Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

«Τέχνη είναι η ίδια η ζωή», Γεώργιος Βούκανος – Μουσικοσυνθέτης

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1972. Σπούδασε Βυζαντινή Μουσική, Μονωδία, Πιάνο και θεωρητικά στα Ωδεία Εθνικό, Απολλώνιο, Ελληνικό και αποφοίτησε από το Ωδείο Αθηνών. Παράλληλα ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στην Ανωτέρα Εκκλησιαστική Σχολή Αθηνών και στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και είναι υποψήφιος διδάκτωρ στο Τμήμα Πολιτισμικής Τεχνολογίας & Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου με θέμα «Η Αισθητική της Μουσικής Δημιουργίας μέσα από την Ψηφιακή Τεχνολογία». Έργα του έχουν ερμηνεύσει Ορχήστρες και καλλιτέχνες σε ολόκληρο τον κόσμο και έχουν μεταδοθεί από Διεθνή Μ.Μ.Ε. σε χώρες όπως Αμερική, Ελβετία, Ιρλανδία, Γερμανία, Ιταλία, Κύπρος, Ινδία, Ρωσία, Ουκρανία, Σερβία, Τουρκία, κ.α. Έχουν κυκλοφορήσει 47 Cd & DVD με έργα του. Το 2017 τιμήθηκε για το έργο του στον πολιτισμό από τον Δήμο Ήλιδας, και το 2015 έλαβε το 1ο Βραβείο από το Ευρωπαϊκό πρόγραμμα I.C.E. για την θεματική ιδέα του και επιτυχημένη εκτέλεσή της με τίτλο «Το Ταξίδι των Ηρώων στην πόλη της Ιεράς Εκεχειρίας».

Έχει συνθέσει: Συμφωνικά Έργα, Όπερες Δωματίου, Λυρικούς Κύκλους Τραγουδιών, Παραδοσιακή Έντεχνη Μουσική, Χορωδιακά έργα και New Age / Ambient Μουσική. Έχει μελοποιήσει μεγάλους Έλληνες και Ευρωπαίους Ποιητές όπως Κωστή Παλαμά, Αντώνη Σαμαράκη, Lord Byron, John Boylle O Reily, Fernando Pessoa κ.α., συγγραφείς όπως Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, Ανδρέα Καρκαβίτσα, Μενέλαο Λουντέμη κ.α. Έχει γράψει μουσική για Τραγωδίες, Θέατρο, Παιδικές Παραστάσεις, Μουσικές Παραστάσεις, Musical. Στα πρώτα του μουσικά βήματα, ασχολήθηκε με μουσικές παραγωγές στο ραδιόφωνο και με τη δημιουργία μουσικής στο χώρο της διαφήμισης ενώ έχει πραγματοποιήσει πάνω από 100 sold out συναυλίες και συνεργασίες με διάσημους καλλιτέχνες και Ορχήστες να ερμηνεύουν έργα του στην Ελλάδα, σε μεγάλους συναυλιακούς χώρους όπως του Ηρώδειου, του Μέγαρου Μουσικής Αθηνών, του Μέγαρου Μουσικής Θεσσαλονίκης, της Εθνικής Λυρικής Σκηνής κ.α. Έχει γράψει μουσική για ντοκιμαντέρ και σειρές για την ελληνική τηλεόραση και το ραδιόφωνο, καθώς επίσης συνεργάστηκε με το Γερμανικό Κρατικό Κανάλι ARD το 2004 για το Olympic Show με την Vicky Leandros καθώς και με την DW. Από το 2015 έως σήμερα συνεργάζεται με το Κρατικό Ελβετικό Κανάλι RSI όπου έκανε μουσική για 12 mini Documentaries.


