Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

Η λύση είναι ελληνική… του προέδρου ο χρησμός (συνέχεια από την προηγούμενη εβδομάδα)

Η λύση είναι ελληνική… του προέδρου ο χρησμός
                                                           (συνέχεια από την προηγούμενη εβδομάδα)
 
Με βήμα γρήγορο διασχίζω την λεωφόρο Γαλατσίου. Στο βάθος, κάτω δεξιά, αντιλαμβάνομαι μια ομάδα κοντά στο άγαλμα του Κολοκοτρώνη, νομίζω πρόκειται για Πελοποννήσιους. Ήταν όλοι τους κοστουμαρισμένοι, ξέρουν αυτοί. Όταν εμείς, οι Ρουμελιώτες, θα πολεμάμε Βεΐκου και Γαλατσίου τα μνιά τους Γερμανούς, αυτοί θα τρέξουν στο Σύνταγμα να πιάσουν καμιά καρέκλα στα υπουργεία. Μη λες πολλά για τους Πελοποννήσιους, σκέφτομαι Τάσο, γιατί αν φτάσει στα αυτιά του Γιαννακόπουλου, δεν θα ξαναδείς τη φάτσα σου όχι μόνο στον «Παλμό», αλλά ούτε και σε χαρτιά περιτυλίγματος για πίτες και σουβλάκια. «Βλέπεις κρατάνε οι άτιμοι, τα πόστα ένα ένα, και είναι ακόμα υπουργοί, απ’ το ’21. Τόσα λεφτά πληρώσαμε να φτιάξουμε Ισθμό, μήπως και τους ξεκόψουμε και πάνε στο καλό. Τα πράγματά μου μάζεψα κι έφυγα απ’ τη Λαμία, σαν να μην έφτανε αυτό!!! Παντρεύτηκα και μία. Δεν γίνεται τίποτα σωστό, με σχέδιο στη χώρα, αφού δεν τους ξεκόψαμε, μας πήρε η κατηφόρα».

