Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

ΘΑΝΑΣΗΣ ΑΓΓΕΛΟΥ, Ηθοποιός – Σκηνοθέτης

ΘΑΝΑΣΗΣ ΑΓΓΕΛΟΥ, «Η ζωή είναι ο οδηγός της τέχνης γιατί οι δημιουργοί εμπνέονται
και προβληματίζονται από αυτή»


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΜΑΙΡΗ ΓΚΙΩΝΗ – ΛΑΡΕΝΤΖΑΚΗ


Ο Θανάσης Αγγέλου γεννήθηκε στη Χαλκίδα το 1944 και μεγάλωσε στη Ν. Ιωνία. Αποφοίτησε από το Σμαράγδειο και σπούδασε θέατρο στην Αθήνα στη σχολή του Κωστή Μιχαηλίδη. Έλαβε μέρος και συμπρωταγωνίστησε σε αρκετά κινηματογραφικά και θεατρικά έργα («Ντόμινο», «Ζητείται Ψεύτης», «Βασιλιάς Ληρ», «Άμλετ», «Δύσκολος», «Επιτρέποντες», «Φανή», «Καυτή εκδίκηση», «Η δίκη των δικαστών»). Το 1975 πηγαίνει στην Ιταλία και σπουδάζει σκηνοθεσία κινηματογράφου στην Unerversita Internazionale Degli Studi Sxociali στη Ρώμη και συνεργάστηκε με πολλούς παραγωγούς και σκηνοθέτες. Το 1976 συνεργάστηκε με τον Ovidio Assoniti για την προετοιμασία του κινηματογραφικού έργου «The last concert» και συνεργάστηκε με τους ηθοποιούς Κλαούντια Καρντινάλε, Αλμπέρτο Σόντι, Ανί Ζιραντό, Φέμι Μπενούσι, Βιτόριο Σκάσμαν, Αντονέλα Λουάλντι.

Το 1977 η καλλιτεχνική πολιτιστική ένωση της Ρώμης του απένειμε μαζί με τον Βιτόριο Γκάσμαν το βραβείο Checco Durante για τη διάκρισή τους στον ιταλικό κινηματογράφο. Έναν έπαινο για την ταινία «La bravata». Το 1978 τιμήθηκε με το βραβείο Pericle d’Oro στην ταινία «Questo si che e un amore» και το 1979 του απονεμήθηκε από τον ιταλικό Τύπο το βραβείο Nuova Emponta. Ήταν τότε που εμπνεύστηκε την ίδρυση ελληνοϊταλικής συμπαραγωγής και μαζί με τον Διονύσιο Σπηλιωτόπουλο, σύμβουλο παραγωγών, έφεραν σε επαφή την καλλιτεχνική πολιτιστική ένωση της Ρώμης, Υπουργείο Πολιτισμού με τον υπουργό Βιομηχανίας Ελλάδος κ. Κονοφάγο και υλοποιήθηκε η πρώτη συμπαραγωγή Μάριο Τσέκι και Γκρέκα Φιλμ, με την ταινία που γυρίστηκε στη Ρόδο. Ωστόσο οικονομικές διαφορές σταμάτησαν την προσπάθεια. Το 1980, επιστρέφοντας στην Ελλάδα, δημιουργεί τη διαφημιστική εταιρεία Α-Αρτ και το 1989 τον ραδιοφωνικό σταθμό «Ευβοϊκό κανάλι» όπου έγραψε και παρουσίασε έως και το 2012 δεκάδες κοινωνικές εκπαιδευτικές, κωμικές και δραματικές εκπομπές.
Έχει σκηνοθετήσει τους «Πέρσες», την «Αντιγόνη», «Ω τί κόσμος μπαμπά» και «Ντάικ».
Το 1965 δημοσιεύονται διηγήματα και ποιήματά του σε περιοδικά και εφημερίδες ενώ το 1975 γράφει την πρώτη ποιητική συλλογή «Συλλαβίζοντας». Το 1977 το σενάριο για τον ιταλικό κινηματογράφο «Αντίστροφη μέτρηση». Ακολουθεί η ποιητική συλλογή «Ενάτη Ημέρα» και δύο θεατρικά έργα, το «Κονιάκ μετά την καταιγίδα» και το «Παγίδα για όνειρα» καθώς επίσης και τα μυθιστορήματα «Το κουμπί», «Εφιαλτικός παράλληλος» και «Βρώμικος ποταμός» σε συνεργασία με τον Νικόλαο Μεταλληνό.
Το 2012 γράφει το μυθιστόρημα «Ο ήχος των τενεκέδων» και ακολουθούν το «Πέταγμα της πεταλούδας», «Πειρασμός και σωτηρία» και το θεατρικό «Έσχατο Όριο».