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΜΑΙΡΗ ΓΚΙΩΝΗ – ΛΑΡΕΝΤΖΑΚΗ


«ΠΑΛΜΟΣ»: Σε ποιο περιβάλλον μεγαλώσατε;
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΟΥΚΑΝΟΣ: Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα, στους Αμπελόκηπους σε ένα σπίτι δίπλα στον Λυκαβηττό, μέσα σε μια αγαπημένη και δεμένη οικογένεια. Από το μπαλκόνι μου άκουγα τα πουλιά να τραγουδούν και μοσχοβόλαγαν τα αρώματα της φύσης που έμπαιναν στο σπίτι μας από αυτόν τον μικρό πνεύμονα της Αθήνας. Θα έλεγα πως τα παιδικά μου χρόνια ήταν ονειρικά και πραγματικά αθώα που τα παιδιά σήμερα δυστυχώς δεν μπορούν να τα γευτούν, χωρίς κινητά και οθόνες υπολογιστών, παίζαμε στις γειτονιές και στις αλάνες κάθε μέρα μετά το σχολείο πίσω από το γήπεδο του Παναθηναϊκού. Ματώναμε, γελάγαμε, τσακωνόμασταν, κάναμε απίστευτες σκανδαλιές, βλέπαμε αγώνες κρυφά αναβαίνοντας στην ταράτσα του σχολείου πίσω από το γήπεδο και εξερευνούσαμε κάθε τι που υπήρχε στην γειτονιά μας. Οι γονείς μου φρόντισαν να μας μεγαλώσουν, εμένα και την αδελφή μου την Μαίρη, με πολύ αγάπη μεταξύ μας. Μας σπούδασαν με τις όποιες θυσίες και στερήσεις τους, μας δίδαξαν την δημοκρατία και την ελευθερία του λόγου, να είμαστε κοντά σε αυτούς που μας έχουν ανάγκη και το κυριότερο να κάνουμε αυτό που επιλέγουμε με πάθος, κάτι που πιστεύω η ζωή μας ευλόγησε να κάνουμε έως σήμερα με τα έργα μας και την δημιουργική συνεργασία μας στην τέχνη.

«Π»: Τί σας ώθησε στη μουσική;
Γ.Β.: Από μικρός νομίζω ότι είχα μια ιδιαίτερη κλίση στη μουσική. Μεγάλωσα με την Λιλιπούπολη και το Τρίτο Πρόγραμμα του Μάνου Χατζιδάκι. Όταν άκουσα για πρώτη φορά ζωντανά την Κρατική Ορχήστρα στο Ηρώδειο, 6 ή 7 χρονών που μας είχε πάει ο πατέρας μου, από τότε άνοιξε ένας νέος μαγικός κόσμος για μένα. Ρούφαγα τα ηχοχρώματα της ορχήστρας εντυπωσιασμένος, τις κινήσεις των οργάνων και κάθε τι που ήταν πολύ διαφορετικό από τη μουσική που κυριαρχούσε την εποχή εκείνη στα ραδιόφωνα. Τόσο που οι συμμαθητές και φίλοι μου με κορόιδευαν όταν τους περιέγραφα αυτά τα συναισθήματα. Δεν είχαμε κάποιο μουσικό όργανο στο σπίτι μας αν και ο πατέρας μου που ήταν ιδιαίτερα καλλίφωνος και αγαπούσε το παραδοσιακό τραγούδι και την ψαλτική τέχνη, έμπορος στο επάγγελμα, προτιμούσε να είναι πιο πραγματιστής. Μέχρι που μου έκαναν δώρο μια μελόντικα. Τότε άρχισε ο εφιάλτης τους με άκουγαν μέρα νύχτα, προσπαθούσα με κάποια γνωστά τραγούδια αρχικά, αλλά ποτέ δεν τα ολοκλήρωνα γιατί πρόσθετα δικές μου νότες τόσο που άλλαζα τις μελωδίες, μετά ήρθε ένα μικρό αρμόνιο στην ζωή μου και ύστερα ένα πιάνο. Τότε ο «εφιάλτης» των άγνωστων πρωτόλειων μουσικών που σκαρφιζόμουν μετατοπίστηκε και στους γείτονες! Την «ικανότητα» μου αυτή, παρατήρησε η αδελφή μου που έπεισε τους γονείς μου να με στείλουν στο Ωδείο. Αρχικά πήγα στο Ωδείο Αθηνών στα 11 μου χρόνια για πιάνο, αλλά δεν με δέχθηκαν λόγω ηλικίας και έτσι άρχισε η οδύσσειά μου σε ωδεία και δασκάλους μέχρι τα 18 μου χρόνια που τελικά ξαναβρέθηκα στο Ωδείο Αθηνών όπου περάτωσα μέρος των σπουδών μου με κορυφαίους δασκάλους και μεγάλους καλλιτέχνες. Από τότε άρχισε ένα ταξίδι έντονων συναισθημάτων, πόνου, θυσιών, έρωτα, πάθους, αμφισβήτησης αλλά στο τέλος μεγάλης αγάπης με την μουσική.