Πιο κάτω, μπροστά στο super market Γαλαξίας, βλέπω τους υπερτροφικούς κοιλιακούς του Γιάννη Ζαβιτσιάνου και καμιά εικοσαριά επτανήσιους με τα μαντολίνα στα χέρια να τραγουδούν καντάδες. Μπροστά απ’ όλους το χανουμάκι των επτανησίων, η Έφη η Παπακωνσταντή λικνίζει το θανατηφόρο της κορμί. Βλέπεις, οι επτανήσιοι ό,τι όπλο είχαν, το έστρεψαν ενάντια στον κατακτητή.
Με το που πατώ στο πεζοδρόμιο των Γκούντις, μου φεύγει η ψυχή. Πέφτω επάνω σε μια δίμετρη ξανθιά, η οποία τσίριζε καταπάνω μου  ρυθμικά «Βάλτε, τον Τσίρο, στο, Κλου-βί». Η δίμετρη κυρία είχε κρεμάσει στο λαιμό της μια αφίσα που εμφάνιζε ένα τεράστιο κλουβί και μέσα στο κλουβί το κεφάλι του δημάρχου με τα λαγόδοντα να χάσκουν ευτυχία. Αυτό κι αν είναι θέαμα, λέω, «η Δίμετρη κι ο Λαγοδόντης». Αφού ξεπέρασα το σοκ, συνειδητοποιώ πως η ξανθιά ψηλή γυναίκα είναι η δημοτική σύμβουλος Ελένη Αλησμονίτου. Εχω περάσει αλησμόνητες στιγμές στο Δημοτικό Συμβούλιο με το που λαμβάνει το λόγο η κυρία Αλησμονίτου. Ο Δήμαρχος καθότι γιατρός, αρχίζει τα τηλέφωνα προς τους ασθενείς, κι από τα νεύρα του μοιράζει σεκλόρ και πεντρεξύλ των χιλίων ακόμα και στις περιπτώσεις που θα αρκούσε ένα απλό ξεμάτιασμα.
Να και ο Άρης, ο εξολοθρευτής της κινητής τηλεφωνίας, ο μονομάχος των UHF (γιου ετς εφ). Ο Άρης, που λέτε, από τότε που έγινε δημοτικός σύμβουλος, έχει ανέβει σε όλα τα πατάρια και τις ταράτσες του δήμου Γαλατσίου να κυνηγάει κεραίες κινητής. Απ΄ τη μανία του με τα πατάρια και τις ταράτσες άλλαξε ακόμα και το επώνυμό του, κι από Παπαδό- το έκανε Παταρό-κωστόπουλος. Δεν υπάρχει, που λέτε, κεραία για κεραία στο Γαλάτσι που να μην έχει παραβρεθεί ο Άρης στην τελετή αποκαθήλωσης. Εξ’ ου και το προσωνύμιο «Άρης ο Θεός της Αποκαθήλωσης».
Έφτασα, επιτέλους, απέναντι από τη σκοτεινή στοά του Ιντερνετ καφέ. Σε ελάχιστα λεπτά θα βρίσκομαι μπροστά στον πρόεδρο των προέδρων. 
Το τελευταίο βήμα στον πεζόδρομο έμελε να με οδηγήσει στη στοά της Δράσης, για την κοινωνία τον πολιτισμό και την ποιότητα ζωής. «ΑΛΤ» ακούω δυό φωνές. Να και τα πρωτοπαλίκαρα του Ίκαρου, ο Δημήτρης Φούντας και ο Πέτρος Σάκης. Ο Σάκης φτυστός ο Γιάννης Βόγλης θυμάστε, «στάσου, μη φεύγεις, θα σου δώσω μυγδαλάκια». Με αρπάζουν αλαμπρατσέτα και με οδηγούν τρέχοντας προς το βάθος της στοάς. Στα μέσα της διαδρομής βλέπω ένα άλλο γνωστό πρόσωπο, το Θοδωρή Χλεμπάκο απ’ το τσαντάδικο, μου κουνούσε το μαντήλι που καθάριζε τις τσάντες, σα να μου έλεγε «άντε γεια, φίλε Τάσο, καλά ξεμπερδέματα». 
Φτάνοντας στο τέρμα της στοάς, πετάγεται απότομα ένας αδύνατος ψηλός με κορακί μαλλί και με παχύ μουστάκι, ανοίγει αστραπιαία μια πόρτα στα αριστερά και με πετάνε μέσα σαν τσουβάλι.
«Αφήστε με να του κόψω το λαρύγγι με το κονσερβοκούτι», ορμάει κατ΄ απάνω μου ο ψηλός με το κορακί μαλλί και το παχύ μουστάκι, σε στυλ Νίκου Ρίζου. «ΕΕΕΕΕΠΠΠΠ, κάνε πίσω Καλαματιανέ» ακούγεται μπροστά μου μια ξεκάθαρη μεταλλική φωνή. Από την άλλη ο Φούντας είχε κολλήσει το όπλο στο κεφάλι μου, περιμένοντας εντολή να πατήσει τη σκανδάλη.
Τότε η μεταλλική ξεκάθαρη φωνή παρήγγειλε: –Κάτω το όπλο Φούντα !!!
Ο Καλαματιανός στεκόταν πλέον σε απόσταση ασφαλείας, και κάθε λίγο και λιγάκι έκανε την χαρακτηριστική κίνηση με τον αντίχειρα πως θα μου κόψει το λαρύγγι.
Για λίγα δευτερόλεπτα επικρατεί απόλυτη σιωπή. Ώσπου να πάρω τα μάτια μου απ’ το όπλο του Φούντα, βλέπω μπροστά μου τη σιλουέτα του πρόεδρου των προέδρων. «Ίκαρος Δρασόπουλος» μου λέει, Τάσος Πασπάλας, του λέω, Ρουμελιώτης. Το Ρουμελιώτης τό ‘ριξα για να τον κοντύνω κι άλλο, κατάλαβα απ’ το επώνυμό του πως ήταν Πελοποννήσιος. 
– Και γιατί μωρέ αφήσατε τον Κιουταχή, να φτάσει στην Πελοπόννησο χωρίς να πολεμήσετε;
– Ήταν μια καλή ευκαιρία του απαντώ να ησυχάσουμε από σας.
Ο Βόγλης, ο Φούντας κι ο Καλαματιανός, περίμεναν τον πρόεδρο να διατάξει την εκτέλεσή μου. Κάνει δυο βήματα κατά πάνω μου και με μια περίεργη χροιά στη φωνή του, ψελλίζει.
– Σάμπως μ’ αρέσει τούτος δώ, τέτοιον δεν έχω άλλο, το θρόνο έχω σίγουρο, στη Δράση ας τον βάλω. Και όσο για την Ρούμελη δεν έχω αμφιβολία, γιατί κι ο Φούντας ήτανε μια τέτοια ιστορία.
– Από την ΟΥΛΕΝ, πρόεδρε, ψάχνω για να σε βρώ, γιατί οι τσέπες άδειασαν δεν έχουν ούτε ευρώ. Η κρίση, πες μου πρόεδρε, λύση αν έχει άλλη, εκτός αυτής που παίζουνε του MEGA οι παπαγάλοι.
– Η λύση είναι ελληνική, απόφαση μεγάλη, πρέπει ο λαός να την σκεφτεί και να την επιβάλλει. Παίρνω τα φισεκλίκια μου, παίρνω και τ’ άλογό μου και πάω στην παρέλαση να δείξω το θυμό μου.
– Ποιους θα τιμήσεις, πρόεδρε, παρέλαση αν κάνεις; Και τον Κολοκοτρώνη θες να πας κι αυτόν να τον τρελάνεις;; Σκέψου καλά πριν εκτεθείς τον Τσίρο πού τον βάνεις. Θα βγεις να κάνεις τον νταή στου Τσίρου την παρέα που με την απουσία τους περνούν όλοι ωραία;; Μ’ αν παρελάσεις, πρόεδρε, κεφάλι να μην στρίψεις, μόνο τα πέντε δάχτυλα στα μάτια να τους τρίψεις.
– Πολλά κορίτσια, πρόεδρε, μέσα στη Δράση βλέπω, μααα… πέσμου για την λυγερή που σε γλυκοκοιτάζει, αυτή με τ’ άσπρο το μαλλί που βαριαναστενάζει;;; 
Του ’81 λάφυρο, απ’ το ΠΑΣΟΚ την πήρα, ήτανε νέα κι όμορφη χωρίς μεγάλη πείρα. Βλέπεις βρισκόμουνα και ‘γω στην πρώτη την παρέα με τον Αντρέα Αρχηγό περνούσαμε ωραία.
Έφαγες κι ήπιες, πρόεδρε, και συ όπως κι άλλοι, και μόλις έγινες γαμπρός, έστριψες το κεφάλι.