Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

«Άξιος είναι εκείνος που μπορεί να βλέπει τις αλήθειες των άλλων», Γιώργος Σ. Πολίτης, Συγγραφέας

Ο Γιώργος Σ. Πολίτης είναι Έλληνας συγγραφέας. Εκτός από τη συγγραφή και επεξεργασία έργων, αρθρογραφεί στο διαδίκτυο διατηρώντας ιστολόγιο, ενώ αρθρογραφεί επίσης στον περιοδικό τύπο. Έχει συγγράψει περισσότερα από 300 άρθρα τα οποία αφορούν την κοινωνία, την πολιτική, τη φιλοσοφία, τη ψυχολογία και τις σχέσεις.
Γεννήθηκε στην Αθήνα τον Ιανουάριο του 1960. Το 1984 ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην ζωγραφική και την αρχιτεκτονική εσωτερικών χώρων και κατόπιν δημιούργησε τη δική του επιχείρηση. Παρακολούθησε σειρά σεμιναρίων Ψυχολογίας, Πολιτικής οικονομίας και φιλοσοφίας στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Είναι παντρεμένος και πατέρας δύο ενήλικων παιδιών.
Εδώ και αρκετά χρόνια ασχολείται αποκλειστικά με την συγγραφή μυθιστορηματικών και θεατρικών έργων. Πρόσφατα θεατρικά έργα «Κορίτσι διαμάντι», «Το λαχείο».


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΜΑΙΡΗ ΓΚΙΩΝΗ – ΛΑΡΕΝΤΖΑΚΗ


«ΠΑΛΜΟΣ»: Ασχολείστε με την συγγραφή αποκλειστικά από το 2010. Πώς βλέπετε να εξελίσσεται ως Τέχνη;
ΓΙΩΡΓΟΣ Σ. ΠΟΛΙΤΗΣ: Αν βλέπαμε την συγγραφή αποκλειστικά ως τέχνη, ο κάθε επιμελής οπαδός της, θα μπορούσε να διαπρέψει ως συγγραφέας. Δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν είναι έτσι. Συγγραφή κατά την γνώμη μου δεν είναι μόνο η τοποθέτηση ωραίων λέξεων στη σειρά ώστε να παρουσιαστεί στο τέλος μια ωραία υπόθεση, είναι και αυτό, αλλά κυρίως είναι -σε μια κάπως πιο εξελιγμένη μορφή γραφής-, το καταστάλαγμα της άποψης του συγγραφέα, που οδηγεί με τον τρόπο του στον κύριο στόχο του ανθρώπου που δεν είναι άλλος από μια ευδαίμονη κατάσταση ύπαρξης. Αν το σκεφθούμε λίγο, θα δούμε πως κάθε μας πράξη, όσο άσχετη και αν μοιάζει, αποσκοπεί σε ένα επιθυμητό γεγονός. Στο γεγονός εκείνο που εν κατακλείδι μας ευχαριστεί.
Το τεχνικό μέρος της συγγραφής διδάσκεται, η ιδέα όμως θα έλεγα πως προϋπάρχει στο νου του καθενός μας ή στην καλύτερη περίπτωση, καλλιεργείται. Από εκεί κι έπειτα είναι θέμα φυσικού ταλέντου.
Είναι πράγματι πολύ ελπιδοφόρο που κατατίθενται τόσες συγγραφικές προτάσεις. Το γεγονός καταδεικνύει ένα πλήθος ανθρώπων που ενδιαφέρονται για δημιουργική σκέψη.