«Π»: Ποιο είδος μουσικής αγαπάτε;
Γ.Β.: Όλα τα είδη μουσικής με συγκινούν και τα αγαπώ αν έχουν τα αυθεντικά στοιχεία που κρίνει το υποκειμενικό μου αισθητήριο και η ψυχική κατάσταση που βρίσκομαι. Δεν έχω ταμπού στην τέχνη, όλα τα είδη έχουν την ομορφιά τους και το κοινό τους που νιώθει διαφορετικά συναισθήματα. Με ενοχλεί όμως το χυδαίο, η προσπάθεια του ευκαιριακού και φθηνού κέρδους, το «δήθεν», η σνομπ κουλτούρα. Ο δημιουργός και ο καλλιτέχνης σε όλα τα είδη της τέχνης, όχι μόνο στη μουσική ανοίγει κάθε φορά ένα παράθυρο στον κόσμο με μια παλέτα μηνυμάτων και δημιουργεί ανάλογα συναισθήματα στον θεατή ή τον ακροατή. Η ρουτίνα της καθημερινότητας και οι ζωτικές ανάγκες επιβίωσης μας κάνουν να προσπερνάμε το αληθινό νόημα και την ομορφιά της ζωής ή να αδιαφορούμε για τις αδικίες και βαρβαρότητες που υπόκεινται οι συνάνθρωποί μας, αλλά και ο πλανήτης μας. Ο καλλιτέχνης πρέπει να είναι εκεί να μας αφυπνίζει, να μας μαγεύει, να μας κάνει να ερωτευόμαστε το κάθε λεπτό αυτού του μοναδικού μας ταξιδιού στην ζωή. Η συγκίνηση και η πληρότητα που νιώθω όταν ακούω ένα τραγούδι του Τσιτσάνη είναι ίδια πολλές φορές με τον Μολδάβα, του Σμέτανα, με ένα τραγούδι των Queen ή τη μουσική του Morricone.

«Π»: Βραβευτήκατε και τιμηθήκατε για το έργο σας πολλές φορές από το 2000 έως και το 2017. Πώς αισθάνεστε γι’αυτό;
Γ.Β.: Τα βραβεία προσωπικά για μένα δεν έχουν σημασία, είναι όμως τιμητικά και συγκινητικά πολλές φορές. Έχουν όμως ιδιαίτερη σημασία για το ίδιο το έργο, αλλά και για τους καλλιτέχνες και συνεργάτες που συμμετείχαν στην ερμηνεία του. Το κάθε τραγούδι ή κάθε μουσικό μου έργο, πέρα από την σύνθεσή του που γίνεται στο πιάνο και στην παρτιτούρα μου, ξεκινά ένα δικό του παράλληλο μεγάλο ταξίδι με πολλούς εμπλεκόμενους για να μπορέσει ο θεατής ή ο ακροατής να το γνωρίσει. Πρόβες με μουσικούς, ηχογραφήσεις, στούντιο, παραγωγή, προβολή, παραστάσεις και συναυλίες. Ένας ολόκληρος κόσμος από καλλιτέχνες, μουσικούς, ερμηνευτές, τεχνικούς, παραγωγούς που όλοι βάζουν το δικό τους πάθος και λιθαράκι ώστε να απολαμβάνουμε ή όχι το κάθε δημιούργημα. Το κάθε βραβείο είναι το επιστέγασμα και η δικαίωση κάθε σκληρής δουλείας μιας μεγάλης ομάδας «ονειροπόλων» που θέλουν να ομορφύνουν τον κόσμο μας.

