Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ «Όταν γράφεις καρέ είναι σαν να γράφεις ένα ποίημα, ένα βιβλίο, γράφεις ιστορία»

Ο Γιάννης Σπηλιόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1954.
Σπούδασε κινηματογράφο, φωτογραφία και σκηνοθεσία. Συνεργάστηκε με όλα τα τηλεοπτικά κανάλια σε παραγωγές σειρών, εκπομπών και ντοκιμαντέρ. Στο βιογραφικό του έχει και συνεργασία με το δημόσιο τηλεοπτικό κανάλι της Ολλανδίας NPO για μια σειρά ντοκιμαντέρ με θέμα τον τρόπο ζωής στην ΝΑ Ασία.
Έχει κάνει έξι (6) κινηματογραφικές ταινίες ως διευθυντής φωτογραφίας ενώ σημαντική ήταν η συνεργασία του με την ΕΡΤ για τη λειτουργία του πρώτου ψηφιακού στούντιο στην Ελλάδα.

 

«ΠΑΛΜΟΣ»: Σε ποιό περιβάλλον μεγαλώσατε;
ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ: Μεγάλωσα σε ένα ιδανικό περιβάλλον στο Χολαργό με τη μαμά στο σπίτι να μεγαλώνει τρία αγόρια και τον μπαμπά να δουλεύει ατέλειωτες ώρες. Η γιαγιά και ο παππούς ήταν οι σωτήρες μου όταν έκαναν αταξίες. Εκείνα τα χρόνια, χωρίς να υπάρχει μάθημα επαγγελματικού προσανατολισμού, από έναν μπαμπά παντοπώλη, εγώ έγινα κινηματογραφιστής, ο μεσαίος αδερφός δημοσιογράφος και ο μικρός ζωγράφος. Η αγάπη, η οικογενειακή σύμπνοια, οι αρχές που δίνουν οι γονείς είναι το άλφα και το ωμέγα στην πορεία της ζωής. Θα έλεγα, λοιπόν, ότι τα παιδικά μου χρόνια ήταν υπέροχα! Ο Χολαργός ήταν κάτι σαν επαρχιακή πόλη με πολύ παιχνίδι, λίγο διάβασμα και πολλές δραστηριότητες. Χωρίς τηλεόραση αλλά με ραδιόφωνο, δεν έπαιρνες τις εικόνες έτοιμες αλλά τις δημιουργούσες. Επίσης, πολύ σημαντικό για μένα ήταν το διάβασμα εξωσχολικών βιβλίων με αποτέλεσμα τον καλό χειρισμό της γλώσσας, κάτι που σήμερα λείπει από τα νέα παιδιά. Αν μπορούσα να ξαναζήσω τα παιδικά μου χρόνια, δεν θα άλλαζα τίποτα!

 

«Π»: Τί σας ώθησε στο χώρο του κινηματογράφου;
Γ. ΣΠ.: Αυτό που μου ώθησε στο να επιλέξω το επάγγελμα του κινηματογραφιστή ήταν η κινούμενη εικόνα. Όλα ξεκίνησαν ένα βράδυ στον σκοτεινό θάλαμο, τυπώνοντας α/μ φωτογραφίες και στη συνέχεια η προβολή ενός μικρού ερασιτεχνικού φιλμ 8mm που είδα. Γοητεύτηκα και από το δημιουργικό και από το τεχνικό μέρος του φιλμ. Στη συνέχεια, κάποια λίγα βιβλία για τον κινηματογράφο μου διεύρυναν τον ορίζοντα. Ό,τι χρήματα μου έδιναν οι γονείς μου για να αγοράσω ρούχα, εγώ τα έδινα για αγορά φιλμ. Και αυτή ήταν η εφηβεία μου!
Πρέπει να πω ότι με βοήθησε πολύ η θητεία μου στην Ελληνική Αεροπορία αφού εργάστηκα στο Πεντάγωνο ως οπερατέρ στην εκπομπή των Ενόπλων Δυνάμεων. Μεγάλο σχολείο! Αυτά που έζησα τότε ξεπερνούν κατά πολύ την ταινία του Περράκη «Λούφα και Παραλλαγή».