«Π»: Μετά την τραγική δεκαετία της οικονομικής κρίσης, μπαίνουμε στην περίοδο της ύφεσης λόγω κορωνοϊού. Πώς το σχολιάζετε;
Γ.Σ.Π.: Είναι πράγματι λυπηρό, είμαι όμως σίγουρος πως μαθημένοι στα δύσκολα θα το παλέψουμε και θα βγούμε και πάλι νικητές. Η ζωή δεν σταματά, έχουμε όλα εκείνα που χρειαζόμαστε να κάνουμε ένα νέο ξεκίνημα. Ξέρετε, αυτά που μας λείπουν είναι όλα εκείνα που χρωματίζουν τη ζωή μας, δεν είναι αυτά που τη σχεδιάζουν. Είναι οι μπογιές, δεν είναι τα μολύβια. Θα συμφωνήσω πως η απώλεια των κεκτημένων θλίβει και πως το κεκτημένο ενός τρόπου ζωής θεωρείται από όλους μας δεδομένο, όμως η κάθε δυσκολία είναι μια ευκαιρία να δούμε κάποια άλλα πράγματα που αξίζουν περισσότερο.

«Π»: Η νέα γενιά Ελλήνων συγγραφέων κάτω από την πίεση του βιοπορισμού, θα αντέξει; Τι βλέπετε εσείς;
Γ.Σ.Π.: Η συγγραφή δεν είναι βιοποριστικό επάγγελμα, κάποιοι συγγραφείς ναι, μπορούν και αμείβονται αξιοπρεπώς, όμως μιλάμε για κάποιους μετρημένους στα δάκτυλα. Η συντριπτική πλειοψηφία των δημιουργών ασχολούνται επειδή τους αρέσει, άρα έχουν εξασφαλίσει τα προς το ζην. Το αν θα αντέξει λοιπόν η πλειοψηφία – καθόσον κανείς δεν ξεκινά αμειβόμενος – έγκειται στο κατά πόσον θα έχει διάθεση να προσπαθεί με το μυαλό και τις ιδέες του. Με το κατά πόσον θα μπορεί να απομονώνεται να αφιερώνει ώρες πολύτιμες αφαιρώντας τες ίσως από την εργασία.

«Π»: Ποια τα συναισθήματά σας όταν σας ασκούν κριτική;
Γ.Σ.Π.: Αν η κριτική είναι καλοπροαίρετη, την χαίρομαι έστω και αν είναι αρνητική αφού η γνώση των λαθών μας είναι σαφώς πολυτιμότερη των υπόλοιπων ορθώς πεπραγμένων μας. Η ουσιαστική κριτική που μπορεί να δεχθεί κατά βάση ένας συγγραφέας είναι αυτή που άπτεται των ιδεών του. Το στοίχημα το μεγάλο έγκειται στην αποδοχή των λεγομένων του. Εκείνο που επιμένω να λέω στους επίδοξους συγγραφείς στο εργαστήρι όπου διδάσκω, είναι πως για να γράψει κάτι κάποιος, πρέπει πρώτιστα να έχει κάτι να πει. Κάτι που θα κάνει τον αναγνώστη να σταθεί, να προβληματιστεί, να χρειαστεί να μπει στη διαδικασία, να δεχτεί τα λεγόμενά τους ή να τα απορρίψει. Την αρνητική κριτική των ιδεών λοιπόν, εφ’ όσον βασίζεται σε επιχειρήματα, την εκλαμβάνω ως μια αντίθετη τεκμηριωμένη άποψη και άρα πολύτιμη. Κανείς δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τα πάντα. Μονάχα οι κουτοί έχουν το προνόμιο.

«Π»: Το νέο σας βιβλίο με τίτλο «Το προξενιό της Ιουλίας», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός, τί πραγματεύεται;
Γ.Σ.Π.: Αφηγείται την ιστορία μιας κοπέλας που παντρεύτηκε με προξενιό και τρία χρόνια αργότερα κατηγορείται και καταδικάζεται σε θάνατο από το Μικτό Ορκωτό Κακουργιοδικείο Λάρισας. Έξι μέρες πριν την εκτέλεσή της, της παίρνουν συνέντευξη μια δημοσιογράφος και ένας δικηγόρος. Υποπτεύονται πως υπάρχει μια πλάγια ιστορία που αν αποδειχθεί αληθινή η Ιουλίτσα μπορεί να είναι αθώα. Από το σημείο αυτό και μετά ξεκινά ένας αγώνας δρόμου να προλάβουν τις ημερομηνίες ώστε να αποδείξουν την αθωότητα της. Η αλήθεια όμως δεν είχε φανερώσει την τελική της όψη…
Στο σημείο αυτό θα ήθελα να ευχαριστήσω όλη την ομάδα των εκδόσεων Ψυχογιός (και είναι πράγματι πολλά τα άτομα) για την αγάπη με την οποία αγκάλιασαν το βιβλίο ως άξιο έργο και εμένα ως συγγραφέα.