«Π»: Είστε στη δισκογραφία από το 1997 και μέχρι σήμερα έχετε 47 cds και 3 dvds σε μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες. Πώς σας βοήθησε αυτό;
Γ.Β.: Η αλήθεια είναι ότι είχα μόνο τρεις συνεργασίες με μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες, η μία του εξωτερικού και η συνεργασία μου με μικρότερες ανεξάρτητες παραγωγές αφού δεν ήμουν «εμπορικός» σύμφωνα με τα δεδομένα των εταιρειών. Δεν μπορούσαν να με κατατάξουν σε κάποιο είδος και έτσι δεν είχα κάποιου είδους βοήθεια. Αυτό όμως με οδήγησε να δημιουργήσω το δικό μου label με τη δυνατότητα να εκδοθεί, να προβληθεί η μουσική μου και να φθάσει στο κοινό. Έτσι ήμουν απόλυτα ελεύθερος για τις καλλιτεχνικές μου επιλογές αφού δεν σκεφτόμουν με κριτήριο το κέρδος αλλά τις συγκεκριμένες μου καλλιτεχνικές ανησυχίες, κακή επιχειρηματική προοπτική με τους κοινούς όρους της αγοράς. Ήταν πολύ δύσκολος και σκληρός δρόμος, γιατί η μουσική μου δεν παιζόταν από τα ραδιόφωνα, ούτε είχα πρόσβαση στα Μ.Μ.Ε. όπως άλλωστε και πολλοί άλλοι δημιουργοί. Αναγκάστηκα να γίνω manager και παραγωγός του εαυτού μου, να κάνω marketing, promotion και πολλές φορές να είμαι ο άνθρωπος ορχήστρα, βάζοντας το δημιουργικό μου κομμάτι σε δεύτερη και τρίτη μοίρα. Όμως παρόλα αυτά είχε δημιουργηθεί ένα μεγάλο κοινό που γέμιζε ασφυκτικά τις αίθουσες που εμφανιζόμουν και παρουσίαζα τα έργα μου για πρώτη φορά, δίνοντας μου την ελπίδα να συνεχίζω. Ένας κόσμος που αγκαλιάζει τα τραγούδια και την μουσική μου και στηρίζει τις εκδόσεις μου. Άλλωστε ένα μεγάλο μέρος των cds μου προέρχεται από τα πραγματικά αξιομνημόνευτα live σε μεγάλους συναυλιακούς χώρους όπως το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και λιγότερο από στουντιακές ηχογραφήσεις. Μια επιμονή που νιώθω μέρα με την ημέρα να δικαιώνεται στο χρόνο. Σήμερα έχω φυσικά συνεργασία με μεγάλες εταιρείες και βρίσκομαι πια σε όλες τις παγκόσμιες ψηφιακές πλατφόρμες και στα ράφια των μεγάλων καταστημάτων όπου το κοινό μπορεί να έχει πρόσβαση στο έργο μου.

«Π»: Τα έργα σας έχουν ερμηνεύσει πολλές ορχήστρες σε ολόκληρο τον κόσμο. Αυτή η καταξίωση είναι το ζητούμενο του καλλιτέχνη;
Γ.Β.: Είχα και έχω την τύχη η μουσική μου να επικοινωνεί με τους μουσικούς και τους καλλιτέχνες που ερμηνεύουν τα έργα μου. Αυτό ξεκίνησε από τα πρώιμα συνθετικά μου χρόνια και ευτυχώς συνεχίζεται ως σήμερα. Ορχήστρες από το εξωτερικό και από την Ελλάδα με νέους ταλαντούχους μουσικούς ερμηνεύουν τα έργα μου. Θα σας περιγράψω ένα σύντομο περιστατικό που βίωσα την προηγούμενη χρονιά το 2019 με μια βραβευμένη Ορχήστρα Jazz Band από την Γερμανία όταν ερμήνευσαν ένα τραγούδι μου που έγραψα ειδικά για αυτούς το Caged Bird της Maya Angelou. Ήμουν πραγματικά ανήσυχος γιατί ήταν η πρώτη μου συνθετική και ενορχηστρωτική απόπειρα για να δημιουργήσω ένα jazz τραγούδι για μια Ορχήστρα 35 περίπου ατόμων που είχε μεγάλες ευρωπαϊκές διακρίσεις στο ενεργητικό της και με ένα ρεπερτόριο μεγάλων κλασικών επιτυχιών της Jazz σκηνής. Είχα στείλει τις παρτιτούρες στον μαέστρο και έκανε πρόβες η ορχήστρα στην Γερμανία. Όταν λοιπόν παρευρέθηκα στην τελική τους πρόβα, πριν την ηχογράφησή τους για τις ανάγκες ενός cd, δεν σας κρύβω το μεγάλο μου τρακ – πώς θα μπορούσα άλλωστε να συγκριθώ με τα μεγαθήρια και τους μεγάλους δημιουργούς της Jazz! Νέα παιδιά μεταξύ 16 έως 21 ετών, μουσικοί με ενέργεια και πάθος ήταν τα μέλη της ορχήστρας αυτής. Όταν λοιπόν βρέθηκα εκεί τα παιδιά αυτά, σταμάτησαν να παίζουν, σηκώθηκαν όρθια και με χειροκρότησαν με ενθουσιασμό. Για μένα πέρα από τη μεγάλη μου συγκίνηση, η καταξίωση βρίσκεται εκεί, οι μουσικοί και οι ερμηνευτές να νιώθουν τα ίδια συναισθήματα με τα δικά μου την στιγμή που συνέθετα το έργο.

