Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

Γιατί δεν μ’ακούει;

Γράφει η
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΜΑΓΓΑΝΑ,
Ψυχολόγος,
Ψυχοθεραπεύτρια
[email protected]


Πολλοί γονείς παραπονούνται για τα «ανυπάκουα» παιδιά τους. Κουράζονται να φωνάζουν συνεχώς, ακούνε κάθε λίγο ένα ξεγυρισμένο «όχι, δεν θέλω/ δεν το κάνω!», αισθάνονται ότι οι προσπάθειές τους να τα «μαζέψουν» στο κενό. Γιατί κάποια παιδιά ακούνε τους γονείς τους; αναρωτιούνται. Ή είναι απλώς πεπεισμένοι ότι το δικό τους παιδί είναι δύσκολο και τα άλλα εύκολα, άρα οι άλλοι γονείς πιο τυχεροί!! Η αλήθεια όμως, ως συνήθως, βρίσκεται στη σύνθεση!

ΤΙ «ΛΕΕΙ»
ΤΟ ΑΝΥΠΑΚΟΥΟ ΠΑΙΔΙ;
Μπορεί να λέει πολλά: ότι δεν τον πείθει ο γονιός που χτυπιέται χειρότερα από εκείνο ή που είναι ενοχικός και πιο τρομαγμένος απέναντι στο παιδί του από εκείνο! Ότι «πιάνει» στον αέρα όλες αυτές τις ασυνείδητες διεργασίες του γονιού, ότι «τον έχει» και μπορεί να τον κάνει κι ότι θέλει, αφού συνήθως δεν έχει επιπτώσεις ουσιαστικές η ανυπακοή του αλλά κυρίως φωνές και μούτρα που περνάνε γρήγορα. Εκατέρωθεν!
Δυο παραδείγματα:
• Ο Π. μαλώνει τον 3χρονο γιο του επειδή δεν τρώει το φαγητό του, σηκώνεται, ανοίγει το ψυγείο, ψάχνει για γλυκό, κάνει ο,τιδήποτε άλλο εκτός από το να καθίσει στο τραπέζι να φάνε. Είναι χαρακτηριστικός κι ο τρόπος που λέει ο μικρός: «όχι, δεν μ’ αρέσει!», κοιτώντας τον πατέρα του απευθείας στα μάτια, με ένα βλέμμα που ζυγίζει πόσο τον παίρνει! Τα μικρά παιδιά μας δοκιμάζουν συνεχώς! Ο μπαμπάς γίνεται έξαλλος, χτυπιέται χειρότερα, απειλεί ότι δεν έχει παγωτό όλη την υπόλοιπη μέρα, ο μικρός κλαίει, κάτι μπορεί να τσιμπήσει και στο τέλος, η συμφιλίωση: μετά το όποιο… γεύμα, ο μικρός απολαμβάνει το παγωτό του κι ένα φιλί του πατέρα.
Στην ερώτηση γιατί έπρεπε να γίνει αυτό με το παγωτό, ο μπαμπάς απαντά: «νοιώθω άσχημα που τον μαλώνω, ακόμα κι όταν πρέπει να του βάλω όρια!».
Ο πατέρας νοιώθει ενοχές και δεν μπορεί να θέσει όρια, γίνεται παιδί πλάι στο παιδί του. Γιατί να τον ακούσει;
• Η Χ. έχει μια 4χρονη κόρη και παραπονιέται ότι στον πατέρα της είναι πιο υπάκουη ενώ εκείνη την αγνοεί. Χωρίς να μπούμε εδώ σε διερευνήσεις για τη σχέση πατέρα – κόρης, μητέρας – κόρης και πατέρα – μητέρας, ας μείνουμε στα πιο άμεσα: πώς ζητάει η μητέρα την υπακοή της κόρης της; Πχ. να μην λερώνει τα πάντα ή να κάνει μπάνιο και να κοιμάται στην ώρα της; Η Χ. απαντά ότι προσπαθεί πολύ, ξέρει ότι οφείλει να θέτει κανόνες, όμως έχει διαρκώς μια αγωνία: μήπως μοιάζει κακιά στο παιδί της; μήπως δεν την αγαπά πια αν δεν της κάνει τα χατίρια κι αν είναι… «αυστηρή»;
Η μητέρα δυσκολεύεται να φερθεί ως ώριμη ενήλικας που έγινε γονιός, αναπαράγει ένα δικό της έλλειμμα στο παιδί της, ο φόβος της μήπως δεν είναι «καλή» είναι διογκωμένος, για να αγαπηθεί μπορεί να κάνει πολλές παραχωρήσεις. Γιατί να μην το εκμεταλλευτεί το παιδί;
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ
ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΑΚΡΟΑΣΗ
Τα παιδιά χρειάζονται πλαίσια ασφαλή για να μεγαλώσουν καλά, να στραφούν στη δημιουργικότητα, να αποκτήσουν θετική αυτοεικόνα. Τα όρια, η λέξη pass partout των ψυχολόγων, αλλά και η απόδοση νοήματος σε αυτά που ζουν είναι αναγκαία για να βρουν και να συντάξουν τον εαυτό τους. Να κατανοήσουν τι είναι καλό και τι κακό, πώς μπορούν να νοιώθουν αυτονομημένα σταδιακά στη ζωή. Οι γονείς οφείλουν να παράσχουν το νόημα και τα όρια, αλλά πρέπει να είναι σίγουροι και χωρίς ενοχικές σκέψεις. Όσοι δεν πείθουν, υπόκεινται στις συνέπειες…
Σε ένα τέτοιο πλαίσιο τα παιδιά δεν μας κάνουν ό,τι θέλουν, όμως ικανοποιούνται και αυτά σε κάποιες από τις επιθυμίες και τις απαιτήσεις τους. Επίσης, οι γονείς θα πρέπει να γνωρίζουν τι μπορούν να περιμένουν σε κάθε αναπτυξιακή φάση από τα παιδιά τους: δεν μπορείς να περιμένεις από ένα παιδί να περπατήσει όταν δεν είναι έτοιμο να το κάνει, ούτε να καταλαβαίνει μαθηματικά πριν μάθει τους αριθμούς! Όταν θέλουμε λοιπόν να συνεργαστούμε με τα παιδιά μας πρέπει να κατανοούμε τις πραγματικές αναπτυξιακές τους ανάγκες. Συχνά τα παιδιά χρειάζονται και την ικανότητά μας να διαβάσουμε «κάτω από τις γραμμές».

