Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

Η στρατηγική της Τουρκίας, του Γιώργου Πένταρη

Η Τουρκία πριν τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο ήταν πληθυσμιακά σχεδόν ίδια με την Ελλάδα, αλλά από οικονομικής σκοπιάς ήμασταν σε καλύτερη θέση παρά τις μεγάλες απώλειες του πολέμου και εν συνεχεία του εμφυλίου σπαραγμού. Η Τουρκία από τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο βγήκε αλώβητη γιατί έκανε την πάπια και μια ήταν με τους Γερμανούς και από την άλλη έδινε υποσχέσεις στον Τσώρτσιλ ότι θα μπει στον πόλεμο με τους συμμάχους. Έφτασε στο σημείο να αγανακτήσει ο Τσώρτσιλ με την τακτική του ήξεις αφήξεις αυτής της χώρας, η οποία στο τέλος, βλέποντας ότι η νίκη έγερνε υπέρ των συμμάχων κήρυξε κατόπιν εορτής τον πόλεμο στην Γερμανία. Αν η Τουρκία είχε μπει στον πόλεμο νωρίτερα και είχαν εισβάλει εκεί οι Γερμανοί, τότε είναι σχεδόν βέβαιο ότι τα μισά Δωδεκάνησα, αν όχι όλα, θα τα είχε πάρει η Τουρκία. Αυτό δεν έγινε γιατί εκτός της ελληνικότητας αυτών των νησιών, εκτιμήθηκαν οι θυσίες της Ελλάδας στον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο.

Η Τουρκία άρχισε να παίρνει πάνω της με την είσοδό της στο ΝΑΤΟ και την κλιμάκωση του ψυχρού πολέμου. Από τότε, λόγω της γεωγραφικής της θέσης, εθεωρείτο η κατ’ εξοχήν χώρα που θα είναι το μακρύ χέρι του ΝΑΤΟ απέναντι στην Ρωσία και στην Μέση Ανατολή, ιδιαιτέρως μετά την ανατροπή του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν στο ΙΡΑΚ. Λόγω αυτής της αντίληψης μέσα στα ανώτερα ΝΑΤΟϊκά κλιμάκια έγινε το αγαπημένο παιδί της συμμαχίας, το οποίο όμως εξελίχθηκε σε κακομαθημένο που έχει μάθει να του γίνονται όλα τα χατίρια.
Βέβαια δεν είναι μόνο η πολιτική του ΝΑΤΟ, αλλά και οι προσπάθειες που έχει κάνει αυτή η χώρα για ανάπτυξη. Την δεκαετία του ΄50 η γεννητικότητα στις δυο χώρες ήταν σχεδόν ίδια, αλλά σήμερα ο πληθυσμός της Ελλάδας φθίνει και της Τουρκίας έχει δεκαπλασιαστεί. Αυτό έγινε γιατί η Ελλάδα έκανε άλματα στην ανάπτυξη που, ως συνέπεια ιστορική, συνοδεύεται με μείωση των γεννήσεων, ενώ στην Τουρκία η χαμηλή ανάπτυξη και οι θρησκευτικές πεποιθήσεις την έκαναν σήμερα μια μεγάλη χώρα. Αυτή την δύναμη την έχει καταλάβει η Τουρκία από την εποχή της εισβολής στην Κύπρο, που λόγω δικιάς μας ανικανότητας δεχτήκαμε, και από τότε συνεχώς υποχωρούμε. Εκείνη την εποχή της δεκαετίας του 1970 δεν αντιδράσαμε δυναμικά στα Τουρκικά σχέδια και σήμερα έχουμε κάνει μεγάλα βήματα προς τα πίσω με καθαρή αμφισβήτηση της Εθνικής μας κυριαρχίας. Το 1974 κανείς δεν διανοείτο να πει ότι τα Ίμια, για παράδειγμα, δεν ήταν Ελληνικά. Σήμερα αυτό αμφισβητείται.