___________________________________

«ΠΑΛΜΟΣ»: Σε ποιό περιβάλλον μεγαλώσατε;
ΘΑΝΑΣΗΣ ΑΓΓΕΛΟΥ: Γεννήθηκα στην Χαλκίδα και μεγάλωσα στη Νέα Ιωνία Αττικής, σε ένα ήπιο οικογενειακό περιβάλλον, με χριστιανικές αρχές με πειθαρχημένη από τους γονείς μου επιτήρηση και με την αυστηρότητα σε τυχών αταξίες και παρεκκλίσεις μου, που δεν ήταν λίγες. Δίχως όμως να μου αφαιρούν τη ελευθερία και να νοιώθω καταπίεση. Οι νουθεσίες τους πήγαζαν από αγάπη και τους ευχαριστώ.
Η φιλοδοξία των γονιών μου ήταν μετά τις σπουδές να αναλάβω το υφαντουργείο του πατέρα μου. Οι βλέψεις μου όμως εκ διαμέτρου αντίθετες είχαν άλλο προορισμό.
Το θέατρο η λογοτεχνία και ο κινηματογράφος δεν ήταν απλός ένα χόμπι αλλά τρόπος ζωής. Έφτανα στο σημείο να αφαιρώ ώρες από το σχολείο για να γράφω. Η ποίηση, το θέατρο και τα μυθιστορήματα, είχαν χτίσει μέσα μου ένα κόσμο που ήταν δύσκολο να τον αποχωριστώ. Δίχως αυτό να σημάνει πως δεν έπαιζα στους δρόμους με την ψυχή μου και δεν χαιρόμουν με φίλους. Ήμουν ένας μέτριος μαθητής θα μπορούσα να πω, μάλλον απαράδεκτος, με καλές επιδώσεις περισσότερο στα μαθηματικά φυσική κτλ. Στα εννέα μου χρόνια έγραψα το πρώτο μου ποίημα και μετά τα δέκα έξη δημοσίευα σε τοπικές εφημερίδες ποιήματα, και διηγήματα. Στη δευτέρα λυκείου επισκέφτηκα τον ιδιοκτήτη του περιοδικού «Θησαυρός» κ. Θεοφανήδη και άρχισε να δημοσιεύει στο «Ρομάντζο» και «Θησαυρό» διηγήματά μου.

«Π»: Ποιά ήταν η επαφή σας με το θέατρο; Τί σας ώθησε σε αυτό;
Θ.ΑΓΓ.: Από μικρό οι γονείς μου με έπαιρναν στο θέατρο. Αργότερα, σχεδόν έφηβος, κάθε Κυριακή πρωί στην Εκκλησία και το απόγευμα από τα δέκα πέντε μου μόνος στο θέατρο. Εκεί δίχως να το καταλάβω παντρεύτηκε μέσα μου η υποκριτική με το γράψιμο. Επηρεάστηκα τόσο από το θέατρο που άρχισα να δίνω άλλο τόνο στη γραφή. Τόνιζα τις φράσεις στους διαλόγους σαν να έπαιζα θέατρο και ο λόγος άρχιζε να παίρνει άλλη μορφή, αυτό με γοήτευε. Η ιδέα δεν ήταν ποια μόνο αράδες γραφής, έπαιρνε ζωή με τον λόγο και την κίνηση. Δεν ήταν άμοιρο που σε κάθε γιορτή του σχολείου έγραφα μονόπρακτα και έλεγα στους συμμαθητές πώς να κινηθούν και να παίζουν.

