Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΒΑΝΟΣ, Ηθοποιός

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΒΑΝΟΣ, «Η τέχνη επηρεάζει, διαμορφώνει
& καθορίζει συνειδήσεις κι εποχές»


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΜΑΙΡΗ ΓΚΙΩΝΗ – ΛΑΡΕΝΤΖΑΚΗ


Ο Γιώργος Λιβανός είναι αριστούχος της Αν. Δρ. Σχ. «Περίακτος» (1992). Απόφοιτος Συντήρησης Αρχαιοτήτων. Συμμετείχε σε σεμινάριο του Κέντρου Αρχαίου Δράματος Δεσμοί των Παπαθανασίου – Γεωργουσόπουλου (master class) ενώ δούλεψε με το Γιώργο Ρεμούνδο (αμερικάνικο musical) και τον Τάπα Σουντάνα (τεχνική μάσκας). Αριστούχος στο τραγούδι του Ελ. Ωδείου με καθηγήτρια την Μυρτώ Δουλή. Εργάστηκε στο Εθνικό θέατρο, στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Σερρών, Επίδαυρο, Ηρώδειο, και ελεύθερο θέατρο (με σκηνοθέτες, όπως Αντ. Αντωνίου, Γ. Ρεμούνδος, Μιχ. Μπούχλης, Στ. Ντουφεξής, Δ. Ποταμίτης, Ν. Αρμάος, Γ. Μεσσάλας, Γ. Μπέλλος, Μ. Τόλη, Λ. Τσάγκας, Ν. Χαραλάμπους, Μ. Γεμετζάκη, Ν. Καμτσή κ.α.). Έπαιξε την Αθηνά στα Αρχαία Ελληνικά σε σκηνοθεσία Άννας Συνοδινού, στις Ευμενίδες. Σκηνοθέτησε 16 παραστάσεις στο ελεύθερο θέατρο σε μεγάλα festivals και στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Θεατροποίησε και μετέφρασε τον «Ξένο» για το Αντιθέατρο. Έγραψε το παιδικό «Ταξιδευτής». Μεταφράζει θεατρικά έργα και δύο φορές βρέθηκε υποψήφιος για το βραβείο μετάφρασης Μάριος Πλωρίτης. Ιδρυτής της ομάδας «Θεατρίνων Θεατές».

«ΠΑΛΜΟΣ»: Σε ποιο περιβάλλον μεγαλώσατε;
ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΒΑΝΟΣ: Μοναχοπαίδι, μεγάλωσα εξαιρετικά ισορροπημένα σ’ ένα μεσοαστικό περιβάλλον, με καλλιεργημένους γονείς, που λάτρευαν το διάβασμα, το θέατρο και τις Τέχνες. Θεία μου η λογοτέχνης – μεταφράστρια Μαίρη Μιχαλάτου και η δασκάλα γιαγιά μου, οριοθέτησαν την νοοτροπία και τη σκέψη μου. Στο περιβάλλον μου, οφείλω την καλλιτεχνική μου ευαισθητοποίηση. Οι δικοί μου με ώρισαν με αξίες που παρταμένουν αδιαπραγματευτες στο μυαλό μου. Όπως η πίστη, η ειλικρίνεια και η αίσθηση δικαίου. Και οι τρεις δεν διδάσκονται απλά κατανοούνται.

 

«Π»: Πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια;
Γ.Λ.: Ανέμελλα, γεμάτα χαρά και αγάπη από τους δικούς μου. Λένε πως η παιδική ηλικία καθορίζει το μέλλον μας, και ειδικά για μένα δύο γεγονότα έπειξαν σπουδαίο ρόλο στο ποιος είμαι. Το γεγονός ότι ήμουν μοναχοπαίδι με χαρακτήρισε, δίνοντας μου μια ιδιάιτερη ανεξαρτησία και μια καθοριστική μοναχικότητα όπως και το ιδιωτικό σχολείο που φοίτησα το Λύκειο Μπαρμπίκα, ένας αρκετά αυστηρός χώρος, ο οποίος μαζί με τη φιλόλογο μου Μαριάννα Ματζουρίδου, τόνωσαν την υπευθυνότητα και την αυτοκυριαρχία μου. Η τελευαία με παρακίνησε παράλληλα με τις πανεπιστημιακές μου σπουδές να ασχοληθώ και με τη Δραματική τέχνη. Το αστείο είναι ότι στο σχολείο ήμουν αρκετα δημοφιλής – πρόεδρος τάξης για πέντε συνεχόμενα χρόνια – γεγονός που οφείλεται πιστεύω στην έμφυτη ευγένεια και την ανεπτυγμένη από φύση κοινονικότητα μου.

