Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

Κώστας Χατζής: Αντιλαμβάνομαι από το χνώτο του κοινού τι θα τραγουδήσω κάθε φορά

ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΣ «Αντιλαμβάνομαι από
το χνώτο του κοινού
τι θα τραγουδήσω
κάθε φορά»


Έλληνας τραγουδοποιός, με Ρομική καταγωγή. Από τους πιο δημοφιλείς λαϊκούς κιθαρωδούς και αγαπημένος τραγουδοποιός. Ο Κώστας Χατζής γεννήθηκε στη Λειβαδιά της Βοιωτίας στις 13 Αυγούστου του 1936. Σε ηλικία 16 χρονών γράφει τα πρώτα του τραγούδια, που μιλάνε σχεδόν αποκλειστικά για τους καημούς και τα βάσανα της φυλής του.
Το 1957, έπειτα από ένα μεγάλο διάστημα στην ελληνική επικράτεια εγκαθίσταται στην Αθήνα. Έπειτα από πολλές στερήσεις αρχίζει σταδιακά να γίνεται ευρύτερα γνωστός και κάνει την πρώτη του εμφάνιση το 1961 στη Πλακιώτικη μπουάτ «Τιπούκειτος» του Μπουκουβάλα. Με το πέρασμα του χρόνου γίνεται περισσότερο γνωστός, παρουσιάζοντας και ηχογραφώντας δικά του τραγούδια, που τον ανέδειξαν σταδιακά σε φυσιογνωμία σύγχρονου τροβαδούρου με ιδιότυπη φωνή και προσωπικό ερμηνευτικό ύφος. Ο Χατζής τραγουδούσε μπαλάντες, που συνήθως περιείχαν θέματα έντονης κοινωνικής κριτικής, εκφράζοντας την φτωχή τάξη της εποχής, γεγονός που τον καθιέρωσε στη συνείδηση του κόσμου.