 

«Π»: Υπάρχει κινηματογραφική παιδεία στην Ελλάδα;
Γ. ΣΠ.: Στην Ελλάδα τώρα υπάρχει κινηματογραφική παιδεία σε ανώτατο επίπεδο. Παλιότερα δεν υπήρχε παρά μόνο το πάθος, η αγάπη και το μεράκι για τον κινηματογράφο και κυρίως το ταλέντο του πολυμήχανου Έλληνα κι έτσι παρά την έλλειψη της ανώτατης εκπαίδευσης, δημιουργήθηκαν αριστουργήματα στον ελληνικό κινηματογράφο στο επίπεδο της φωτογραφίας και της σκηνοθεσίας. Αυτό που χρειάζεται για να γίνεις καλύτερος άνθρωπος και επαγγελματίας είναι η συνεχής εκπαίδευση του μυαλού.

 

«Π»: Η τέχνη της διεύθυνσης φωτογραφίας τί απαιτεί;
Γ. ΣΠ.: Πρώτα απ’όλα ο διευθυντής φωτογραφίας πρέπει να διαθέτει ανώτερη αισθητική. Αυτό είναι κυρίως έμφυτο και γι’αυτό το λόγο δεν εξελίσσονται όλοι οι οπερατέρ σε διευθυντές φωτογραφίας. Ένα άλλο προσόν είναι η δυνατότητα που διαθέτει κάποιος να αναλάβει την ευθύνη να υπογράψει μια δουλειά.
Σε όλα αυτά το μεγάλο «όπλο» είναι η γνώση. Όλοι μπορούν να σπουδάσουν, λίγοι όμως μπορούν να παράγουν εικόνες στο μυαλό τους από το τίποτα, εικόνες που να προέρχονται από τη συνεχή παρατήρηση των γύρω μας. Η γνώση πηγάζει από ένα σύνολο πραγμάτων, ένα ποίημα, ένα λογοτεχνικό βιβλίο, έναν ζωγραφικό πίνακα, τις συζητήσεις με ενδιαφέροντες ανθρώπους, τα ταξίδια και κυρίως η αγάπη που προσεγγίζει κανείς το φως και τις σκιές του.

 

«Π»: Η φωτογραφία υποστηρίζει την ταινία; Τί συμβαίνει όταν την ξεπερνά;
Γ. ΣΠ.: Η φωτογραφία είναι ένας παράγοντας επιτυχίας μιας ταινίας, όχι όμως ο καθοριστικός. Έχουμε δει οσκαρικές ταινίες με αδιάφορη θα λέγαμε φωτογραφία και βέβαια ταινίες με δυνατή φωτογραφία και αδιάφορη σκηνοθεσία. Θα έλεγα ότι το πιο ενδιαφέρον κομμάτι μιας ταινίας είναι το σενάριο. Αν τώρα ο σκηνοθέτης και ο διευθυντής φωτογραφίας καταφέρουν να αναδείξουν το σενάριο, τότε αυτό συνιστά επιτυχία.
Μια ταινία μπορεί να βραβευτεί για τη φωτογραφία της και να πατώσει στη θέαση λόγω σκηνοθεσίας ή αδιάφορου σεναρίου. Επίσης, θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι, όπως σε κάθε μορφή τέχνης, η εκτίμηση περί καλής φωτογραφίας είναι συνήθως υποκειμενική από το κοινό και αντικειμενικό από τους επαγγελματίες μόνο του χώρου.

 

«Π»: Πώς βλέπετε τους νέους σκηνοθέτες σήμερα;
Γ. ΣΠ.: Σήμερα υπάρχουν ταλαντούχοι σκηνοθέτες με μεγάλες επιτυχίες, κυρίως σε ταινίες μικρού μήκους. Επίσης και στις μεγάλου μήκους ταινίες έχουν ξεχωρίσει λίγοι μεν αλλά με λαμπρή καριέρα στο εξωτερικό. Γενικότερα νομίζω ότι βρισκόμαστε σε μια άνοδο του ελληνικού κινηματογράφου.