 

«Π»: Τί σας ώθησε στην υποκριτική τέχνη;
Γ.Λ.: ΄Οταν οι γονείς σου σε πηγαίνουν σε θέατρο ενηλίκων από τα τέσσερα κι έχεις ευτυχήσει να δεις σε παράσταση, την Καρέζη, το Μινωτή, τη Συνοδινού, την Παπαθανασίου, τη Λαμπέτη τον Κατράκη, τη Βεργή, τη Ρουσσέα, τον Ποταμίτη, πριν κλείσεις τα δέκα, σε θέατρα όπως το Τέχνης, το Έρευνας, η Επίδαυρος και πολλά που δεν υπάρχουν, πρωτίστως γίνεσαι φιλότεχνος. Εγώ κάποιο «μικρόβιο» κληρονόμησα και λάτρεψα το θέατρο ώστε με θάρρος – θράσσος στην πρώτη δημοτικού να γράψω όταν μεγαλώσω θα γίνω ηθοποιός! Σήμερα μου φαίνεται προφητικά απίστευτο το προκαθορισμένο!

 

«Π»: Ποιά είναι τα πρώτα σας βήματα στον αέναο χώρο της τέχνης;
Γ.Λ.: Μαθητή του α΄ έτους της Δραματικής ο Γιώργος Μπέλλος με έβαλε να παίξω στην κωμωδία «Κουλουβάχατα». Τελείωσα δύο σχολές και έκανα μεταπτυχιακές σπουδές θεάτρου και σκηνοθεσίας στο εξωτερικό. Ουσιαστικά η πρώτη μου επαγγελματική δουλειά ήταν τραγωδία Πέρσαι του Αισχύλου σε σκηνοθεσία Μίρκας Γεμετζάκη με το Ιώ, μια παράσταση που δημιούργησε μύθο και παίχτηκε σε Σουηδία (Stocholm – Gavleborg) και φυσικά Ελλάδα. Ακολούθως είχα την τύχη να δουλέψω με όλους τους κορυφαίους σκηνοθέτες.

 

«Π»: Τί είναι το θέατρο για εσάς; Αληθεύει ότι χάσατε το σπίτι σας γι’αυτό;
Γ.Λ.: Το θέατρο είναι το μισό της ζωής μου – το υπόλοιπο μισό μοιράζεται στις σχέσεις μου. Φιλικές και ερωτικές – με αυτή τη σειρά! Είχα την τύχη να με επιλέξουν μόνο μέσα από ακροάσεις, η Συνοδινού, ο Ποταμίτης, ο Ντουφεξής, η Παπαθανασίου, η Τόλη, ο Μπούχλης, ο Αντωνίου, ο Χαραλάμπους, η Ξενουδάκη, ο Λιβαθηνός και με όλους δούλεψα αρκετές φορές. Με ξεχώριζαν για δύο λόγους: Για το – όποιο- ταλέντο και για το ήθος μου. Βάσει αυτών που γνώρισα και επειδή τίποτα δε μου χαρίστηκε αλλά κατακτήθηκε με σκληρό αγώνα πορεύομαι. Σύμμαχοι μου οι θεατρικοί μου φίλοι και ποτέ δεν σκέφτηκα το κόστος για να κάνω αυτό που θέλω. Στην πρώτη μου παραγωγή τη Ρωμαϊκή Άνοιξη της κας Στόουν του Tennessy Willialms εξασφάλισα παγκόσμια αποκλειστικά δικαιώματα, έκλεισα θέατρο για 6 μήνες, έκανα δυόροφο σκηνικό με αντίκες και είχα δέκα ηθοποιούς που πληρώθηκαν με κανονική σύμβαση. Επειδή έτσι συνέχισα, κάπου στην αρχή, για να ΄μαι τυπικός αναγκάστηκα να χάσω το σπίτι μου. Δεν μετανοιώνω. Περαστικοί είμαστε και τα πάντα είναι φθαρτά. Συνεχίζουμε…

 