«Π»: Τί είναι τέχνη; Τί είναι δημιουργία;
Γ.Β.: Τέχνη είναι η ίδια η ζωή. Να ζεις με αξιοπρέπεια, αλληλεγγύη, αδελφοσύνη, ποιότητα, ελπίδα και με υγεία. Τέχνη είναι να υπερασπίζεσαι το δίκαιο, να πολεμάς το άδικο, το ψεύτικο, το κακό, την πείνα, το σκοτάδι που μαυρίζει τις ζωές των ανθρώπων. Τέχνη είναι να μετατρέπεις το κλάμα των παιδιών, σε γέλιο, το δάκρυ του πονεμένου, του μετανάστη σε ελπίδα. Να σέβεσαι τα πιστεύω του άλλου και να μην λοιδορείται και καταλύεται η ελευθερία της διαφορετικότητας με τις προϋποθέσεις μιας δημοκρατικότητας. Τέχνη είναι να ερωτεύεσαι και να έχεις πάθος με την ζωή, να αγαπάς σαν να μην υπάρχει αύριο, για κάθε δευτερόλεπτο που βιώνεις σε αυτό το μαγευτικό κομμάτι βράχου που ταξιδεύει στο αχανές απόμακρο σύμπαν και λέγεται γη. Τέχνη είναι μην ξεχνάς ότι είσαι εσύ αυτός που με κάθε πράξη σου κάνεις τον κόσμο μας καλύτερο ή χειρότερο για τους άλλους. Ο καλλιτέχνης και η δημιουργία έχει το ύψιστο καθήκον να δώσει τα μηνύματα και να οδηγήσει τους ανθρώπους σε αυτό τον κόσμο που δεν θα είναι ουτοπικός αλλά αληθινός. Η δημιουργία και η τέχνη δεν πρέπει να έχει ως αυτοσκοπό την αυτοπροβολή και τον πλουτισμό. Δυστυχώς σε μια κοινωνία με υλικό προσανατολισμό, πολλές φορές αυτά έχουν λιγότερη σημασία.

«Π»: Ποια είναι τα εργαλεία του συνθέτη;
Γ.Β.: Τη μουσική και έναν συνθέτη θα τους παρομοίαζα με ένα άλογο και τον αναβάτη του. Το άλογο είναι η μουσική και ο αναβάτης ο δημιουργός. Για να σταθείς στο άλογο χωρίς να πέσεις, πέρα από την τεχνογνωσία σου που υποτίθεται ότι θα έχεις, θα χρειαστούν και άλλα στοιχεία όπως το ταλέντο για να το κάνεις να ξεκινήσει αλλά και η έμπνευση, το ένστικτο για να το οδηγήσεις στο μονοπάτι με ασφάλεια. Για να το κάνεις όμως να τρέξει, το ταλέντο και η γνώση δεν φτάνουν. Χρειάζονται και άλλα εργαλεία. Η πολλή δουλειά για να το εκπαιδεύσεις, οι αξιόλογοι συνεργάτες μουσικοί και καλλιτέχνες που θα το φροντίζουν και στο τέλος ο κόσμος που θα το αγαπήσει και θα το υιοθετήσει.