 

«Π»: Ποιά ταινία θεωρείτε κορυφαία και γιατί;
Γ. ΣΠ.: Μια ταινία που μου έχει μείνει είναι το «Πράσινο Μίλι» λόγω σεναρίου, ηθοποιΐας και σκηνοθεσίας και από τις ελληνικές ταινίες, ο «Δράκος» του αλησμόνητου Νίκου Κούνδουρου και το «Πάρε το όπλο σου, Θανάση». Θα πρέπει να σας πω ότι στην εφηβεία συνηθίζαμε να ξενυχτάμε κουβεντιάζοντας με φίλους μετά την προβολή ταινιών του Ταρκόφσκι, Αϊζεστάιν, Γκοντάρ…

 

«Π»: Πώς είναι τα πράγματα στο χώρο της παραγωγής μετά την κρίση;
Γ. ΣΠ.: Στο χώρο της παραγωγής, τα πράγματα δεν είναι ιδιαίτερα άσχημα παρά την κρίση. Σε αυτό βοηθά η επιστροφή χρημάτων από το κράτος και η μεγαλύτερη ευκολία με την οποία μπορεί κάποιος να πάρει άδεια για γυρίσματα σε άβατους πριν χώρους, όπως για παράδειγμα οι αρχαιολογικοί. Στην τηλεόραση έχει πέσει πολύ η παραγωγή κατά τη διάρκεια αλλά και τώρα μετά υποτίθεται την κρίση, λόγω μείωσης της διαφημιστικής δαπάνης και ύπαρξης πολλών καναλιών που δεν τα σηκώνει η μικρή ελληνική αγορά.

 

«Π»: Ποιά τα εργαλεία του διευθυντή φωτογραφίας;
Γ. ΣΠ.: Το βασικό εργαλείο του διευθυντή φωτογραφίας είναι το μυαλό του! Φυσικά το φωτόμετρο, ένας καλός βοηθός, οι άπειρες ώρες συζήτησης με τον σκηνοθέτη, το δυνατόν καλύτερο ρεπεράζ στους χώρους των γυρισμάτων και βέβαια το φως. Μεγάλο ατού για την επιτυχία είναι η άριστη επικοινωνία του διευθυντή φωτογραφίας με τους ηθοποιούς και το υπόλοιπο γκρουπ και μην σας παραξενέψει αυτό, με τον μπούμαν.

 

«Π»: Ποιούς από τον χώρο σας θαυμάζετε;
Γ. ΣΠ.: Δεν θαυμάζω κάποιον ιδιαίτερα διευθυντή φωτογραφίας ή σκηνοθέτη. Δεν είναι θέμα εγωισμού αλλά θα πρέπει να καταλάβει ο κόσμος εκτός του χώρου ότι είναι ένα μοναχικό επάγγελμα, όπως σχεδόν όλα τα δημιουργικά επαγγέλματα. Είσαι μόνος σου με το «θηρίο». Παίρνεις τις αποφάσεις σου, τί θα κάνεις, τα ρίσκα σου και εκτείθεσαι. Δεν προλαβαίνεις να θαυμάσεις κάποιον. Έχεις αγωνία να ολοκληρωθεί αυτό που κάνεις για να γίνεις πάλι φίλος με το μαξιλάρι σου.

 

«Π»: Τί ρόλο παίζει η ψηφιακή τεχνολογία;
Γ. ΣΠ.: Η ψηφιακή τεχνολογία βοήθησε πολύ στην αύξηση της παραγωγής. Έδωσε τη δυνατότητα και σε νέα παιδιά να μπορέσουν να κάνουν γυρίσματα ακόμα και με κινητά τηλέφωνα και να δείξουν τη δουλειά τους. Δεν είναι τυχαίο ότι αυξήθηκαν κατά πολύ τα cine φεστιβάλ σε όλο τον κόσμο και στην Ελλάδα. Κυρίως μάλιστα τα φεστιβάλ μικρού μήκους. Επίσης το ψηφιακό μοντάζ. Μίκρυναν οι χρόνοι και μεγάλωσαν οι δυνατότητες.