Τρία χρόνια αργότερα, το 1963, ηχογράφησε τον πρώτο του δίσκο που περιέχει το τραγούδι του Μίμη Πλέσσα «Έφυγε η αγάπη μου». Στη συνέχεια εμφανίστηκε στη «μπουάτ του Γύφτου» με πολύ μεγάλη επιτυχία. Διετέλεσε από τους κυριότερους εκπροσώπους του μουσικού Νέου Κύματος, ενώ είχε πληθωρική συμμετοχή με αριθμό τραγουδιών του και σε δίσκους άλλων καλλιτεχνών. Διάσημοι συνθέτες της εποχής, όπως οι Μάνος Χατζιδάκις, Μίμης Πλέσσας, Μίκης Θεοδωράκης, Γιάννης Μαρκόπουλος και Σταύρος Ξαρχάκος, τον ανακαλύπτουν και του δίνουν να ερμηνεύσει τραγούδια, στα οποία προσδίδει τη δική του φυσιογνωμία. Σημαντική στιγμή είναι η συμμετοχή του στο δίσκο του Γιάννη Μαρκόπουλου «Το κορίτσι με το κορδελάκι» (Γκρεμισμένα σπίτια, κ.ά.) σε στίχους του Νότη Περγιάλη. Το 1968 κυκλοφορεί η πρώτη του ολοκληρωμένη δισκογραφική δουλειά με τίτλο «Αναγέννησις Αλόννησος» σε μουσική και ενορχήστρωση του ιδίου. Ακολουθούν αρκετές δουλειές του τα επόμενα χρόνια, όπου σε συνεργασία με κορυφαίους στιχουργούς χαρίζουν στο ελληνικό τραγούδι πολλές σημαντικές στιγμές. Με την πιο στενή συνεργάτιδά του, τη Σώτια Τσώτου, γράφουν τραγούδια όπως: «Ο Στρατής», «Δε βαριέσαι αδελφέ», «Κάτι τρέχει», «Τι σήμερα τι αύριο τι χθες», «Λεωφορείο ο κόσμος», «Νυχτώνει δόξα τω Θεώ», «Όλα ανάποδα τα βλέπει», «Η φωτογραφία», «Ένας Γερμανός και μια Εβραία», «Απ’ το αεροπλάνο», «Μη μας περιφρονάς», «Ο κύριος κανείς», «Αν ερχόσουν», κ.ά.
Μεταξύ πολλών άλλων εμφανίσεων εξαιρετικά επιτυχημένη αποδείχθηκε η συνύπαρξή του με τη Μαρινέλλα στην Πλακιώτικη μπουάτ «Σκορπιός» και στη πρεμιέρα τους στις 28 Μαρτίου 1976 παρουσίασαν το πρόγραμμα «Ρεσιτάλ» που περιείχε 50 τραγούδια του, τα περισσότερα σε στίχους της Σώτιας Τσώτου (Σύνορα η αγάπη δε γνωρίζει, Σπουδαίοι άνθρωποι αλλά, Η αγάπη όλα τα υπομένει, Δεν είμ’ εγώ, Κι ύστερα, Σ’αγαπώ, Όλος ο κόσμος είσ’εσύ, Μονολογούμε, Πάρε με μαζί σου τσιγγάνε, Αμήν, Τρελός ή παλικάρι, κ.ά.). Η ζωντανή ηχογράφηση που προέκυψε κυκλοφόρησε σε τριπλό δίσκο το Πάσχα του ίδιου χρόνου και σημείωσε μεγάλη εμπορική επιτυχία φτάνοντας τις 500.000 πωλήσιες και αποτελεί μέχρι σήμερα έναν από τους δέκα πιο εμπορικούς δίσκους της ελληνικής δισκογραφίας. Με τη Μαρινέλλα συνεργάστηκαν αργότερα το 1980 με τον δίσκο «Ταμ – ταμ» (Μια χαμένη Κυριακή, Πάρε ένα κοχύλι απ’ το Αιγαίο, Ζητείται φίλος, Δεν θέλω γράμμα, Το γυφτάκι, κ.ά.) και το 1987 με τον δίσκο «Συνάντηση» (Ιθάκη, Μας κόψαν το φως, Νά’ταν ο κόσμος μια κάλπη, Τα σ’ αγαπώ σου ένα σωρό, κ.ά.).
Στο τέλος της δεκαετίας του 1970 ο Κώστας Χατζής εν μέσω περιοδείας επισκέπτεται την Αμερική για συναυλίες στους Έλληνες της διασποράς. Αξιοσημείωτο είναι πως η φήμη του ως τραγουδιστή της ειρήνης έφτασε μέχρι και το Λευκό Οίκο, όπου ο τότε Πρόεδρος Τζίμι Κάρτερ τον προσκάλεσε για να τον γνωρίσει και να τον συγχαρεί για το έργο του. Είναι από τους λίγους Έλληνες καλλιτέχνες που έχουν προσκληθεί από τον Αμερικανό Πρόεδρο για να τους συγχαρεί προσωπικά για το ήθος και το έργο τους.
Στις 18 Οκτωβρίου του 2011 εμφανίστηκε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών με τη μουσική παράσταση «Όταν κοιτάς από ψηλά», ερμηνεύοντας τραγούδια από την πολυετή καριέρα του. Μαζί του στη σκηνή εμφανίστηκαν η Μαρία Αλεξίου και η Αντωνία Χατζίδη.
Άλλα πολύ γνωστά τραγούδια του Κώστα Χατζή είναι: «Τα καρφιά», «Χάσαμε», «Αντίο, λοιπόν αντίο», «Νά’χαν όλοι οι άνθρωποι μια αγάπη όπως εγώ», «Θυμάμαι», «Καληνύχτα Μαργαρίτα», «Η γαλαρία», «Στάσου πού πας», «Είμαι ένας άνθρωπος απλός», «Το ταμ – ταμ», «Πάλι ύπνος δε με πιάνει», «Αρουραίοι της νύχτας», «Κι άλλο παιδί γεννήθηκε απόψε», «Και λεγόμαστε άνθρωποι», «Γέρνει ο ήλιος», «Η Γη ακόμα ζει», «Ραμόνα», «Η φωτογραφία», «Στο διεθνές το μαγαζί», «Περιστρεφόμαστε», κ.ά.