«Π»: Μας είπατε ότι κάθε συγγραφέας γράφοντας ένα έργο, πρέπει να έχει κάτι να πει στους αναγνώστες. Εσείς, τί θέλετε να περάσετε στους αναγνώστες σας; Ποιό είναι το μήνυμά σας;
Γ.Σ.Π.: Με αφορμή τη υπόθεση του έργου μου δόθηκε η ευκαιρία να μιλήσω για τη τεράστια διαφορά που υπάρχει μεταξύ της πίστης/πεποίθησης και της γνώσης. Για τις εμμονές των ανθρώπων στις διδαγμένες τους αξίες. Για την αδυναμία τους να επαναξιολογήσουν τα «πιστεύω» τους. Για την πολυπλοκότητα της αλήθειας, για την μεγάλη μας πλάνη να θεωρούμε πως: εκείνο που πιστεύουμε ως ορθό, ότι και πράγματι είναι…
Κι αν μας μοιάζουν όλα αυτά, κάπως γνωστά και προφανή, πιστέψτε με καθόλου δεν είναι, διότι αν ήταν (γνωστά), ελάχιστοι δεν θα διαπραγματεύονταν τις απόψεις τους και αυτοί θα ήταν οι εκ πεποιθήσεως δογματικοί…

«Π»: Στις 400 σελίδες του βιβλίου σας κάνετε λόγο, άλλοτε με τρόπο άμεσο και άλλοτε με έμμεσο, για την ηθική. Τι σημαίνει ο όρος ηθική;
Γ.Σ.Π.: Αν θέλαμε να δώσουμε τον ορισμό της ηθικής θα λέγαμε πως είναι οι κανόνες εκείνοι που ορίζουν τις σχέσεις μας στην κοινωνία. Βεβαίως λέγοντας «ηθική» βάζουμε στο ίδιο καλάθι ένα σωρό διαφορετικά πράγματα καθόσον υπάρχουν πολλές περισσότερες ηθικές από όσες φανταζόμαστε. Για παράδειγμα αναφέρω πως υπάρχει η ηθική της δικαιοσύνης, της ελευθερίας, δημοκρατίας, η ηθική των διαπροσωπικών μας σχέσεων η Χριστιανική ηθική και πολλές άλλες. Συνηθίζουμε όμως να λέγοντας «αυτός δεν είναι ηθικός» να τον κατακρίνουμε για το μέρος εκείνο της ηθικής, που άπτεται των παθών, μια ηθική που δεν έχει καμία απολύτως διαχρονική αξία (π.χ. συγκρίνετε τη συμπεριφορά της σημερινής κοινωνίας στις ανύπαντρες μητέρες, με εκείνη του παρελθόντος, ας θυμηθούμε οι παλαιότεροι το όνειδος της μη παρθενίας στα κορίτσια ώστε να βγάλουμε συμπέρασμα) Εκείνο λοιπόν που θέλω να τονίσω στο βιβλίο είναι ξεκάθαρα πως είναι κρίμα κάποιοι να διαμορφώνουν τη ζωή τους ανάλογα με αξίες που σε μερικά χρόνια θα πάψουν να είναι άξιες.