«Π»: Ποιές είναι οι επιρροές σας στο θέατρο;
Γ.Λ.: Τι ωραία ερώτηση! Πλείστες, κατ΄ αρχάς όλοι οι σκηνοθέτες που γνώρισα έβαλαν το λιθαράκι στην ερευνητική μου σκέψη. Όταν βρέθηκα στα 22 Σουηδία είδα τα πρώτα pocket theaters με ισόγειο bar. Αυτό είπα θα το κάνω στην Ελλάδα και τό’κανα! Με επηρεάζουν τα νέα ερευνητικά ρεύματα αλλά με καθορίζει η δική μου σύνθετη σκέψη. Αν πρέπει να το ορίσω βάσει επιρροών, η ερευνητική μου σκέψη επιρρεάστηκε από τη Γεμετζάκη και το Ντουφεξή η υποκριτική διδασκαλία από τον Ποταμίτη & την Παπαθανασίου, η εικονοπλαστική θεώρηση από το Μεσσάλα , η μουσικοχορευτική σαφώς από τη Μαριάννα Τόλη. Επίσης ο Κώστας Γεωργουσόπουλος, που έχω ακόμα μαγνητοφωνημένα όλα τα μαθήματα του, μου επέβαλε τη φιλολογική θεώρηση για τα πράγματα. Θεατρικό κέρδος η γνώση και η κατάρτιση. Τα σημερινά παιδιά πάσχουν από αυτό ακριβώς! Έλειψη κατάρτισης. Όλα μοιάζουν εύκολα! Στη γεννια μου , είκοσι χρόνια πριν αναζητούσαμε έρευνα διαρκή, σεμινάρια ενημέωσης. Ακόμα βλέπω περισσότερες από 100 παραστάσες το χρόνο! Τα νέα ρεύματα οφείλουν να μας καθορίζουν και να τα παρακολουθούμε. Το θέατρο είναι ζωντανή τέχνη και θα παραμείνει. Αυτόματα ανανεώνεται κρατά τη σημαντικά και εξαφανίζει το περιττό.

 

«Π»: Ποιά είναι, κατά τη γνώμη σας, η δύναμη της τέχνης;
Γ.Λ.: Τεράστια. Μοναδική. Η τέχνη επηρεάζει διαμορφώνει καθορίζει συνειδήσεις κι εποχές.

 

«Π»: Το 2018 είχαμε περίπου 2.000 παραστάσεις. Αυτό είναι καλό για την τέχνη;
Γ.Λ.: Ο πλουραλισμός ποτέ δεν ενόχλησε. Η υπερβολή ναι. Έχω κατ’επανάληψη τονίσει πως όλες οι παραστάσεις που παίζονται για 2-3 μέρες σε μπαράκια, σπίτια, δρόμους κλπ. αποπροσανατολίζουν και μπερδεύουν. Είναι πυροτεχνήματα που γίνονται χωρίς σκοπό, για να δουν κάποια παιδιά οι φίλοι τους και μόνο. Ότι δεν έχει στόχο ολοκληρωμένο, σκοπό να παραμείνει, γίνεται σαν αρπαχτή, βάλλει το θέατρο και αυτό είναι το μόνο κακό. Ο θεατής μπερδεύεται. Αναρωτιέται αυτό είναι το θέατρο; Και δεν υπάρχει κανείς ν΄ απαντήσει. Όμως ο χρόνος επιβάλλει και καθορίζει.

 

«Π»: Πόσο απαραίτητη είναι μια σχολή σκηνοθεσίας;
Γ.Λ.: Έγινε και λειτουργεί στο Εθνικό. Νομίζω δημιουργείται και στο Κ.Θ.Β.Ε. Υπάρχουν και δύο σκηνοθεσίας κινηματογράφου. Έχω παρακολουθήσει σχολή και σεμινάρια σκηνοθεσίας στο εξωτερικό αλλά η προσωπική μιου γνώμη είναι πως η σκηνοθεσία δεν διδάσκεται. Δεν μπορεί να μπει σε πλαίσια, σε νόμους κλπ. Διδάσκεται η υποκριτική τέχνη και το θέατρο σε σχολές όπως και η θεωρητική γνώση. Όμως ο σκηνοθέτης οφείλει πρωτίστως να μπορεί. Να έχει γνώση θεάτρου, κινηματογράφου, μουσικής, φωτισμού, και να μπορεί όλα αυτά να τα συνθέσει σωστά σε μορφή παράστασης. Θεωρώ δεν διδάσκεται. Είναι προϊόν μια συσσωρευμένης γνώσης που προϋποθέτει όραμα και θέση για να εφαρμοστεί. Δεν υπάρχει καλή παράσταση χωρίς καλό σκηνοθέτη.