♦ «Στους νέους που θέλουν να ασχοληθούν με τη μουσική, λέω πάντα ν’αγαπήσουν αυτό που θέλουν να κάνουν
χωρίς καθοδηγητές που θα τους
αποπροσανατολίσουν για εμπορικούς, κυρίως, σκοπούς. Να υπηρετήσουν
πραγματικά αυτό που νοιώθουν
για τον χώρο του πολιτισμού
και της χώρας τους.»


«ΠΑΛΜΟΣ»: Έχετε γράψει μεγάλη ιστορία στο ελληνικό τραγούδι. Υπάρχει κάτι που δεν έχετε κάνει ακόμα;
ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΣ: Υπάρχουν κάποια τραγούδια που λέγονται «Επιστολές» και δεν έχουν κυκλοφορήσει όλα. Μερικά βγήκαν στον αέρα από μεγάλους τραγουδιστές. Επίσης, έχω γράψει λαϊκά τραγούδια με τίτλο «Πεκινουά» – εγώ τα λέω «φτηνοτράγουδα» – και αρκετές μπαλάντες που δεν έχουν κυκλοφορήσει και έχουν μεγάλο ενδιαφέρον. Είναι καταγγελίες προς την πολιτεία και έχουν να πουν πολλά… Έχω ακόμα αρκετά τραδούδια από ποιητές όπως ο Δήμος Βαλσάμης, η Χρύσα Κούλα, η Αντωνία Χατζίδη.

 

 

«Π»: Τί σας ώθησε στο χώρο της μουσικής;
Κ.Χ.: Λόγω φτώχειας είχα αποτυχίες στις σπουδές μου. Δικάστηκα για την πολιτική μου θέση οπότε άρχισα να παίζω κιθάρα και να βγάζω τα προς το ζην για το σπίτι μας, το λάδι της χρονιάς, με παραίνεση της μητέρας μου. Ο παππούς και ο πατέρας μου υπηρετούσαν τη δημοτική μουσική σε γάμους και πανηγύρια κι έτσι έπαιζα και γω μαζί τους – αυτό αποδείχθηκε μεγάλο σχολείο για μένα! Συνόδευσα μεγάλους λαϊκούς τροβαδούρους όπως ο Οδυσσέας Μοσχονάς, ο Πάνος Γαβαλάς, ο Πρόδρομος Τσαουσάκης, το μεγάλο λαϊκό συνθέτη Στέλιο Χρυσίνη.
Κανείς δεν είχε σκεφτεί τότε να γράψει για την ύπαρξη που καταδυναστευόταν με διάφορους τρόπους. Προέρχομαι από την φυλή των Γύφτων, των σημερινών Ρομά, και σκέφτηκα να γράψω γι’αυτούς οι οποίοι ανήκουν στην τάξη των πληβείων. Έγραψα λοιπόν, για τη φυλή μου με έμμεσο τρόπο και 65 χρόνια τώρα επιμένω στα ανθρώπινα δικαιώματα και καταγγέλω την πολιτεία, πάντα όμως με σεβασμό προς όλους.

 

«Π»: Τί θυμάστε έντονα από τον χώρο των μπουάτ;
Κ.Χ.: Θυμάμαι την γέννηση των μπουάτ…! Οι πατέρες της ήταν ο Γιώργος Μπουκουβάλας με τον υπέροχο κιθαρίστα Λάκη Παππά, ο οποίος δεν έπαιζε απλά κιθάρα αλλά «κεντούσε» κάθε νότα κι εγώ, ο γύφτος, που μεταλαμπάδευσα τη μπουάτ.

 

«Π»: Υπηρετήσατε επάξια την μπαλάντα. Ποιό άλλο είδος μουσικής αγαπάτε;
Κ.Χ.: Όλες οι μουσικές μου άρεσαν και όλες τις αγάπησα. Αλλά επιμένω στην μπαλάντα!

 

«Π»: Ποιά συνεργασία σας ξεχωρίζετε;
Κ.Χ.: Όλες ήταν εξαιρετικές! Δεν θα μπορούσα να ξεχωρίσω πραγματικά μία.