«Π»: Ποιούς θεωρείτε απαράβατους ηθικούς κανόνες;
Γ.Σ.Π.: Κανείς δεν δικαιούται να στερεί την ελευθερία κανενός. Όλοι οφείλουμε σεβασμό σε κάθε είδος ζωής. Ο πλανήτης δεν είναι κτήμα των ανθρώπων. Άξιος είναι εκείνος που μπορεί να βλέπει τις αλήθειες των άλλων (λέει σε κάποιο σημείο του βιβλίου η Ιουλίτσα). Οφείλουμε λοιπόν κατανόηση στον συνάνθρωπο. Αμφιβολία για την ορθότητα των ισχυρισμών μας.
Θεωρώ πως η αντίληψη της προσωρινότητάς μας θα μπορέσει να μας δείξει με τρόπο ξεκάθαρο τη ματαιότητα της επιβολής.

«Π»: Η αλήθεια στο βιβλίο αυτό θα φανερώσει την τελική της όψη; Με ποιο τρόπο;
Γ.Σ.Π.: Τα πράγματα σπάνια είναι όπως δείχνουν. Βάλετε για παράδειγμα δέκα ανθρώπους σε ένα δωμάτιο. Αφήστε τους να δουν ένα γεγονός, π.χ. τον διαπληκτισμό ενός ζευγαριού. Ρωτώντας ξεχωριστά τον καθένα αργότερα, θα δείτε ότι θα έχει σταθεί σε διαφορετικά σημεία της διένεξης. Θα στηρίξει τις απόψεις/επιχειρήματά του σε διαφορετικά σημεία. Θα εφαρμόσει διαφορετικά κριτήρια. Θα δώσει δίκιο στον έναν ή τον άλλο σύμφωνα με τις δικό του κώδικα αξιών, που διαμορφώθηκε από τις εμπειρίες, τις διδαχές του, τον περίγυρο που έτυχε να τον πλαισιώσει. Ο καθένας θα εκφράσει τη δική του αλήθεια σε ένα διυποκειμενικό γεγονός. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τους ήρωες του έργου, αφού κι αυτοί είναι κομμάτια των εαυτών μας. Ο καθένας κοιτά εκείνο που θέλει να δει, που έχει ανάγκη να δει. Οπότε μιλάμε μονάχα για προσωπικές αλήθειες κι αν θέλετε, για υποκειμενικές πραγματικότητες.

«Π»: Οι ήρωές σας είναι όλοι φανταστικοί; Οι υπόθεση βασίζεται σε αληθινά γεγονότα;
Γ.Σ.Π.: Οι ήρωες είναι φανταστικοί. Οι χαρακτήρες τους διαμορφώθηκαν με τέτοιο τρόπο ώστε να εξυπηρετείται η υπόθεση και η δημιουργία των καταστάσεων εκείνων που θα με βοηθούσαν να πω εκείνα που είχα κατά νου να πω.

«Π»: Ο συγγραφέας αποτελεί πρότυπο για τον αναγνώστη;
Γ.Σ.Π.: Αναμφίβολα ναι. Γίνεται πρότυπο τις περισσότερες φορές χωρίς να το θέλει. Ο αναγνώστης θεωρεί υποσυνείδητα πως δεν μπορεί κάποιος να λέει χωρίς να υπηρετεί τα λεγόμενά του. Κι εδώ γεννάται ένα ζήτημα. Για να φτάσει ο κάθε συγγραφέας να προτείνει τρόπους ζωής (που είναι ένας σπουδαίος λόγος συγγραφής) προϋποτίθεται μια γνώση η οποία να είναι σε θέση να δικαιολογήσει με επιχειρήματα τις πράξεις. Κανείς μας δεν είναι τέλειος, όλοι έχουμε τις λάθος στιγμές μας, όμως προσπαθούμε μέρα με τη μέρα να βρούμε το μονοπάτι εκείνο που θα μας οδηγήσει σε μία κατάσταση ευτυχισμένης συνύπαρξης με τους ανθρώπους που αγαπάμε αλλά και με τους υπόλοιπους γύρω μας.