 

«Π»: Ποιές είναι οι δυσκολίες και τί απαιτούν τα ντοκιμαντέρ;
Γ. ΣΠ.: Εδώ είναι τα …ωραία! Το ντοκιμαντέρ βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη. Με μια μικρή κάμερα, που εύκολα τη μεταφέρεις παντού, κάνεις πλέον δουλειά. Οι ταινίες τεκμηρίωσης, όπως μεταφράζεται το ντοκιμαντέρ, είναι πια εξαιρετικά δημοφιλείς. Ως προς τις δυσκολίες, αυτές είναι συνάρτηση του χρόνου, του τόπου, του επείγοντος να καταγράψεις κάτι που δεν θα ξαναγίνει. Άλλες δυσκολίες έχεις κάνοντας γύρισμα βράδυ, άλλες με δυνατό ήλιο, άλλες σε ένα θορυβώδες περιβάλλον, άλλες υπό βροχή. Κάτι που είναι πολύ σημαντικό είναι οι αποφάσεις που θα πρέπει να πάρουν ο σκηνοθέτης και ο παραγωγός για πράγματα που καταγράφηκαν αλλά για λόγους διάφορους, π.χ. πολιτικοκοινωνικούς δεν μπορούν να παίξουν.
Υπάρχουν πολλά είδη ντοκιμαντέρ και το κάθε είδος έχει τις απαιτήσεις του. Είναι μια ιδιαίτερη δουλειά, τελείως διαφορετική από τις ταινίες μυθοπλασίας.

 

«Π»: Ποιές είναι οι πιο σημαντικές συνεργασίες που έχετε κάνει;
Γ. ΣΠ.: Άνετα θα έβαζα πρώτη και με διαφορά τη δουλειά μου στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας. Μπορεί να μην είχε ιδιαίτερα καλλιτεχνικά στοιχεία αλλά είχε δύο δισεκατομμύρια θέαση! Έδινα μια εικόνα σε δύο δισ. θεατές! Αυτό δεν ξεπερνιέται με τίποτα!
Εργάστηκα σε όλα τα ιδιωτικά κανάλια σε εκπομπές και σειρές. Δουλειές που μπορεί να μην αφήνουν κάτι ιδιαίτερο αλλά είχαν την αγωνία τους γιατί πρόκειται για την εικόνα που βλέπετε όλοι εσείς σπίτια σας. Ξέρετε, το λάθος που κάνει κάποιος στη δουλειά του φαίνεται κυρίως στο περιβάλλον εργασίας του, στη δική μου δουλειά το λάθος το βλέπει όλος ο κόσμος.
Ωραίες συνεργασίες είχα με την ΕΡΤ, στην παραγωγή ντοκιμαντέρ. Πολύ ωραίες δουλειές κάναμε με τον φίλο μου Χρήστο Βασιλόπουλο στη «Μηχανή του Χρόνου». Ακόμα η συνεργασία μου με το δημόσιο ολλανδικό κανάλι.

 

«Π»: Ποιοί οι τίτλοι των ταινιών που έχετε κάνει ως διευθυντής φωτογραφίας;
Γ. ΣΠ.: «Panic and Paranoia through an illusion» με σκηνοθέτη τον Νικόλα Λούτζη, «ο Μοναχικός Αστακός», «οι Δαιμονισμένοι», «God’s Fans» με σκηνοθέτη τον Γιώργο Μπακόλα.

 

«Π»: Εργαστήκατε στην ΕΡΤ για τη δημιουργία του πρώτου ψηφιακού στούντιο. Ποιά η εξέλιξη αυτού;
Γ. ΣΠ.: Στην ΕΡΤ εργάστηκα για δύο χρόνια στη δημιουργία του πρώτου ψηφιακού στούντιο στην Ελλάδα. Μεγάλη τύχη και μεγάλη πρόκληση. Παρέλαβα κάμερες υψηλής ευκρίνειας σε ένα απόλυτα ψηφιακό περιβάλλον. Έπρεπε να ρυθμιστούν κατάλληλα οι κάμερες, να συνεργαστώ με τις κοπέλες του μακιγιάζ γιατί στην υψηλή ευκρίνεια άλλες είναι οι ανάγκες του μακιγιάζ, θέλει λιγότερα φώτα, πιο μαλακό φωτισμό με όλη την διοίκηση από πάνω μου να βλέπει το αποτέελσμα. Όλα αυτά το μακρινό 2009. Όλα πήγαν καλά και το άγχος και τα ξενύχτια τελικώς δικαιώθηκαν. Τώρα όλοι οι μεγάλοι τηλεοπτικοί σταθμοί εργάζονται σε ψηφιακό περιβάλλον.