Εδώ και χρόνια έχει αρχίσει η διεξαγωγή ενός ακήρυχτου πολέμου σε αέρα και θάλασσα στο Αιγαίο με συνέπεια ένα δυσβάστακτο κόστος για τις ένοπλες δυνάμεις και την οικονομία και των δύο χωρών. Το ερώτημα είναι γιατί γίνεται αυτό τώρα και δεν γινόταν πριν το 1974 ή ακόμη πριν την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991;
Δεν γινόταν για δύο λόγους: Πρώτον η πίεση του ΝΑΤΟ για ηρεμία στην συμμαχία λόγω της Ρωσίας και δεύτερον γιατί υπήρχε η λεγόμενη ισορροπία του 7 προς 10 στους εξοπλισμούς μέσω Αμερικάνικων κεφαλαίων προς Ελλάδα και Τουρκία αντίστοιχα. Η συμφωνία αυτή άρχισε το 1976 και συνεχίστηκε για 30 περίπου χρόνια. Ο πρώην πρέσβης της Αμερικής στην Ελλάδα (1981-1985) Μόντι Στερνς έχει γράψει ένα βιβλίο με τίτλο «Περίπλοκες συμμαχίες», στο οποίο αναλύει το ζήτημα της ισορροπίας δυνάμεων στο Αιγαίο, η οποία δυστυχώς από το 2000 και μετά έχει αρχίσει να ανατρέπεται δραματικά υπέρ της Τουρκίας. Οι πολιτικές διαμάχες στην χώρα μας, τα εξοπλιστικά σκάνδαλα και όλα τ’ άλλα έφτασαν στο σημείο να έχουμε ξεβράκωτες Ε.Δ. Δεν είναι μόνο αυτό, αλλά και ιδεολογικά η Ελλάδα έχει απαξιώσει τον στρατό της μέσα στους κόλπους της νεολαίας. Αυτό είναι το χειρότερο που θα μπορούσε να μας συμβεί τη στιγμή που η Τουρκία διατηρεί πολυάριθμο, εμπειροπόλεμο και ετοιμοπόλεμο στρατό, αλλά και νεολαία ιδεολογικά προετοιμασμένη.
Δεδομένων των διεκδικήσεων της Τουρκίας στο Αιγαίο θα αναρωτηθεί κανείς γιατί δεν κάνει ένα ντου να μας πάρει π.χ. το Καστελόριζο που εμποδίζει τα σχέδιά της; Αυτό δεν μπορεί να το κάνει γιατί η Ελλάδα, ως μέλος όλων των διεθνών οργανισμών και του πολιτισμού της, ο οποίος είναι ο γεννήτορας του Δυτικού Πολιτισμού, θα έχει συμπαραστάτες από όλο τον κόσμο και θα αναγκάσουν την Τουρκία σε υποχώρηση και πιθανώς πληρωμή σκληρών αποζημιώσεων. Άρα η περίπτωση Τουρκικής επίθεσης δεν είναι μια από τις επιλογές του Τουρκικού στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος.
Μια δεύτερη περίπτωση είναι να παρουσιαστεί η Τουρκία ως αμυνόμενη και με την κατάλληλη προπαγάνδα και προκλητικότητα που έχει, να παρουσιάσει στην διεθνή κοινότητα ότι η Ελλάδα παραβίασε τα κυριαρχικά της δικαιώματα και έτσι δικαιωματικά είχαμε αυτό που λένε θερμό επεισόδιο ή σύγκρουση. Αυτή η επιλογή παίζει και φαίνεται από τις δηλώσεις Τούρκων αξιωματούχων ότι δεν θα δεχθούν τετελεσμένα. Σαν να μας λένε δηλαδή ότι στο χωράφι μας δεν μπορούμε να κάνουμε κουμάντο αν δεν συνεννοηθούμε. Αυτό ουσιαστικά σημαίνει ότι το χωράφι το έχασες αν δεν μπεις μέσα να το καλλιεργήσεις πάραυτα. Η εν πάση περιπτώσει αν δεν αντιδράσεις σθεναρά, επίσημα και σε όλα τα επίπεδα της διπλωματίας.
Η τρίτη επιλογή είναι αυτή του κακού γείτονα στα χωράφια, ο οποίος κάθε χρόνο μετακινούσε τον φράχτη του εις βάρος του αδύναμου γείτονά του. Αυτό κάνει η Τουρκία. Συνεχώς αμφισβητεί, διεκδικεί και αρπάζει. Όλα αυτά τα κάνει γιατί κατάφερε την τελευταία εικοσαετία να γίνει μια ισχυρή στρατιωτική μηχανή με μια στρατιωτική βιομηχανία που την καλύπτει στο 65% των αναγκών της.