 

«Π»: Υπάρχει συνταγή για την επιτυχία μιας παράστασης;
Γ.Λ.: Σαφώς και δεν υπάρχει διαφορετικά όλοι θα έκαναν συνέχεια επιτυχίες. Κι αν όχι όλοι, οι τυχεροί! Επιτυχία μιας παράστασης μπορεί να έρθει όταν πετύχει το δημιουργικά καλλιτεχνικό της στόχο, καταφέρει να επικοινωνηθεί σωστά, ανέβει την κατάλληλη χρονικά στιγμή, και την πιστέψουν όλοι οι συνεργάτες της. Μόνο έτσι μπορεί να επιτευχθεί επιτυχία. Ένα συστατικό ν΄ ατονίσει και η πολυπόθητη επιτυχία θα προσπεράσει!

 

«Π»: Ανακαλύπτει ο ηθοποιός σύντομα τον δικό του τρόπο έκφρασης ή αυτό το διδάσκεται;
Γ.Λ.: Θέλει πολύ καιρό και πέρασμα από πολλούς σκηνοθέτες δασκάλους, που θα προτείνουν τρόπους προσέγγισης για να καταφέρει ο ηθοποιός να βρει τους δικούς του υποκριτικούς δρόμους και να μην είναι είτε σκηνοθετικό κακέκτυπο είτε υποκριτικά ελλιπής. Η ανακάλυψη της εσωτερικής μας αλήθειας είναι το μεγαλύτερο υποκριτικό επίτευγμα αλλά, κατά τη γνώμη μου, ο σκηνοθέτης είναι απαραίτητος πάντα ακόμα και για να μας υποδείξει τους δρόμους της προσωπικής υποκριτικής αυτονομίας.

 

«Π»: Πόσο σας βοήθησαν οι σπουδές σας στο τραγούδι και μάλιστα με άριστα;
Γ.Λ.: Πολύ! Τραγουδούσα από μικρός. Με παρότρυνση της Μαριάννας Τόλη σπούδασα κλασικό με ειδίκευση στο musical, στο εξαίρετο Ελληνικό Ωδείο, με καθηγήτρια την υπέροχη μονωδό της Λυρικής κα Μυρτώ Δουλή- που επίσης με καθόρισε. Αυτό με διεκόλυνε στο να παίξω πιο άνετα ρόλους σε musicals (Annie – Μυστικός κήπος – Fellini – Δωδέκατη νύχτα κλπ.) αλλά και να οριοθετήσω καλύτερα τις μουσικές παραστάσεις. Το άριστα ήταν απλά η ανταμοιβή των κόπων μας με τη Μυρτώ!

 

«Π»: Έχετε παίξει στα σημαντικότερα θέατρα της Ελλάδας, από την Επίδαυρο έως και το Ελεύθερο Θέατρο, με τους σημαντικότερους σκηνοθέτες. Τί σας έχει μείνει αξέχαστο;
Γ.Λ.: Αγαπώ ό,τι έχω κάνει! Αν αναγκαστώ να ξεχωρίσω, θ ΄αναφερθώ στις Ευμενίδες που μοιράστηκα με την Άννα Συνοδινού το ρόλο της Αθηνάς, εκείνη στα Νεοελληνικά εγώ στο πρωτότυπο, το Αnnie με τη Μαριάννα – εδώ αλλά και στην εκτέλεση σκηνοθεσίας που έκανα στη Θεσσαλονίκη, η Ευρυδίκη του Jan Anouige που έπαιξα τον Ορφέα σε σκηνοθεσία Γιώργου Μπέλλου, οι Ικέτιδες στην Επίδαυρο για τον αριθμό των Καλλιτεχνών που συγκέντρωσαν (Παπαθανασίου, Ντουφεξής, Λιβαθηνός, Λάγγος Τάπα Σουντάνα, Γεωργουσόπουλος), το δεύτερο μας Μέγαρο με τη Μαριάννα, τη Νόρα στην Πέτρα ( βραβείο καλύτερης παράστασης), τη Διπλή Απιστία του Μαριβώ με την Καιτούλα, την Ισμήνη και τον Γιάννη, ο υπέροχος Passolini που κάναμε με το Σολδάτο και πολλά πολλά άλλα που εύχομαι συν το χρόνιο να πληθύνουν! Και αν αναφερθώ σε δικές μου παραγωγές, το περίφημο Leonardo’s Ring, Η Κωμωδία του έρωτα, Το Απόψε αυτοσχεδιάζουμε, τα Βρώμικα Κόλπα και η Κάρεν Στόουν που δε μένει πια εδώ.