 

«Π»: Το ντοκιμαντέρ «Κύθνος, Μνήμες Προγόνων» τί περιλαμβάνει;
Γ. ΣΠ.: Το ντοκιμαντέρ «Κύθνος, Μνήμες Προγόνων» αναφέρεται στις παραδοσιακές πρακτικές από την αρχαία εποχή μέχρι σήμερα των ανθρώπων του νησιού, στην παραγωγή των κύριων προϊόντων του, μέλι, κρασί, τυρί, κριθάρι. Έγινε με τη βοήθεια που μου προσέφερε ο Σύλλογος Φίλων Αρχαιολογικού Μουσείου Κύθνου και συνεχίζει να μου προσφέρει τη βοήθειά του. Έχει κατατεθεί να παίξει σε πολλά διεθνή και ελληνικά φεστιβάλ ντοκιμαντέρ. Στόχος είναι η Κύθνος να ταξιδέψει και να γίνει γνωστή σε ένα μεγάλο μέρος του κόσμου μέσα από τον πολιτισμό της και όχι μόνο για τις όμορφες παραλίες της.

 

«Π»: Τί είναι για εσάς η κάμερα;
Γ. ΣΠ.: «The heart and the mind are the true lens of the camera» όπερ έστι μεθερμηνευόμενον, η καρδιά και το μυαλό είναι ο αληθινός φακός της κάμερας. Η κάμερα δεν είναι εργαλείο, είναι η προέκταση του εαυτού μας, της προσωπικότητάς μας.
Όταν ξεκινάς να γράφεις καρέ είναι σαν να γράφεις ένα ποίημα, ένα βιβλίο, γράφεις ιστορία… Αυτό που τράβηξες σήμερα, αύριο θα ανήκει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στην ιστορία. Και φυσικά, το κάδρο… Σπουδαία ιστορία. Το καδράρισμα δείχνει ποιοί είμαστε.

 

«Π»: Το «ελληνικό φως» πώς επιδρά στη ματιά σας;
Γ. ΣΠ.: Το ελληνικό φως είναι δύσκολο στη διαχείρισή του. Ειδικά από τον Απρίλιο και μετά μέχρι τις αρχές του φθινοπώρου είναι σχεδόν απαγορευτικό κάποιες ώρες της ημέρας. Ηλιοφάνεια έχει ενδιαφέρον όταν τα σύννεφα λειτουργούν ως φίλτρο διάχυσης. Τότε το φως μαλακώνει, οι σκιές μαλακώνουν και τα χρώματα καταγράφονται καλύτερα. Φυσικά και το σκληρό ως είναι χρήσιμο στη δουλειά μας σε ειδικές περιπτώσεις.

 

«Π»: Τί ετοιμάζετε;
Γ. ΣΠ.: Έχουν σχεδόν τελειώσει τα γυρίσματα για τις ξερολιθιές της Κύθνου. Αφορμή για αυτό το ντοκιμαντέρ πήρα όταν έμαθα ότι οι ξερολιθιές στην Ελλάδα εντάχθηκαν στην πολιτιστική κληρονομιά της UNESCO και περιλαμβάνεται και η Κύθνος. Μάλιστα το δίκτυο της ξερολιθιάς στην Κύθνο είναι μοναδικό! Ελπίζω το μοντάζ να έχει τελειώσει τον Μάιο. Θα ακολουθήσουν άλλα ντοκιμαντέρ γιατί στο νησί αυτό υπάρχει πολιτιστικός πλούτος.
Κλείνοντας, θέλω να σας πω ότι αισθάνομαι αφάνταστα τυχερός που για χρόνια συνδύασα το χόμπι μου με τη δουλειά μου. Γνώρισα ανθρώπους και μέρη που σε άλλη περίπτωση θα ήταν αδύνατο. Θέλω να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλους τους Θερμιώτες που με βοηθούν με τις γνώσεις τους και όπως είπε ο Γιάννης ο Απίθανος «για το νησί μου το κάνεις, επιβάλλεται να σε βοηθήσω». Ελπίζω να το καταλάβουν όλοι…