ΟΙ ΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ
ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΑΓΚΕΣ ΤΟΥΣ
Η θέσπιση ορίων και η τάξη θεμελιώνονται στα πρώτα έξι χρόνια της ζωής. Τα παιδιά σε αυτή την φάση δεν μπορούν να αρθρώσουν με ακρίβεια τι ακριβώς τους συμβαίνει. Από την άλλη κι εμείς δεν ξέρουμε πάντα τι νομίζουν ότι είναι αλήθεια, γι’ αυτό μπορούν και μας εκπλήσσουν συνεχώς! Στις ερωτήσεις τους χρειάζονται απλές και κατανοητές απαντήσεις, χωρίς μακρές αναλύσεις, πρέπει να στοχεύουμε στην καρδιά αυτού που ζητάνε.
Ένα παιδί, πχ. όταν λέει «βαριέμαι» μπορεί να εννοεί απλώς αυτό, μπορεί όμως και να εννοεί «τι να κάνω τώρα; Δεν ξέρω με τι να παίξω» κλπ, πράγμα που σημαίνει ότι χρειάζεται την καθοδήγηση του γονέα για να γεμίσει καλύτερα τον ελεύθερο χρόνο του. Γύρω στα 2 τους χρόνια, την περίοδο της δόμησης του εαυτού και της επιβολής της θέλησής τους ως ξεχωριστού μέλους της οικογένειας, είναι πολύ συχνό να ακούμε «όχι», ακόμα κι όταν δεν το εννοούν! Τότε πρέπει να τους δίνουμε εναλλακτικές γύρω από το στόχο! Δεν ρωτάμε π.χ. «θέλεις να πας για ύπνο τώρα;», αλλά «τι θέλεις να κάνεις πριν πάμε για ύπνο, να πλύνεις πρώτα τα δόντια σου ή να βάλεις τις πυτζάμες σου;». Τους αρέσει να έχουν επιλογή και να εκφράζουν θέληση.
Στην δεύτερη φάση ανάπτυξης, 6-12, τα παιδιά έχουν μεγάλη ανάγκη από πνευματική διέγερση, έχουν πολύ ζωηρή φαντασία, την αίσθηση του καλού και του κακού και των ορίων. Οι ερωτήσεις τους είναι πιο σύνθετες, ακόμα κι αν φαίνονται απλές, και απαιτούν πιο ολοκληρωμένες απαντήσεις. Γι’ αυτό πρέπει να προσέχουμε και να καταλαβαίνουμε τι μας ζητάνε. Π.χ. ένα παιδί με τις εκφράσεις του προσώπου, τη γλώσσα του σώματος δείχνει θυμωμένο: συνήθως βγάζουμε αμέσως το συμπέρασμα ότι είναι θυμωμένο, αλλά μπορεί να ντρέπεται ή να φοβάται. Οι ενήλικες μένουν στην πρώτη εντύπωση και τα σχόλια τους μπορεί να πληγώσουν το παιδί που ουσιαστικά περιμένει την βοήθειά τους. Αντίθετα πρέπει να σέβονται αυτό που του συμβαίνει και να είναι υπομονετικοί.
Εναλλακτικές αντί για τιμωρία.
