Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

Νίκος Ανδρουλάκης: Σοσιαλδημοκρατία και κράτος – μαγαζί δεν πάνε μαζί

Συνέντευξη του Νίκου Ανδρουλάκη στο tvxs.gr

:

Θεμελιώδη και όχι επικοινωνιακά είναι τα ερωτήματα για τον κ. Τσίπρα που αφορούν το κράτος δικαίου, την διάκριση των εξουσιών και την ουσιαστική δημοκρατική λειτουργία του πολιτεύματος, μετά τις αποκαλύψεις για στενούς του κομματικούς και κυβερνητικούς συνεργάτες κ. Παπαγγελόπουλο, κ. Καμμένο και κ. Παππά.

Παράλληλα ο Ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ, κ. Νίκος Ανδρουλάκης προειδοποιεί την κυβέρνηση δεν θα υπάρχει καμία δικαιολογία και θα είναι αποκλειστικά υπεύθυνη εάν αποτύχει να διαχειριστεί με τρόπο διαφανή και αποδοτικό τα 22 δισ. Ευρώ σε επιδοτήσεις και τα 10 δισ. Ευρώ σε δάνεια, το μεγαλύτερο ποσό αναλογικά στα κράτη – μέλη της ΕΕ, που θα προκύψουν από το υπό διαπραγμάτευση Ταμείο Ανασυγκρότησης.

Με το βλέμμα στις διαπραγματεύσεις του Ιουλίου για το πακέτο των 750 δισ. ευρώ, ο κ. Ανδρουλάκης προσβλέπει σε συμφωνία μέσα στο καλοκαίρι ώστε να αποκατασταθεί και στην κοινή γνώμη η εικόνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μετά την αλλαγή πλεύσης που σηματοδότησε η Γαλλογερμανική πρόταση.

Επιμένοντας στην αυτονομία του χώρου, επισημαίνει ότι δεν υπάρχει κανένα σοβαρό προηγούμενο παράταξης ή κόμματος που να επιβίωσε σε ρόλο δορυφόρου, τονίζοντας ότι η επίκληση της αυτονομίας από μόνη της δεν αρκεί, αλλά πρέπει να δεθεί και με μια ισχυρό ιδεολογικό και προγραμματικό λόγο. Όσον αφορά τη δυναμική του προοδευτικού χώρου, ο κ. Ανδρουλάκης τονίζει ότι η προσπάθεια πρέπει να γίνει υπόθεση της κοινωνίας, καθώς οι από τα πάνω διεργασίες στη δημοκρατική παράταξη, έχουν αποτύχει στο παρελθόν και θα αποτύχουν και στο μέλλον.

*Στο τραπέζι των ηγετών την περασμένη εβδομάδα μπήκε επί τάπητος το σχέδιο Μέρκελ-Μακρόν για το Ταμείο Ανάκαμψης. Εκτιμάτε ότι η πρόταση για δύναμη πυρός 750 δις θα περάσει ή θα υπάρξει συμβιβασμός με «εκπτώσεις»;

Πιστεύω ότι, σε αυτή τη φάση τουλάχιστον, οι αντιδράσεις των τεσσάρων «σφιχτών» κρατών – μελών φαίνεται να κάμπτονται, κάτι που φυσικά δημιουργεί αισιοδοξία για το αποτέλεσμα αυτής της δύσκολης διαπραγμάτευσης. Εξάλλου, η ανάγκη για να ληφθούν γρήγορα οι αποφάσεις τόσο για το Ταμείο Ανάκαμψης, όσο και για το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2021-2027 του οποίου η διαπραγμάτευση εκκρεμεί μετά το ναυάγιο του Φεβρουαρίου, δημιουργεί ένα πιεστικό χρονικό πλαίσιο. Σε κάθε περίπτωση, οι ηγέτες έχουν ξεκαθαρίσει ότι για να κλείσει ολόκληρο το πακέτο, απαιτείται προηγουμένως να συναντηθούν κατ’ ιδίαν, γεγονός που δείχνει ως πιθανή ημερομηνία επίτευξης συμφωνίας τις 17-18 Ιουλίου, αναμένοντας και το πλαίσιο διαπραγμάτευσης από τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου κ. Σαρλ Μισέλ. Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει ότι δε θα υπάρξει πρόοδος μέχρι τότε, έστω και για επικοινωνιακούς λόγους. Η τραυματισμένη εικόνα της Ένωσης από την αμήχανη διαχείριση του πρώτου διαστήματος της πανδημίας, πρέπει να βελτιωθεί και ελπίζω το αποτέλεσμα της Συνόδου να είναι αντάξιο μιας Ευρώπης περισσότερο ενωμένης και αλληλέγγυας από ποτέ.