«Π»: Η αφύπνιση του κοινού είναι ένας από τους ρόλους του θεάτρου; Τί άλλο είναι για εσάς;
Θ.ΑΓΓ.: Μετά τη σύλληψη της ιδέας και κατά τη διάρκεια του γραψίματος φροντίζω να τοποθετώ τα νοήματα. Διαφορετικά ο λόγος είναι ανούσιος. Εδώ είναι το μεγαλείο της ολοκλήρωσης, γιατί δεν προσφέρω μόνο την απόλαυση της αφήγησης, αλλά όσο μπορώ προβάλω τα νοήματα ακριβώς για την αφύπνιση του αναγνώστη.

«Π»: Υπάρχει αξιοκρατία στο θέατρο;
Θ.ΑΓΓ.: Η έλλειψη αξιοκρατίας από ανέκαθεν ήταν και είναι ένα θέμα που ταλανίζει σε όλους τους τομείς τον τόπο μας. Σχεδόν κανείς δεν έχει προσληφτεί αξιοκρατικά στο πόστο που θα μπορούσε να δημιουργήσει, χρησιμοποιώντας τις γνώσεις του. Η ρουσφετολογία βασιλεύει και προσφέρει τα πόστα και τις θέσεις ανάλογα με τις γνωριμίες, τις υποχρεώσεις και τις αδυναμίες της. Γιατί το θέατρο και όλες οι άλλες τέχνες να αποτελούν εξαίρεση;

«Π»: Είναι δηλαδή αλήθεια ότι πρέπει ν’ανήκεις σε κάποιο …«θεατρικό λόμπι» για να πας μπροστά;
Θ.ΑΓΓ.: Ο ηθοποιός που φέρνει κόσμο στο θέατρο, τον έχουν ανάγκη, τον προσλαμβάνουν αμέσως. Δυστυχώς οι υπόλοιποι προσπαθούν να εισχωρήσουν σε θεατρικούς κύκλους που σιγά σιγά κάποτε ίσως τους αναδείξουν.

«Π»: Μιλήστε μας για τις σπουδές σας στη σκηνοθεσία κινηματογράφου στη Ρώμη και τις σημαντικές συνεργασίες σας με παραγωγούς και σκηνοθέτες του ιταλικού θεάτρου και κινηματογράφου. Τί αποκομίσατε;
Θ.ΑΓΓ.: Στην Ιταλία έφτασα αφού είχα τελειώσει τη Δραματική Σχολή του Κωστή Μιχαηλίδη, είχα συμμετάσχει αρχικά σε πολλούς θιάσους και συμπρωταγωνιστήσει πλάι σε μεγάλους ηθοποιούς όπως «Ζητείται Ψεύτης» με τον Ντίνο Ηλιόπουλο ,«Βασιλιάς Ληρ» με Μάνο Κατράκη, «Άμλετ» με Μαριέττα Ριάλδη, «Ιφιγένεια» με Κωστή Μιχαηλίδη, «Πέρσες» με Δημ Βεάκη «Επιτρέποντες», Σκηνή Νέας Αττικής Κωμωδίας, «Δύσκολος» με Κλέαρχο Καραγεώργη, «Φανή» με Κώστα Χατζηχρήστο και Ντίνο Ηλιόπουλο, «Ντομινό» με τον Κώστα Πρέκα και δίδαξα υποκριτική στη σχολή Κωστή Μιχαηλίδη.
Στον κινηματογράφο έπαιξα στις ταινίες: «Μπουμ ταρατατζούμ» του Τζέημς Πάρις, «Καυτή εκδίκηση» του Τζέημς Πάρις, «Η δίκη των δικαστών» Φίνος Φιλμ, «δικτάτωρ καλεί Θανάση», Φίνος Φιλμ, και στην τηλεοπτική σειρά «Στα δίχτυα της αράχνης» Τζέημς Πάρις.
Στην Ιταλία από το πρώτο έτος του πανεπιστημίου είχα αρχίσει να δουλεύω σαν τρίτος βοηθός στον κινηματογράφο. Θα μπορούσα να πω ότι το σχολείο της πρακτικής είναι η τεκμηρίωση των όσων μαθαίνεις στο πανεπιστήμιο. Αρκεί και μόνο να βλέπεις τον Φελίνι να στήνει ή να διδάσκει σε φτασμένους ηθοποιούς την ψυχολογία του ρόλου. Είναι αρκετό να συνεργαστείς τους Νταμιάνο Νταμιάνη Φατσένα, Γκουεριέρι κτλ και να γίνεσαι αποδεκτός από παραγωγούς όπως Μάριο Τσέκι Γκόρι, Ρωμαίο Ασονίτι, Τζόβινε, Οτόνι, ή Οβίδιο Ασονίτι. Η εμπειρία πλάι στην Κλαούντια Καρντινάλε, την Αννι Ζιραρντο, Αντονέλα Λουάλτνι, τον Βιτόριο Γκάσμαν ( με το οποίο είχα την τιμή να πάρω το ίδιο βραβείο) με Αλμπέρτο Σορντί κλπ., μου έδωσαν την ευκαιρία να συμμετάσχω ενεργά στον Ιταλικό κινηματογράφο και να βραβευτώ από αξιόλογους φορείς της τέχνης.

