Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

Νίκος Λεβογιάννης, Ένας ξεχωριστός Αξιώτης – Κωμιακίτης και Γαλατσιώτης

Καθώς μάζευαν οι μέρες του 2019, εξαντλούνταν και ο χρόνος της ζωής του συνδημότη μας, φίλου και συντρόφου – συναγωνιστή Νίκου Λεβογιάννη. Αξώτης, Κωμιακίτης, του πατρός Εμμανουήλ και Δικηγόρος, για να ξέρουμε για ποιον από τους πολλούς Λεβογιάννηδες ο ύστατος αποχαιρετιστήριος λόγος.


Γράφει ο Νέστορας Χατζούδης


έβαια για τους παλιότερους Γαλατσιώτες, τη γενιά δηλαδή που στη νεότητά της βίωσε δρώσα το πέρασμα από τη χουντική τρομοκρατία στο ξέσπασμα της συνταγματικά κατοχυρωμένης πολιτικής ελευθερίας δεν χρειάζονται συστάσεις. Ο Νίκος, με το καθημερινό παρών στα τοπικά δρώμενα που ξετυλίγονταν με επίκεντρο το Δήμο, τους Συλλόγους και την κοινωνική ζωή του Γαλατσίου σε όλες της τις εκφάνσεις κατά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες του περασμένου αιώνα, είναι οικείος και οι συστάσεις του περισσεύουν. Όμως η μετεγκατάσταση της οικογένειας του προς το τέλος της δεκαετίας του 1990 σε βορειότερο Δήμο και η εν τω μεταξύ δημογραφική υποχώρηση της γενιάς του, η απουσία μιας 20ετίας δηλαδή, από την τοπική συλλογική ζωή, αναπόφευκτα προκαλεί κενό στη συλλογική μας μνήμη. Εξ’ αυτού και αναγκαίες οι σύντομες συστάσεις του.
Γεννήθηκε στην Κωμιακή της ορεινής Νάξου από φτωχούς γονείς που είχαν να θρέψουν πολλά στόματα και γνώρισε από πολύ μικρός τον καθημερινό αγώνα των γονιών του για την επιβίωση. Ήταν η εποχή που η Ελλάδα προσπαθούσε να συνέρθει από το χαλασμό της δεκαετίας του ’40 και οι κάτοικοι της επαρχίας, ιδιαίτερα των ποιο φτωχών διαμερισμάτων, εγκατέλειπαν μαζικά τα χωριά τους για τα αστικά κέντρα, όπου υπήρχε ελπίδα να βρουν μεροκάματο και να σιγουρέψουν την επιβίωση των οικογενειών τους. Εκείνο το ανθρώπινο τσουνάμι των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών που έφερε στην Αθήνα εκατοντάδες χιλιάδες εργατικά χέρια, απόθεσε και μερικές χιλιάδες από αυτά στο Γαλάτσι που τα πιο πολλά εντάχθηκαν στο εργατικό σώμα των οικοδόμων που χρησιμοποιήθηκε στην κατεδάφιση της παλιάς ρομαντικής Αθήνας για να υψωθεί στη θέση της η πολυκατοικία της αντιπαροχής.
Ο Νίκος, που διακρινόταν για τις επιδόσεις, την ευφυΐα και τη φιλομάθειά του, τελείωσε το Γυμνάσιο στη Νάξο, πήρε μέρος στις εξετάσεις και με την πρώτη μπήκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Καθώς όμως η οικογένεια με δυσκολία τα έφερνε βόλτα, παράλληλα με τις σπουδές του, δούλευε στην οικοδομή για να μην επιβαρύνει τον οικογενειακό προϋπολογισμό και χωρίς καθυστερήσεις πήρε το πτυχίο του. Στη συνέχεια έπεσε στα βαθιά νερά του ελεύθερου επαγγέλματος, της δικηγορίας, και σταδιοδρόμησε επιτυχώς με εντιμότητα και επάρκεια στο χειρισμό και διεκπεραίωση υποθέσεων από όλο το φάσμα του Δικαίου. Χαμηλών τόνων από χαρακτήρα, ξεχώριζε ως Νομικός για τη βαθιά επαγγελματική του συνείδηση, τη συνέπεια και ειλικρίνεια απέναντι στους πελάτες του.