«Π»: Τι έχετε στον νού σας την ώρα που γράφετε;
Γ.Σ.Π.: Κάθε συγγραφέας θεωρώ την ώρα που γράφει απουσιάζει από εκεί που βρίσκεται. Περιπλανιέται με τους ήρωές του στις πραγματικότητες που εκείνοι αντικρίζουν, μοιράζεται τις αλήθειες τους, μάχεται υπέρ των επιχειρημάτων τους, αναζητά τα δίκια στα λάθη τους. Βρίσκεται με την άλλη δική του οικογένεια.

«Π»: Τι θεωρείτε χαρακτηρίζει την γραφή σας;
Γ.Σ.Π.: Πάντοτε έγραφα κάθε φορά με διαφορετικό τρόπο. Πότε υιοθετούσα κάποιον λιτό, κάποτε κάποιον γλαφυρό τρόπο γραφής. Πάντα έδινα σημασία στους διαλόγους, κάτι που παίζει σημαντικό ρόλο και στα θεατρικά έργα. Πάντα απέφευγα τα πολλά κοσμητικά επίθετα. Με συνέπαιρνε κάθε φορά ένας διαφορετικός τρόπος γραφής, ήθελα να αποδίδω με αλλιώτικο τρόπο και τους διαλόγους και τις περιγραφές, ακόμα και τις σκέψεις του κάθε ήρωα. Οπότε δεν μπορώ να ισχυριστώ πως τη χαρακτηρίζει μια πάγια τεχνική.

«Π»: Στο τέλος του βιβλίου σας υπάρχει γλωσσάριο. Η γλώσσα είναι το σημαντικότερο εργαλείο του συγγραφέα;
Γ.Σ.Π.: Οι λέξεις είναι το κύριο μέσο συνεννόησης, η γραφή το μόνο (μέσο) χωρίς ήχο εξ’ αποστάσεως, οπότε αυτόματα ανάγεται σε εργαλείο. Η πιστή απόδοση των χαρακτήρων είναι αδύνατον να γίνει χωρίς τις προσωπικές λέξεις του κάθε εμπλεκόμενου στην υπόθεση. Στο θέατρο λέμε «ο κάθε χαρακτήρας είναι τα λόγια του». Πώς θα μπορούσαμε να αποδώσουμε έναν π.χ. Ζακυνθινό χωρίς την ντοπιολαλιά του; Πώς θα μπορούσε ο αναγνώστης να τον καταλάβει χωρίς το γλωσσάρι;

«Π»: Για εσάς είναι το ζητούμενο τα συναισθήματα του αναγνώστη;
Γ.Σ.Π.: Για κάθε συγγραφέα θεωρώ πως είναι. Η χαρά, η λύπη, το γέλιο κάποιες φορές (που είναι και το δυσκολότερο), η αγωνία, η προσδοκία, ο θυμός, η οργή, είναι μέρη της ζωής μας, αν δεν καταφέρει ο συγγραφέας να μεταδώσει κάποια από τα μυριάδες συναισθήματα που υπάρχουν στον κόσμο μας, στον αναγνώστη, τότε δεν μπορούμε να μιλάμε για επιτυχία…

