλογος έχει μια επιπλέον δυσκολία ότι πρέπει να κατατεθεί τόσο αληθινά σαν να παίζεται στη σκηνή με κάποιον άλλον. Θέλω να πως πως είναι το ίδιο πράγμα σαν να συνδιαλέγεται με έναν άλλον ηθοποιό επί σκηνής, συνδιαλέγεται με τον ίδιο του τον χαρακτήρα και με το κοινό από κάτω. Και είναι και δύσκολο γιατί αισθάνεσαι πως έχεις και όλο το βάρος το ερμηνευτικό, το υποκριτικό, ως καλλιτέχνης επί σκηνής και έχεις και μεγαλύτερη ευθύνη του να μεταφέρεις τα διαδραματιζόμενα επί σκηνής στον κόσμο.

«Π»: Κυρία Χειμώνα, έχετε ένα πολύ εντυπωσιακό βιογραφικό. Ρόλοι στον κινηματογράφο, στο θέατρο, στην τηλεόραση… Εσείς ποιά δουλειά θεωρείτε σταθμό στην καριέρα σας;
Μ.Χ.: Πιστεύω πως όλες μου οι επιλογές ήταν σταθμοί στην καριέρα μου αλλιώς δεν θα τις έκανα. Το θέατρο είναι η αγάπη μου, όπως νομίζω και για όλους τους ηθοποιούς. Είναι πολύ σημαντικό για μένα να ξεκινάς από το θέατρο και μετά να κάνεις παράλληλα ή κατ’ ανάγκη κάποια άλλα πράγματα. Τι σημαίνει αυτό; Οτι ξεκινώντας ή σπουδάζοντας σε μια δραματική σχολή, μαθαίνεις πρώτα απ’ όλα να μιλάς, να αναπνέεις, να ακούς τον απέναντί σου. Αυτό είναι το θέατρο για μένα: είναι η βάση των πραγμάτων. Από κει και πέρα προκύπτουν παράλληλες δράσεις, που αυτό σημαίνει τηλεόραση, κινηματογράφος, ραδιόφωνο, διαφήμιση… Τίποτα δεν είναι μεμπτό, ένας ηθοποιός πρέπει και να ζήσει από το να είναι απλώς καλλιτέχνης. Αρκεί να μην κάνει πολλές εκπτώσεις, με την έννοια του να νιώθει καλά με αυτό που θα επιλέξει να κάνει. Και αυτή η επιλογή μπορεί πολλές φορές να είναι αρωγός της αναγνωρισιμότητάς του σε σχέση με τον κόσμο και της εκτίμησης από το ευρύ κοινό, που αυτό δεν είναι και τόσο εύκολο να το έχεις στο θέατρο. 
Ας μην ξεχνάμε ότι παλιότερα το θέατρο ήταν για ένα πιο εκλεπτυσμένο κοινό. Υπήρχε δηλαδή ένας διαχωρισμός: το θεατρόφιλο κοινό, το τηλεοπτικό κοινό κλπ. Για μένα εν πάση περιπτώσει το κοινό είναι ίδιο. Δηλαδή αν το κοινό θέλει να ακολουθήσει έναν ηθοποιό και να δει μια παράσταση, θα πάει εκεί στοχευμένα. Σίγουρα έχουν παίξει μεγάλο ρόλο και τα ΜΜΕ αλλά μπαίνουμε σε μια συζήτηση που προσωπικά δεν με αφορά ιδιαίτερα. Επέλεξα να κάνω δουλειά σ’ έναν χώρο που είναι εκτός κέντρου με ανθρώπους που πιστεύω, με παραστάσεις που επίσης πιστεύω ότι  έχουν να πουν κάτι στον κόσμο – και αυτό ήταν το ζητούμενο ως επί το πλείστον. Όλα τ’ άλλα τα πιο επικοινωνιακά και τα συναφή δεν με αφορούν. Βέβαια, σήμερα όλα είναι θέμα διαφήμισης και μάρκετινγκ, ακόμα και η πολιτική. Ε, βαρέθηκα λίγο μ’ αυτό! Ας εκτιμήσει και ο κόσμος μόνος του τον άνθρωπο. Υπάρχει και το ανθρώπινο στοιχείο που είναι εύπλαστο, συναισθηματικό, ευαίσθητο… δεν είναι όλα πια τεχνοκρατικά. Η εποχή μας, δυστυχώς, είναι μόνο εικόνα. Αλλά ο ηθοποιός δεν είναι μόνο φαίνεσθαι είναι και είναι.