«Π»: Ποιές οι διαφορές μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας;
Θ.ΑΓΓ.: Δεν νομίζω πως υπάρχουν μεγάλες διαφορές μεταξύ Ελληνικού και Ιταλικού κινηματογράφου. Η αίγλη μόνο του παλαιού ιταλικού κινηματογράφου διαφέρει με τα μεγάλα διεθνή ονόματα και μεγάλες παραγωγές.

«Π»: Η οικονομική κρίση στην Ελλάδα έκανε καλό ή κακό στην τέχνη;
Θ.ΑΓΓ.: Δυστυχώς εδώ και αρκετά χρόνια οι βίντεο παραγωγές, η έγχρωμη τηλεόραση και η οικονομική δυσχέρεια δεν σηκώνουν τον κόσμο από τον καναπέ του σαλονιού και οι παραγωγές είναι ελάχιστες και με μικρότερους προϋπολογισμούς.

«Π»: Γράφετε από το 1965 σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες, διηγήματα και ποιήματα. Πότε ανακαλύψατε το ταλέντο σας και τί σας ώθησε στη συγγραφή;
Θ.ΑΓΓ.: Ουσιαστικά γράφω από όταν ήμουν εννέα ετών. Ποιηματάκια στην αρχή, δίστιχα και τρίστιχα, αλλά η αφύπνιση της έφεσης είχε αφορμή την αναχώρηση της γιαγιά μου. Η θλίψη μου ήταν τόση που κρύφτηκα κάτω από το τραπέζι κλαίγοντας και εκεί βγήκαν αβίαστα οι πρώτοι στίχοι. Έτσι ξεκίνησα να γράφω σε συναισθηματικές καταστάσεις μέχρι που άρχισα να διαλέγω τα θέματα και να τα προσεγγίζω. Από το 1957 άρχισα να γράφω σε περιοδικά και τοπικές εφημερίδες.

«Π»: Τί πραγματεύεται η πρώτη σας ποιητική συλλογή «Συλλαβίζοντας». Χαρίστε μας ένα στίχο από αυτή.
Θ.ΑΓΓ.: Το 1975 εκδόθηκε η πρώτη ποιητική συλλογή μου «Συλλαβίζοντας». Τα θέματα της έκρυβαν τις ανησυχίες μου.


«Έπαιζε σκάκι με τον εαυτό μου στον καθρέφτη.
Κάθε φορά που έχανε
άφηνε κάτι από τα ρούχα του ενέχυρο
Το ξημέρωμα ήταν γυμνός.
Είχε κρατήσει μόνο το παπιγιόν
το μπαστούνι και το καπέλο του
Δεν ήθελε να παύσει να είναι κύριος.»