«Π»: Στο εργαστήρι δημιουργικής γραφής, διδάσκετε στους μαθητές σας πως συγγραφή εκτός των άλλων, είναι και η ικανότητα της αμφιβολίας. Πείτε μας δυό λόγια σχετικά με αυτό;
Γ.Σ.Π.: Θίγετε το σημαντικότερο ίσως μέρος του κεφαλαίου «Συγγραφή». Απαντώ με μια ερώτηση: Πώς είναι δυνατόν κάποιος που εμμένει στις απόψεις του να υποστηρίξει τα αντίθετα επιχειρήματα; Μιλήσατε πάρα πολύ σωστά για ικανότητα αμφιβολίας. Η αμφιβολία δεν είναι εύκολη υπόθεση. Προϋποθέτει τεράστια δύναμη. Για να το καταλάβει κάποιος, ας προσπαθήσει να αλλάξει την αποκρυσταλλωμένη του γνώμη για κάτι που θεωρεί και πιστεύει δεδομένο. Π.χ. το πολιτικό κόμμα που υποστηρίζει, τη θρησκεία του, την αρτιότητα του εαυτού του (το τελευταίο είναι το ευκολότερο τουλάχιστον στα λόγια).
Εμείς ως συγγραφείς αλλά και οι υποψήφιοι συγγραφείς οφείλουν να γνωρίζουν ότι πρώτα παραδεχόμαστε ότι δεν ξέρουμε κι έπειτα μαθαίνουμε. (Εκείνος που θεωρεί ότι ξέρει, δεν μπορεί να μάθει, αφού για να μάθει κάποιος, οφείλει να παραδεχθεί την άγνοιά του) Άρα οφείλουμε να αμφιβάλουμε για εκείνα που πιστεύουμε – αφού η πίστη δεν έχει γνώση, αν είχε, δεν θα ήταν πίστη – όχι από αντίδραση ή άκρατο σκεπτικισμό, μα γιατί σε κάθε περίπτωση το ενδεχόμενο της πλάνης μας σε μία ιδέα, θεωρία ή αξία, καραδοκεί.

«Π»: Βλέπετε τη διδασκαλία δημιουργικής γραφής να λειτουργεί στις ημέρες μας ιντερνετικά;
Γ.Σ.Π.: Θα μπορούσε, όλα μπορούν να γίνουν, σε κάθε περίπτωση όμως, η δια ζώσης διδασκαλία δεν αντικαθίσταται. Είναι, ξέρετε, αυτό το δούναι και λαβείν που υπάρχει στην αίθουσα, που ενισχύεται από τη μία και μόνη λέξη που θα πει κάποιος και θα ξεκινήσει ένα πανηγύρι σκέψεων, πλοκής, ενδεχόμενων αλλά και αμφιβολιών. Όλο αυτό είναι αναντικατάστατο και πέρα από αυτό, εθιστικό για όλους…

«Π»: Θα τα καταφέρουμε και αυτήν την φορά; Και αναφέρομαι στην πρωτόγνωρη κατάσταση που όλοι βιώνουμε με τον κορωνοϊό. Τι θα αλλάξει στην ζωή μας; Εσείς είστε αισιόδοξος;
Γ.Σ.Π.: Η ζωή πάντα τα καταφέρνει. Έχουν υπάρξει πολύ μεγαλύτερες πανδημίες όπως π.χ. αυτή της μαύρης πανώλης όπου η ανθρωπότητα θρήνησε πολλά εκατομμύρια νεκρούς, άρα δεν είμαστε στην κατάσταση εκείνη του απόλυτου συναγερμού και τρόμου. Αυτό βεβαίως δε σημαίνει σε καμία περίπτωση εφησυχασμό ή έλλειψη της προτεινόμενης από τους επιστήμονες προστασία.

«Π»: Τι ετοιμάζετε;
Γ.Σ.Π.: Έχω ήδη δώσει το επόμενο έργο στον εκδοτικό οίκο του Ψυχογιού και επεξεργάζομαι την ώρα που μιλάμε ένα νέο μυθιστορηματικό έργο. Εκτός αυτών, περιμένω κι εγώ όπως κι όλοι οι συνεργάτες μου στην Αnasa art, το άνοιγμα των θεατρικών σκηνών ώστε να ξεκινήσουν οι προγραμματισμένες παραστάσεις του έργου μου «Το Λαχείο» (με τους Δημήτρη Παραδείση, Σάρα Τερζή, και Ηλέκτρα Σταματάτος σε σκηνοθεσία Σπύρου Σπαντίδα) που θα παιχτεί για δεύτερη σεζόν στο θέατρο Αλκμήνη. Πέραν αυτών ετοιμάζεται ένα νέο θεατρικό έργο μου (σε συνεργασία πάντα με την Anasa art), μια θεατρική όπερα με τη σοπράνο της λυρικής Μαρία Κόκκα που θα κάνει πρεμιέρα όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν αρχικά στο Ηράκλειο Κρήτης και κατόπιν στην Αθήνα.