 

«Π»: Θέλετε να μας μιλήσετε για την εποχή που παίζατε εσείς κιθάρα και ο πατέρας σας σαντούρι;
Κ.Χ.: Αυτές είναι οι ανεπανάληπτες εικόνες που έχω μέσα μου, τα συναισθήματά μου με τον πατέρα μου και τον παππού μου… τον ενθουσιασμό μου με άλλους δημοτικούς καλλιτέχνες… Όλα αυτά δεν χωρούν σ’ένα βιβλίο.

 

«Π»: Πώς βλέπετε το χώρο της δισκογραφίας; Θα ανακάμψει;
Κ.Χ.: Δεν το ξέρω αυτό. Εξαρτάται, νομίζω, από τα συμφέροντα αυτών που κινούν τα νήματα σε αυτόν τον χώρο.

 

«Π»: Η σχέση σας και η αγάπη σας για την ποίηση είναι γνωστή. Τί είναι για εσάς η ποίηση;
Κ.Χ.: Η έκφραση του πόνου για τις ατυχείς συμπτώσεις που φέρνει αυτό το διεφθαρμένο σύστημα.

 

«Π»: Πρόσφατα σας είδαμε στη «Σφίγγα». Τί παρουσιάσατε;
Κ.Χ.: Κάθε φορά διαφορετικά. Αντιλαμβάνομαι από το χνώτο του αγαπητού κοινού τι θα τραγουδήσω κάθε φορά.

 

«Π»: Πείτε μας για τη συνεργασία σας με τον μαέστρο Γιώργο Παγιάτη. Τί σας συνδέει;
Κ.Χ.: Μας συνδέουν 22 χρόνια συνεργασίας. Είναι ένας εξαίρετος, ταπεινός μαέστρος, που έχει όμως διευθύνει την Κρατική Ορχήστρα της Πράγας, την Κρατική Ορχήστρα της Βιέννης και τη δική μας Κρατική Ορχήστρα.

 

«Π»: Τί αγαπάτε;
Κ.Χ.: Αγαπώ την Αγία Γραφή που δεν χρειάζεται να την ερμηνεύσουν οι θρησκευτικοί ηγέτες καθώς η ίδια ερμηνεύει τον εαυτόν της χωρίς φυλετικές διακρίσεις.«Π»: Τί σας στενοχωρεί;
Κ.Χ.: Με στενοχωρεί ότι από καμιά πολιτεία δεν εκτιμήθηκε αυτός ο σπουδαίος λαός οι Έλληνες. Επίσης, ότι ποτέ κανείς δεν έσκυψε πραγματικά πάνω από τα καυτά προβλήματα που βασανίζουν τη φυλή των Ρομά.

 

«Π»: Μεταναστευτικό.
Κ.Χ.: Είναι ένα παιγνίδι των ηγετών όλου του κόσμου, κάνουν τάχα ότι νοιάζονται γι’αυτούς…

 

«Π»: Ποιές συμβουλές δίνετε στους νέους σχετικά με το χώρο της μουσικής;
Κ.Χ.: Ν’αγαπήσουν αυτό που θέλουν να κάνουν χωρίς καθοδηγητές που θα τους αποπροσανατολίσουν για εμπορικούς, κυρίως, σκοπούς. Να υπηρετήσουν πραγματικά αυτό που νοιώθουν για τον χώρο του πολιτισμού και της χώρας τους.

 

«Π»: Περνάει στο γονίδιο το ταλέντο;
Κ.Χ.: Ναι! Ναι περνάει και έχω απτό παράδειγμα την κόρη μου, το έκτο μου παιδί, που κυλά στο αίμα της ο χορός και το τραγούδι.

«Π»: Το ελληνικό κοινό αγκάλιασε την καλλιτεχνική σας πορεία με την αγάπη του προς εσάς ως λαϊκού τραγουδοποιού. Είστε ευχαριστημένος;

Κ.Χ.: Ό,τι κι αν έχω κάνει το χρωστώ στο λαό που με ακούει και με δέχτηκε. Τους είμαι ευγνώμων!

 

«Π»: Ετοιμάζετε κάτι αυτή την περίοδο;
Κ.Χ.: Ναι ετοιμάζω με την κόρη μου, Δανιέλα, και την γυναίκα μου συνθέτρια – τραγουδίστρια Αντωνία Χατζίδη σε συνεργασία με την ποιήτρια Χρυσαυγή Κούλα.