*Τελικά η Ευρώπη έκανε την υπέρβαση στην κρίση της πανδημίας ή, για μια ακόμη φορά, έτρεξε εκ των υστέρων;

Η ανεπαρκής ηγεσία, οι περιορισμένες αρμοδιότητες στα θέματα της υγείας και ο κακός συντονισμός στο επίπεδο των 27 κρατών-μελών, όπως δυστυχώς αποδείχτηκε εκ του αποτελέσματος, δημιούργησαν αρχικά την εικόνα μιας ολίγιστης Ευρώπης. Επιπλέον, κράτη-μέλη όπως η Γερμανία έκαναν καταρχήν το ολέθριο λάθος να κλείσουν τις στρόφιγγες των εξαγωγών υγειονομικού υλικού και μέσων ατομικής προστασίας, τη χρονική στιγμή μάλιστα που άλλα κράτη-μέλη όπως η Ιταλία ήταν στη χειρότερη της φάση αντιμετωπίζοντας εκατόμβες νεκρών. Ευτυχώς, όμως, τόσο η Ευρώπη, όσο και πολλά από τα κράτη-μέλη της, φαίνεται ότι στην πορεία έμαθαν από τα λάθη τους και άλλαξαν τη στάση τους. Αυτή η αλλαγή πλεύσης, αποτυπώνεται και μέσω της κοινής Γαλλογερμανικής πρότασης, η οποία ουσιαστικά αποτέλεσε και τη ραχοκοκαλιά της πρότασης της Επιτροπής για το Ταμείο Ανάκαμψης. Το ευτύχημα είναι, ότι υπάρχει η θέληση, ο χρόνος και τα εργαλεία για να διορθωθούν δομικά προβλήματα, όπως για παράδειγμα έγινε με τη δημιουργία αποθεμάτων έκτακτης ανάγκης και την ενίσχυση των αρμοδιοτήτων του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Πολιτικής Προστασίας, για τον οποίο είμαι εισηγητής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, του οποίου ο Προϋπολογισμός αυξήθηκε από το 1 στα 3.2 δισ. ευρώ.

*Πώς κρίνετε την ανταπόκριση της κυβέρνησης στην υγειονομική κρίση;

Η Ελλάδα έλαβε μέτρα νωρίς και όπως φαίνεται βγήκε από το πρώτο κύμα της πανδημίας χωρίς να έχει μεγάλες απώλειες σε ανθρώπινες ζωές αντίστοιχες με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, κυρίως επειδή οι πολίτες της εμπιστεύτηκαν και υιοθέτησαν πλήρως τις συστάσεις των επιστημόνων. Η εξάρτησή μας, βέβαια, σε τόσο μεγάλο βαθμό από τον εξωτερικό τουρισμό σε σχέση και με τους ανταγωνιστές μας, επιτάσσει το άνοιγμα των συνόρων εντός και εκτός Σέγκεν, κάτι όμως που πρέπει να γίνει ακολουθώντας συγκεκριμένο υγειονομικό σχέδιο με ξεκάθαρους κανόνες για όλους, ώστε να μη ζήσουμε μια δυσάρεστη περιπέτεια σε δεύτερο χρόνο.

*Σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση της ύφεσης; Επαρκεί το εύρος και το μίγμα των οικονομικών μέτρων που έχουν ανακοινωθεί;

Τα μακροοικονομικά στοιχεία που αφορούν τις επιπτώσεις της πανδημίας είναι δυναμικά και εξαρτώνται φυσικά σε μεγάλο βαθμό από τη διάρκεια της κρίσης, παγκοσμίως. Η ελληνική κυβέρνηση, όμως, έχοντας απ΄ ότι φαίνεται στη διάθεσή της ένα συνολικό πακέτο πάνω από 22 δισ. ευρώ σε επιδοτήσεις και 10 δισ. ευρώ σε δάνεια, μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις οικονομικές παρενέργειες της υγειονομικής κρίσης, αρκεί να έχει συγκεκριμένο σχέδιο και ένα πλαίσιο που θα ευνοήσει την υψηλή απορροφητικότητα των διαθέσιμων πόρων. Η νέα θέση που φιλοδοξεί να εδραιώσει η Ευρωπαϊκή Ένωση σε αυτή τη χρονική συγκυρία, ταυτίζεται με την εθνική ανάγκη που δεν είναι άλλη από τον μετασχηματισμό της Ελληνικής οικονομίας και την αλλαγή του μοντέλου ανάπτυξής της, ώστε να καταστεί περισσότερο ανταγωνιστική και εξωστρεφής. Έτσι, θα μπορεί η αξιόπιστη πλέον Ελλάδα να πιέσει για περισσότερη αλληλεγγύη στην Ένωση. Αυτές οι αλλαγές, μαζί τη θεσμική ενίσχυση και την εμπέδωση της αναγκαιότητας για πραγματική και όχι προσχηματική διαφάνεια σε όλη την δημόσια ζωή, είναι η νέα πολιτική που πρέπει να απαιτήσουμε και να προωθήσουμε. Η κυβέρνηση, δεν έχει πλέον κανένα άλλοθι και πρέπει πάνω από όλα να πιέσει τις τράπεζες να διοχετεύσουν τη ρευστότητα αξιοκρατικά στις επιχειρήσεις που έχουν ανάγκη, ώστε να αξιοποιηθούν κατάλληλα τα 200 δισ. ευρώ εγγυήσεων που προορίζονται από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων για τις Ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Πρακτικές, όπως ήταν η σκανδαλώδης πελατειακή ιστορία με τα vouchers κατάρτισης των επιστημόνων ή όπως θα έλεγα με τα voucher της ντροπής που για μέρες προσπαθούσαν όλα τα στελέχη της ΝΔ να καλύψουν, δεν πρέπει να επαναληφθούν. Η κυβέρνηση πρέπει επιπλέον να αξιοποιήσει τα χρήματα από το πρόγραμμα SURE των 100 δισ. ευρώ για τους εργαζομένους, με αξιοκρατικό τρόπο. Δεδομένου ότι κάποιες χώρες δεν είναι διατεθειμένες να συμμετάσχουν, η Ελλάδα θα μπορέσει να αντλήσει από εκεί πάνω από 2 δισ. ευρώ. Με ένα χρηματοδοτικό πακέτο αρκετά υψηλό στη διάθεσή της τόσο με τα ήδη συμφωνηθέντα, όσο και με τα υπό διαπραγμάτευση, η κυβέρνηση θα είναι αποκλειστικά υπεύθυνη εάν αποτύχει να τα διαχειριστεί με τρόπο διαφανή και αποδοτικό, ώστε να αντιμετωπίσει την επικείμενη οικονομική κρίση.