«Π»: Πώς βλέπετε το χώρο της μουσικής στη μετά-κορωνοϊό εποχή;
Γ.Β.: Είμαι αισιόδοξος και βλέπω τα πράγματα με την θετική τους ματιά όσο και δύσκολα να είναι. Θα ήθελα όμως με την ευκαιρία να εκφράσω τον μεγάλο προβληματισμό μου και την πικρία μου για την αντιμετώπιση τόσο των χιλιάδων καλλιτεχνών που πλήττονται με την ανεργία αυτή την περίοδο όσο και την γενικότερη απαξίωση του πολιτισμού. Παρακολουθώντας τόσο τα μέσα ενημέρωσης, όσο και τις χλιαρές αντιδράσεις της πολιτείας για το συγκεκριμένο θέμα, οι καλλιτέχνες αντιμετωπίζονται ως χομπίστες και όχι ως εργαζόμενοι, Για να το πω πιο λαϊκά ως «ψώνια» που δεν τρέχει και τίποτα που δεν έχουν δουλειά. Άλλωστε υπάρχει η γνωστή νοοτροπία, η εργασία αυτή είναι το κέφι τους, θέλουν να βγάζουν χρήματα;
Πίσω από κάθε μουσικό, ηθοποιό, καλλιτέχνη, δάσκαλο υπάρχουν πολλά χρόνια σκληρής δουλειάς και στερήσεων και οικογένειες που πρέπει να συντηρήσουν. Δεν σημαίνει ότι επειδή εξαιρετικά λίγοι καλλιτέχνες που είναι πολύ δημοφιλείς σε συγκεκριμένα είδη τέχνης στην χώρα μας και αμείβονται καλά, όλοι οι υπόλοιποι έχουν την ίδια τύχη. Τα Θέατρα και οι συναυλιακοί χώροι θα είναι κλειστοί για αρκετό διάστημα όπως φαίνεται με χιλιάδες άνεργους στον χώρο μας που δεν είναι καλλιτέχνες μόνο. Επηρεάζονται πάρα πολλοί κλάδοι που δραστηριοποιούνται στο χώρο του πολιτισμού. Η πολιτεία θα πρέπει να βρεθεί κοντά στους ανθρώπους αυτούς, όχι μόνο στα λόγια αλλά και με έργα. Άλλωστε για να υπάρχει τουρισμός μην ξεχνάμε ότι προϋπάρχει και ο Ελληνικός Πολιτισμός. Δεν φτάνουν μόνο οι φυσικές ομορφιές και οι εξωτικές παραλίες μας για αυτό το μοναδικό brand name. Η προβολή της χώρας μας είναι συνδεδεμένη με τα μνημεία μας, τον πολιτισμό και την τέχνη μας που έχει διατηρηθεί μέσα στους αιώνες και θεωρώ ότι αυτά είναι αλληλένδετα. Επίσης με ενοχλεί που δεν βλέπω μια πιο σθεναρή επέμβαση αγαπημένων καλλιτεχνών πλην εξαιρέσεων που έχουν τη δυνατότητα μεγαλύτερης πρόσβασης στα Μέσα Ενημέρωσης και στους πολιτικούς να μην θίγουν αυτό το σοβαρό θέμα του κλάδου μας και να μην ενημερώνουν το ευρύ κοινό. Είμαι αισιόδοξος ότι η τέχνη και οι καλλιτέχνες θα δώσουν και πάλι ζωή και ελπίδα στον κόσμο που βιώνει αυτή τη φοβερή κρίση και πανδημία. Θα υπάρξουν νέοι δίαυλοι έκφρασης τους μέσα από τον ψηφιακό κόσμο και το Ίντερνετ. Δεν θα είναι το ίδιο με την ανθρώπινη παρουσία αλλά είναι κάτι μεταβατικό πιστεύω. Άλλωστε η τέχνη μέσα στους αιώνες και μέσα από τις πιο δύσκολες κρίσεις της ανθρωπότητας ήταν ένα από τα φάρμακα της ψυχής και της ελπίδας και αυτό θα συνεχιστεί.

«Π»: Τί ετοιμάζετε;
Γ.Β.: Σε λίγο καιρό θα κυκλοφορήσει μια δουλειά μου σε CD από το Δήμο Αργυρούπολης Ελληνικού για φιλανθρωπικούς σκοπούς, μελοποιημένων παιδικών ποιημάτων του Αντώνη Σαμαράκη για το έτος Σαμαράκη καθώς και άλλων παιδικών ποιημάτων όπως των: Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, Κωστή Παλαμά, Βασίλη Κουρή, Τάκη Χρυσούλη, Δημήτρη Ρουμπάνη, Μαίρης Βούκανου και Έφης Παναγοπούλου, με σπουδαίους καλλιτέχνες (Βασίλης Λέκκας, Γεράσιμος Ανδρεάτος, Άντα Αθανασοπούλου, Κώστας Αρζόγλου, Μαίρη Βιδάλη, Θανάσης Τσαλταμπασης, Ευτυχία Μοσχάκη κ.α.), με την παιδική Χορωδία του Δημοτικού Ωδείου καθώς και τα παιδιά των παιδικών Σταθμών του Δήμου. Ετοιμάζω το νέο Cd της ανερχόμενης σοπράνο Άντας Αθανασοπούλου με τίτλο «Μυστικό Τραγούδι» και τη νέα μου μουσική παράσταση για Συμφωνική Ορχήστρα με τίτλο «Ελπίδα – Hope», μια αληθινή ιστορία αγάπης που αναφέρεται στην περίοδο της μετανάστευσης των Ελλήνων στην Αμερική αρχές του 1900.