 

«Π»: Ποιός ο στόχος της ομάδας σας, «Θεατρίνων Θεατές»;
Γ.Λ.: Να κάνουμε θέατρο ρεπερτορίου χωρίς εκπτώσεις, να καταφέρουμε να ξανασυμμετάσχουμε σε πολλά festivals και ν΄ αφήσουμε το δικό μας μικρό στίγμα δημιουργίας μετά από χρόνια.

 

«Π»: Παίξατε στα αρχαία ελληνικά την Αθηνά, με σκηνοθεσία της Άννας Συνοδινού. Περιγράψτε μας αυτή την εμπειρία σας;
Γ.Λ.: Ένοιωσα πως έκανα ένα μικρό άθλο. Η Συνοδινού, σπουδαία, με διάλεξε από ακρόαση και έπαιξε ρόλο ότι είχα θεωρητική κατάρτιση και κατανοούσα τα Αρχαία Ελληνικά. Με διάλεξε και το γεγονός ότι με θεωρούσε σημαντικό ως «θεατρική οντότητα» με όπλισε με θάρρος. Δική της προτροπή και του Ποταμίτη ήταν να σκηνοθετήσω! Δε χαριζόταν, ήταν σκληρή και δίκαιη. Τεράστια δυσαναπλήρωτη μορφή στην τραγωδία. Ακόμα έχω στ΄ αφτιά μου τη φωνή της στην Επίδαυρο. Η τιμή που μου έκανε να μοιραστούμε τον ίδιο ρόλο με έκανε να αισθανθώ πλήρης. Ήταν ένα δώρο γιατί έκτοτε δεν διεκδικώ ρόλους. Λέω ό,τι είναι να έρθει είναι για καλό και θά’ρθει!

 

«Π»: Είστε πολυπράγμων, εργατικότατος, κάνετε μεταφράσεις, είστε υποψήφιος για το βραβείο Μάριος Πλωρίτης. Ελεύθερος χρόνος υπάρχει;
Γ.Λ.: Είμαι πολυπράγμων αλλά όχι συγκεντρωτικός. Ξέρω τι μπορώ να αναλάβω και συχνά λέω όχι. Φέτος αρνήθηκα να παίξω σε δύο έργα και να σκηνοθετήσω τρία. Δεν προλάβαινα και δεν παρασύρθηκα. Η υποψηφιότητα για το Μάριος Πλωρίτης όπως και οι βραβεύσεις με το Προσωπικότητες 2018, Καλύτερης σκηνοθεσίας στο Διαβαλκανικό Festival δύο χρόνια συνεχόμενα και ο Χρυσός Σταυρός του Μ. Αλεξάνδρου είναι μια τιμή, μια επιβράβευση που απλά δηλώνει ότι είμαστε σε σωστό δρόμο και προχωράμε! Χρόνο έχω ελάχιστο και τον αφιερώνω σε αυτούς που αγαπώ, τους φίλους μου!

 

«Π»: «Ταξιδευτής», τίτλος παιδικού βιβλίου σας. Τί πραγματεύεται;
Γ.Λ.: Ένα παιδικό που έγραψα και ανέβηκε χωρίς τους στίχους μου, και σκοπεύω κάποια στιγμή να το ξανανεβάσω ολοκληρωμένο. Γράφω στίχους και έχουν χρησιμοποιηθεί σε πολλές παραστάσεις. Επίσης μετέφρασα και διασκεύασα σε θεατρικό τον Ξένο του Καμύ για το Αντιθέατρο και υπάρχει πάνταη ανοιχτή πρόταση να το κάνει ξανά παράσταση η Χαρά Μπακονικόλα.

 

«Π»: Ποιό το όραμά σας; Τί δεν έχετε κάνει;
Γ.Λ.: Να εξακολουθήσω να κάνω θέατρο, να πάρω το θέατρο Έρευνας του Ποταμίτη – θα τό’ θελε και ο Δημήτρης και να ταξιδέψω. Με αυτούς παγαπώ!

 

 

«Π»: Τί σας στενοχωρεί;
Γ.Λ.: Η αδικία. Σε όλους τους τομείς. Η ασυνέπεια. Η κακή αισθητική. Η κακή προαίρεση. Η έλλεψη κατανόησης. Ο υπέρμετρος εγωισμός!

 

 

«Π»: Τί ετοιμάζετε;
Γ.Λ.: Ελπίζω να είμαι υγιής, δημιουργικός και να καταφέρω να παιχτούν οι παραστάσεις μου σε μεγάλα θερινά θέατρα όπως παλιότερα. Τα υπόλοιπα είναι απλά πλάνα και μη ανακοινώσιμα.