Ας το ξεκαθαρίσουμε εξαρχής: η σωματική τιμωρία είναι μάταιη! Λειτουργεί πυροσβεστικά για λίγο, μια που το παιδί τρομάζει, αλλά ουσιαστικά ανακυκλώνει μια σωματικού τύπου εκφόρτιση αντί για μια δουλειά ψυχοποιητική που έχει να κάνει το παιδί μεγαλώνοντας ώστε να δομήσει σωστά το Εγώ του. Πολλοί γονείς παραδέχονται ότι απελπίζονται και κάποιες φορές καταφεύγουν σ’ αυτή, αλλά συνίσταται υπομονή και άλλου είδους αντιμετώπιση στην αταξία και τις ζαβολιές, που θα έχει μακρόπνοα και λειτουργικά αποτελέσματα.
Οι γονείς πρέπει να είναι σίγουροι γι’ αυτό που θέλουν, να μην εκτοξεύουν απειλές που δεν πραγματοποιούνται ποτέ σχεδόν (όπως με το παγωτό του Κ.). Τα παιδιά χρειάζονται ισχυρά μοντέλα ακεραιότητας για το ρόλο τους στην κοινωνία, έτσι παρατηρούν με οξύνοια αν αυτό που λέμε είναι ουσιαστικά κι αυτό που κάνουμε. Δεν μπορεί ένα παιδί να γίνει πχ. ευγενικό, αν δεν πάρει ένα τέτοιο μοντέλο από το περιβάλλον του. Γι’ αυτό πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί με το τι λέμε και τι κάνουμε μπροστά τους. Κάθε πράξη έχει τη συνέπειά της, αυτό είναι το μάθημα που πρέπει να αφομοιώσουν τα παιδιά, πράγμα αποτελεσματικότερο της τιμωρίας.
Για παράδειγμα: αν το παιδί δεν έχει μαζέψει τα παιχνίδια του και είναι όλο το σπίτι άνω-κάτω όταν επιστρέφετε από τη δουλειά ή το σούπερ-μάρκετ, σκεφτείτε πρώτα απ’ όλα: έχει κάποιο συγκεκριμένο χώρο και δοχείο, κουτί κλπ να τα βάλει; Του το έχετε δείξει αυτό; Είναι πολύ σημαντικό για τα 6 πρώτα χρόνια, που χρειάζεται τάξη και συγκεκριμένες δράσεις.
Στη μεταγενέστερη φάση, αντί να φωνάζετε και στο τέλος να τα μαζέψετε εσείς, πείτε: «πρέπει να μαζέψεις τα παιχνίδια σου γιατί σε λίγο θα φάμε. Ποια θέλεις να βάλεις στο κουτί/ ντουλάπι… πρώτα αυτά ή εκείνα;» Αν το παιδί αρνηθεί επίμονα πείτε σταθερά: «θα τα μαζέψω εγώ αλλά θα τα βάλω στην αποθήκη γιατί δεν είναι δουλειά μου να το κάνω αυτό και εσύ φαίνεται ότι δεν μπορείς να το κάνεις.»
Ή για τα παιδιά του δημοτικού: «πολλές φορές δεν μαζεύεις τα παιχνίδια σου και είναι δική σου ευθύνη. Κάτι πρέπει να κάνουμε γι’ αυτό. Έχεις να προτείνεις κάποια λύση;» Σε αυτή την ηλικία αρέσει στα παιδιά να λύνουν προβλήματα. Ίσως μάλιστα μπορέσουν να φωτίσουν και κάποια από τα δικά μας, αν είμαστε «εκεί» πραγματικά για να τα ακούσουμε!