Η δεύτερη πενταετία της δεκαετίας του ‘70 είναι η εποχή που συναντήθηκαν οι τροχιές μας στο πεδίο της ιδεολογίας και της τοπικής πολιτικής. Σύντροφοι ιδεολογικά, συναγωνιστές στη γενική πολιτική, συνάδελφοι δημοτικοί σύμβουλοι στην προσπάθεια προβολής των τοπικών υποθέσεων και βελτίωσης των συνθηκών ζωής των κατοίκων του Δήμου μας. Πορευτήκαμε για δύο τετραετίες 1979-1982 και 1983-1986 στο Δημοτικό Συμβούλιο αλλά και σε κοινωνικό επίπεδο μαζί και με πολλούς άλλους γαλατσιώτες, από ολόκληρο το πολιτικό φάσμα, σε έναν κοινό αγώνα να αφήσει πίσω του το Γαλάτσι τη χρόνια καθυστέρηση, να αποκτήσει τις βασικές αστικές υποδομές, να βελτιώσει τη καθημερινότητα των κατοίκων και να διασφαλίσει τις απαραίτητες προϋποθέσεις που θα του επέτρεπαν μια διαφορετική από τη σημερινή, στοιχειωδώς σύγχρονων αστικών προδιαγραφών ανάπτυξη στο μέλλον. Σ’ αυτό το τελευταίο δεν τα καταφέραμε…
Ο Νίκος ολιγόλογος, εύστοχος στις παρατηρήσεις του χωρίς εξάρσεις, συνέβαλε πάντοτε στη διαμόρφωση πιστικών προτάσεων και αποφάσεων. Η ιδιαίτερα αποφασιστική συμβολή του στην προσπάθειά μας την περίοδο εκείνη έχει ενσωματωθεί και περιλαμβάνεται στις θέσεις της δημοτικής μας Παράταξης προς την τοπική κοινωνία και στις προτάσεις μας στο Δ.Σ. όπως διατυπώθηκαν στα Πρακτικά των Συνεδριάσεών του και στις καταχωρήσεις στις τοπικές εφημερίδες.
Κλείνω το σύντομο στη μνήμη του σημείωμά μου με ένα απόσπασμα από τα λόγια που του απηύθυνε ο συγχωριανός του και γνωστός συνδημότης μας Βασίλης Φραγκουλόπουλος κατά την αποχαιρετιστήρια τελετή.
«Εκ φύσεως κοινωνικός, ευφυολόγος, αφηγητής καθημερινών απλών, αυθεντικών, ιστοριών, είχε έναν ιδιαίτερο τρόπο να προσλαμβάνει και να μεταδίδει περιστατικά που βίωσε ή άκουσε από τις διηγήσεις συμπατριωτών μας. Ίσως ήταν ο άνθρωπος που ήξερε καλύτερα την ανθρωπογεωγραφία του χωριού από οποιονδήποτε. Ποτέ δεν υποτίμησε κανένα, δεν διέκρινε τους ανθρώπους ανάλογα με το μορφωτικό, πολιτικό ή κοινωνικοοικονομικό τους επίπεδο. Τα στέκια των απλών ανθρώπων (η συλλογική λέσχη, το καφενείο, οι χώροι διακίνησης τοπικών ναξιακών προϊόντων) ήταν και στέκια του, η γλώσσα τους ήταν και η δική του γλώσσα. Τα ήθη και τα έθιμα, οι νοοτροπίες, πρακτικές και συμπεριφορές, ήταν στοιχεία εγγεγραμμένα στον αξιακό κώδικα και τον τρόπο ζωής του.
»Οι ναξιακοί σύλλογοι και ο ναξιακός Τύπος της Αθήνας οφείλουν πολλά στον Νίκο. Ήταν από τους πρωτοπόρους στην έκδοση της “Κορωνίδας” το 1972, εφημερίδας που έφερε μια φρεσκάδα αλλαγής οπτικής, δυναμισμού, εμπλουτισμού της θεματογραφίας και ανανέωσης του συλλογικού και εν γένει του ναξιακού Τύπου. Συνεργάστηκε σε διάφορες φάσεις της κυκλοφορίας της, ενώ ήταν ο μακροβιότερος συγγραφέας της χρονογραφικής στήλης “ετσά ‘ιαδέ που λες”, όπου θησαυριζόταν η κωμιακίτικη ντοπιολαλιά. Θα συναντήσει κανείς συνεργασίες του και σε άλλες εφημερίδες, όπως τα “Νέα του Απόλλωνα”. Ο Νίκος επίσης είχε εκλεγεί πρόεδρος και μέλος του ΔΣ του Συλλόγου Κορωνίδας επί πολλά έτη.
»Δεν ήταν, όμως, δευτερεύουσα η συμβολή του στην ίδρυση της Ο.ΝΑ.Σ., όπως μπορώ να μαρτυρήσω από τις άοκνες συσκέψεις και τους γόνιμους προβληματισμούς του 1975. Χρημάτισε επίσης, κατά καιρούς, μέλος διοικητικών συμβουλίων της, ενώ δεν έπαψε να είναι αρωγός με την επαγγελματική του ιδιότητα, αλλά και τη βαθιά συναίσθηση κοινωνικής και συλλογικής προσφοράς που τον διακατείχε, στους ναξιακούς συλλόγους. Πέρυσι πρωτοστάτησε στην επανέκδοση της εφημερίδας “Άποψη Σκαδού-Μέσης”, όπου, εκτός από τα ευθύβολα σχόλιά του υπό τον τίτλο “Βολικά…κι ανάποδα”, τα οποία υπέγραφε ως “Χωριανός”, αναβίωσε την πολύτιμη δημοσιογραφική στήλη, με τίτλο “Επά που τα λέμενε”, προσπάθεια που διαφύλαττε θνήσκοντα στοιχεία του τοπικού γλωσσικού μας ιδιώματος. Προσπάθεια που συνδύαζε την ιδιωματική γλώσσα με τη λαογραφία και το καυστικό σχόλιο της σύγχρονης ζωής».