*Η πανδημία ανοίγει νέες πολιτικές προκλήσεις και στην Ευρώπη. Ποιος είναι ο ρόλος της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας απέναντι σ’ αυτές τις προκλήσεις;

Οι πολιτικές προκλήσεις που εξαιτίας της πανδημίας καθίστανται πιο επιτακτικές, ευθυγραμμίζουν τις προτεραιότητες της νέας εποχής με εκείνες της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας∙ με την ανάγκη για ένα πλατύ δίχτυ προστασίας και ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος, να είναι η πλέον προφανής. Η υγειονομική κρίση και η οικονομικές συνέπειες που αυτή επιφέρει, υπογραμμίζουν την ανάγκη για νέα ελπίδα, σχέδιο και ασφάλεια, απέναντι στο φόβο, τον ανορθολογισμό και τις ευκαιριακές συμμαχίες κι επιλογές. Η Ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία πρέπει να πρωταγωνιστήσει στην ολοκλήρωση της ΕΕ ώστε μέσα από τη δημοκρατική της λειτουργία να ενισχυθούν ο σεβασμός στο κράτος δικαίου, η μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων, η προστασία του περιβάλλοντος, θεματικές δηλαδή που αποτελούν και τις κύριες πολιτικές μας προτεραιότητες.

*Από το Φόρουμ των Δελφών ο Αλέξης Τσίπρας κάλεσε το Κίνημα Αλλαγής σε συζήτηση εφ’ όλης της ύλης, ενώ έχει ήδη απευθύνει «προσκλητήριο» προοδευτικής διακυβέρνησης. Αφορά τελικά, ή όχι, το Κίνημα Αλλαγής ένας τέτοιος διάλογος και υπό ποιες προϋποθέσεις, και σε ποιο πολιτικό πλαίσιο, θα μπορούσε να υπάρξει συζήτηση των προοδευτικών δυνάμεων στην Ελλάδα;

Ο κ. Τσίπρας μετά τις τελευταίες εξελίξεις που αφορούν τις αποκαλύψεις με τον κ. Παπαγγελόπουλο, τον κ. Καμμένο και τον κ. Παππά, στενούς του κυβερνητικούς και κομματικούς συνεργάτες, έχει να απαντήσει σε θεμελιώδη και όχι επικοινωνιακά ερωτήματα που αφορούν το κράτος δικαίου, την διάκριση των εξουσιών και την ουσιαστική δημοκρατική λειτουργία του πολιτεύματός μας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ όψιμα ανακάλυψε την προοδευτική διακυβέρνηση, ενώ ο ίδιος συγκυβέρνησε με ένα από τα πιο ακροδεξιά κόμματα της χώρας. Δεν το λέω αυτά γιατί το «κρατάω μανιάτικο», Στην πολιτική ως χώρο συμπύκνωσης ποικίλων συμφερόντων και ιδεών κανείς δεν μπορεί να πορεύεται μόνο με βάση το παρελθόν. Αλλά και κανείς δεν μπορεί να πορεύεται χωρίς αυτό. Ισχυρίζομαι όλα αυτά γιατί στον ΣΥΡΙΖΑ δεν κάνουν πολιτική αλλά μικροπολιτική. Επικαλούνται τις προοδευτικές δυνάμεις – όπως το 2015 επικαλέστηκαν τη κατάργηση του μνημονίου σε μια μέρα με ένα νόμο και ένα άρθρο συγκυβερνώντας με τον ορισμό της αντιπροοδευτικής δύναμης- για ένα μόνο λόγο, γιατί διαβλέπουν πως μόνο έτσι έχουν τη δυνατότητα να επανέλθουν στην εξουσία. Σε καμιά όμως πραγματικά προοδευτική δύναμη δεν επιτρέπεται να αστειεύεται με την πολιτική. Το ζήτημα της δυναμικής του προοδευτικού χώρου σε μια εποχή που όλα δείχνουν την πολιτική και ιδεολογική ηγεμονία του συντηρητικού λόγου και των φοβιών που αυτός κουβαλά, είναι όντως υπαρκτό. Για να έχει όμως ουσία, αυτή η προσπάθεια πρέπει να σταματήσει να είναι μια συζήτηση για το μοίρασμα των κομματικών εξουσιών και του κράτους και να γίνει υπόθεση της κοινωνίας.