«Π»: Να ξαναγυρίσω στην «Αόρατη Αλυσίδα» και να ρωτήσω με ποιόν από τους τρεις μονολόγους ταυτίζεστε περισσότερο;
Μ.Χ.: Είναι δύσκολη ερώτηση αυτή γιατί με έχει προβληματίσει κι εμένα το θέμα αυτό. Θα συμφωνήσω με κάτι που μου είπε μια φίλη, μια νεότερη συνάδελφος: ότι είμαι η Όλγα (η μεγαλύτερη από τις τρεις αδελφές) όταν βάλλομαι από την αδικία και την υποκρισία – ότι είμαι δηλαδή πιο διεκδικητική και έντονη –  ότι είμαι η μεσαία αδελφή, πιο ευαίσθητη, πιο ευάλωτη, λίγο πριν βγω από το καμαρίνι, και γίνομαι η τρίτη αδελφή, πιο άνετη, πιο φιλική, όταν πια τελειώνει η παράσταση και βρίσκομαι με φίλους και κόσμο. Δεν ξέρω αν ταυτίζομαι με κάποια, πιστεύω όμως ότι σε δεδομένες στιγμές της ζωής μου ή σε φάσεις έχω στοιχεία και από τις τρεις. Ίσως τελικά γι’ αυτό να επέλεξα αυτό το έργο, γιατί με καλύπτουν και οι τρεις χωρίς να είμαι κάποια από αυτές; Ίσως επειδή με συνθέτουν και μου δίνουν και κάποιες απαντήσεις για τη ζωή μου; Συν το γεγονός ότι έχω και εγώ άλλες δύο αδελφές – εγώ είμαι η μεγαλύτερη – και στις οποίες αφιερώνω και την παράσταση αυτή γιατί είναι οι δικές μου συμπαραστάτριες και μας ενώνει κι εμάς η δική μας «αόρατη αλυσίδα».

«Π»: Είπατε πριν ότι ηθοποιός δεν είναι το φαίνεσθαι αλλά το είναι. Σας ενοχλεί που τα πράγματα σήμερα δεν λειτουργούν έτσι; Σας ενοχλεί που κάποιος γίνεται γνωστός μέσα σ’ ένα βράδυ;
Μ.Χ.: Αυτό πάντα υπήρχε, το να γίνεις γνωστός σ’ ένα βράδυ. Το θέμα είναι τί γίνεσαι την επόμενη μέρα! Το πιο δύσκολο είναι πώς διατηρείσαι γιατί έχουμε δει στο καλλιτεχνικό στερέωμα πολλούς διάττοντες αστέρες. Το βασικό είναι αν αγαπάς αυτό που κάνεις, να μπορείς να έχεις πυγμή και πίστη και να μπορείς να προχωρήσεις πέρα από αυτό γιατί αυτό είναι που τελικά σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, σε κάνει πιο ανοιχτό μυαλό, με συναισθήματα και διαθέσεις που μπορείς να τα καταδείξεις και τα οποία στην πραγματική ζωή κρύβονται και είναι πιο ουσιώδη και σημαντικά.
Σίγουρα είναι σημείο των καιρών το να γίνεις γνωστός σ’ ένα βράδυ. Όμως, για μένα σημασία έχει τι μένει ως βάση. Γι’ αυτό και πιστεύω τόσο στη θεατρική καταγωγή. Η δουλειά μας είναι πάνω απ’ όλα δουλειά: απαιτεί αφοσίωση, μελέτη, συγκέντρωση, ετοιμότητα να δεχθείς βολές, κριτική, τα πάντα… Και να μπορείς να λες «πάμε παρακάτω γιατί αγαπάμε το θέατρο και γι’ αυτό έχουμε έρθει όλοι εδώ».

«Π»: Και μία τελευταία ερώτηση που πάντα το «Έγχρωμο Ραδιόφωνο» κάνει. Αν έπρεπε να τιτλοφορήσετε αυτή τη συνέντευξη, τι τίτλο θα της δίνατε;
Μ.Χ.: Συνάντηση μ’ έναν ηθοποιό στα καμαρίνια του Altera Pars! Ενός χώρου που δημιουργήθηκε με αγάπη και προσωπική δουλειά για να προσθέσει ένα λιθαράκι με καλλιτεχνικές ανησυχίες και ανάγκη για δημιουργία…