«Π»: Είστε ικανοποιημένος από την απήχηση του αναγνωστικοί κοινού στο συγγραφικό έργο σας;
Θ.ΑΓΓ.: Δεν ξέρω αν αρέσουν ή δεν αρέσουν αυτά που γράφω γιατί δεν ρωτώ. Οι κριτικές όμως είναι αρκετά καλές.
Έχω γράψει ένα σενάριο για τον Ιταλικό κινηματογράφο, τέσσερις ποιητικές συλλογές, οκτώ μυθιστορήματα, έξι θεατρικά έργα, ένα βιβλίο με επτά διηγήματα και μία ωδή επτακοσίων στίχων με τίτλο Άσβεστο Φως.

«Π»: Ποιοί θεατρικοί τίτλοι σας έχουν παιχτεί στην Ελλάδα;
Θ.ΑΓΓ.: Στην Ελλάδα έχουν παιχτεί στο stydio Κυψέλης «Το Κονιάκ μετά την καταιγίδα» και το «Παγίδα για όνειρα».

«Π»: Το 2015, στον Ελαιώνα σας, χτίζετε ένα υπαίθριο μαρμάρινο θέατρο, το «Θέατρο Ελαιών», με ελεύθερη είσοδο.
Θ.ΑΓΓ.: Οραματιζόμουν ένα χώρο για να ανεβάζουμε ποιοτικά θεατρικά έργα με την θεατρική ομάδα. Να φιλοξενούμε θιάσους της Αθήνας και άλλων πόλεων, καθώς και πολιτιστικές εκδηλώσεις.
Την πρώτη εβδομάδα του Σεπτεμβρίου, γίνετε Πανευβοϊκή Ποιητική Συνάντηση, όπου παρουσιάζουν τα έργα τους οι ποιητές. Κάθε Μάιο, μαζί με το περιοδικό Κελαινώ της κυρίας Παναγιώτας Ζαλώνη, οργανώνουμε τον Ερωτικό Μάη με ερωτικά ποιήματα που βραβεύει το Κελαινώ. Διοργανώνουμε εικαστικές εκθέσεις, τοπικές χορωδίες, φολκλορικούς χορούς και πολλές άλλες εκδηλώσεις 9 με 10 κάθε καλοκαίρι. Με ελεύθερη είσοδο.

«Π»: Θεωρείτε ότι οι πολλές βραβεύσεις για το λογοτεχνικό σας έργο είναι το επιστέγασμα της δουλειάς σας στο σύνολό της; Είστε ακόμα ενεργός συγγραφικά;
Θ.ΑΓΓ.: Γράφω οκτώ με δέκα ώρες ημερησίως. Όσο για τα Βραβεία τα Αριστέα τα Διπλώματα τιμής, και Τιμητικό Γέρας είναι το επιστέγασμα της δουλειάς μου αλλά η μεγάλη ικανοποίηση είναι ο ενθουσιασμός του αναγνώστη όταν εκφράζει από καρδιάς, από τον καλό λόγο.

«Π»: Ο καθένας στην Ελλάδα μπορεί να γίνει σκηνοθέτης χωρίς να σπουδάσει το αντικείμενο. Πώς το βλέπετε αυτό;
Θ.ΑΓΓ.: Η σπουδή είναι σπουδή και θεριεύει με την πρακτική. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως μια πολύχρονη πορεία στο σανίδι δεν δίνει τη δυνατότητα στον ηθοποιό να σκηνοθετεί με εργαλεία την πείρα, το ένστικτο και την ευαισθησία.

«Π»: Είναι η τέχνη οδηγός στη ζωή;
Θ.ΑΓΓ.: Οι δημιουργοί προβληματίζονται και εμπνέονται από τη ζωή. Μάλλον η ζωή είναι ο οδηγός της τέχνης.

«Π»: Τί ετοιμάζετε αυτό τον καιρό;
Θ.ΑΓΓ.: Αυτό τον καιρό είναι προς εκτύπωση ένα θεατρικό και ένα μυθιστόρημα και στα σκαριά μια ποιητική ανθολογία και ένα θεατρικό.