Είναι υπόθεση των νέων που βιώνουν περισσότερο απ’ όλους το φαινόμενο της ανεργίας, των μεσαίων και λαϊκών στρωμάτων που χειμάζονται από την κρίση που φαίνεται πως θα ακολουθήσει την πανδημία. Όλων αυτών που έχουν ανάγκη τις κοινωνικές υπηρεσίες και τις δομές κοινωνικής προστασίας και προσβλέπουν στην παρέμβαση του κράτους και της πολιτικής προκειμένου να παραμείνουν ισότιμα μέλη της κοινωνίας, χωρίς να αναγκάζονται να ζουν μόνο με επιδόματα. Αλλά και αυτών που αποτελούν τα δυναμικά παραγωγικά στρώματα που ταλαιπωρούνται καθημερινά από τα γραφειοκρατικά και πελατειακά εμπόδια, των δυνάμεων της δημιουργίας και όχι κρατικοδίαιτης επιχειρηματικότητας. Αυτούς πρέπει να εκφράσουμε, με ειλικρινή και αδιαμεσολάβητο διάλογο. Οι από τα πάνω διεργασίες στη δημοκρατική παράταξη, έχουν αποτύχει στο παρελθόν και θα αποτύχουν και στο μέλλον.

*Ποια πρέπει να είναι η πολιτική προτεραιότητα, και ποιες οι κοινωνικές συμμαχίες, του Κινήματος Αλλαγής; Θα συνεχιστεί η αυτόνομη πορεία;

Η αυτονομία μιας παράταξης είναι το πρώτο ζητούμενο για την ύπαρξή της, δεν υπάρχει κανένα σοβαρό προηγούμενο πολιτικής παράταξης ή κόμματος που επιβίωσε δηλώνοντας ή αφήνοντας να εννοηθεί πως είναι δορυφόρος του ενός ή του άλλου κόμματος. Η δήλωσή μας για την αυτονομία του Κινήματος είναι η πιστολιά του αφέτη για μια μαραθώνιο διαδρομή που μας περιμένει στην προσπάθεια μας να ανασυντάξουμε τον προοδευτικό χώρο. Όμως η επίκληση της αυτονομίας από μόνη της δεν αρκεί, πρέπει να δεθεί και με μια ισχυρό ιδεολογικό και προγραμματικό λόγο.

Νομίζω πως σε γενικές γραμμές η παράταξή μας έχει καταθέσει σωρεία σοβαρών και υλοποιήσιμων προτάσεων για την πορεία του τόπου μετά την πανδημία, πολλές απ’ αυτές μάλιστα έγιναν δεκτές σιωπηρά από την κυβέρνηση αλλά και από τον ΣΥΡΙΖΑ. Το γιατί όμως οι δυνάμεις μας παραμένουν στάσιμες πρέπει να μας απασχολήσει. Αυτό που χρειάζεται σήμερα το Κίνημα Αλλαγής είναι μια πολιτική που θα στηρίζεται στη μελέτη των κοινωνικών και ταξικών εξελίξεων στον κορμό των οποίων θα κρέμονται τα κλαδιά και τα άνθη των προτάσεων του. Συστατικό στοιχείο μιας τέτοιας προσέγγισης οφείλει να είναι μια πολιτική και όχι μόνον ηθικολογική αυτοκριτική: γιατί δεν είχαν υλοποιηθεί πολλές απ’ αυτές τις προτάσεις στο παρελθόν, γιατί και μέσα στην παράταξη υπήρξαν δυνάμεις που αντιστάθηκαν σ’ αυτές (ασφαλιστικό Γιαννίτση) και γιατί δεν έπειθαν οι προτεινόμενες από εμάς μεταρρυθμίσεις τους ωφελούμενους απ’ αυτές. Και απαντώντας στα ερωτήματα ποιος ωφελείται και ποιος όχι από τις προτάσεις μας να καταλήξουμε σε μια ρεαλιστική ανάλυση της δυνατότητας επίτευξής τους. Ποιος είπε πως η σοβαρή πολιτική, είναι εύκολο πράγμα;