Τώρα λοιπόν το κακομαθημένο παιδί ή ο κακός γείτονας θα συνεχίσει να απαιτεί πάντα από τον αδύναμο γείτονά του και θα του παίρνει λίγο λίγο από τον τόπο του χωρίς να γίνεται αντιληπτό από την Διεθνή Κοινότητα γιατί, βρε αδερφέ, «λίγα μέτρα γης πήρανε» και τι έγινε; Να μη σκοτωθούμε τώρα… Ταυτόχρονα χρησιμοποιεί και το μεταναστευτικό ως άλλο ένα μέσο πίεσης προς την Ελλάδα, το οποίο όμως έχει μια ειδοποιό διαφορά ότι έχει συμπάθειες διεθνώς που δεν διστάζουν να καταδικάσουν την Ελλάδα για βίαιες συμπεριφορές. Βλέπουμε πολλές οργανώσεις διεθνώς και ΜΜΕ που κατηγορούν την Ελλάδα για το μεταναστευτικό, αλλά εθελοτυφλούν με την Τουρκία γιατί έχουν συμφέροντα. Πρώτα οι ΜΚΟ που θέλουν να υπάρχει μετανάστευση γιατί είναι ο λόγος ύπαρξής τους μαζί με τα τεράστια κονδύλια του ΟΗΕ κτλ και δεύτερον διάφορα ΜΜΕ που ασκούν επί πληρωμή Τουρκική προπαγάνδα. Η Τουρκία από την στιγμή που προέκυψε το μεταναστευτικό το 2015, είδε ότι οι μετανάστες είναι άλλο ένα όπλο εναντίον της Ελλάδας. Από τότε φέρνει αυτή τους μετανάστες από Αφγανιστάν, Αφρική κτλ και τους προωθεί στην Ελλάδα – με το αζημίωτο βέβαια.
Βλέπουμε, λοιπόν, ότι τα πράγματα δεν είναι εύκολα για την χώρα μας και θα πρέπει να οργανώσουμε την άμυνά μας, η οποία θα πρέπει να είναι υβριδική όπως της Τουρκίας. Για να γίνει αυτό χρειαζόμαστε πρώτα απ’ όλα πολιτική βούληση και συμφωνία όλων των κομμάτων σε μια κοινή πολιτική, σταθερή και μακροπρόθεσμη. Αυτό είναι θεμελιώδους σημασίας παράγοντας.
Το δεύτερο είναι να ξεκαθαρίσουμε και να κάνουμε γνωστό διεθνώς ότι αυτά είναι τα όρια και δικαιώματα της Ελλάδας που απορρέουν από τις διεθνείς συνθήκες και το διεθνές δίκαιο και ότι δεν είμαστε σε καμιά περίπτωση διατεθειμένοι να τα απεμπολήσουμε.
Για να πετύχουμε τα παραπάνω χρειαζόμαστε ισχυρές και σύγχρονες ΕΔ. Αυτό μπορεί να γίνει και θα έπρεπε να έχει αρχίσει να γίνεται. Θα πρέπει να ξαναδούμε το θέμα της ανάπτυξης μιας σύγχρονης στρατιωτικής βιομηχανίας, αλλά όχι με την επιχειρηματική μορφή των παλιών ΔΕΚΟ που καταχρέωσαν το Δημόσιο. Πρέπει να έχουν και εξαγωγικό προσανατολισμό όπως κάνει ο κακός γείτονας, το Ισραήλ και διάφοροι άλλοι. Πρέπει να αναπτύξουμε την εφαρμοσμένη έρευνα σε πολλά ζητήματα που ουσιαστικά φέρνουν ανάπτυξη στην χώρα, αλλά βοηθάνε και την Εθνική Άμυνα. Για παράδειγμα η συμμετοχή σε διαστημικά προγράμματα είναι ένας τομέας που μπορεί να τραβήξει την οικονομία και την έρευνα πολύ μπροστά, αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ παρ’ ότι έκανε μια καλή αρχή, μετά στα σκάτωσε και σήμερα κοιτάμε μόνο τα αστέρια δια γυμνού οφθαλμού και ούτε καν με κιάλια…
Συνοψίζοντας, η στρατηγική της Τουρκίας είναι πρωτευόντως η του κακού γείτονα και μετά η στρατηγική του αμυνόμενου «του πατρίου εδάφους». Αν είμαστε αποφασιστικοί και προσεκτικοί τότε θα κερδίσουμε χρόνο να αναπτυχθούμε, να εξοπλιστούμε και να μιλάμε με ίσους όρους με τους Τούρκους γιατί δεν είναι θέμα αριθμητικής υπεροχής σήμερα η στρατιωτική ισχύς μιας χώρας, αλλά η τεχνολογία και τα σύγχρονα οπλικά συστήματα και κυρίως το φρόνημα λαού και στρατού.