Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

Η ζωή και το έργο του Ιωάννη Πολέμη

Γράφει ο ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΜΑΣΟΥΡΑΣ,
Φιλόλογος

Ο Ιωάννης Πολέμης γεννήθηκε και πέθανε στην Αθήνα. Συνοδοιπόρος του Παλαμά στον αγώνα για την ανανέωση της πνευματικής ζωής στην Ελλάδα. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και αισθητική στο Παρίσι και διορίστηκε υπάλληλος του Υπουργείου Παιδείας και της Σχολής Καλών Τεχνών. Είναι ποιητής λυρικός ελεγειακός.

Η ποίησή του εμπνέεται από την αγάπη στον άνθρωπο. Πολλά ποιήματά του μελοποιήθηκαν, τραγουδήθηκαν πολύ και τραγουδιούνται ακόμη γιατί εκφράζουν την αγάπη στον πονεμένο άνθρωπο. Από τις καλύτερες ποιητικές συλλογές του είναι «Το παλιό βιολί» 1909, και «Τα Ειρηνικά» 1919. Ασχολήθηκε επίσης με την παιδική λογοτεχνία κι έγραψε πολλά ποιήματα για παιδιά. Μετέφρασε επίσης τα «Ειδύλλια» του Θεοκρίτου.
Στη διαμάχη ανάμεσα στον Βλάχο και τον Ροΐδη φυσικό ήταν η νέα γενιά να πάρει θέση με το μέρος του δεύτερου. Ο έλεγχός του ήταν κάτι που ικανοποιούσε ως ένα ορισμένο σημείο τις ανησυχίες της και τη διάχυτη στην ατμόσφαιρα έφεση για αλλαγή.
Το 1878 δύο δημοσιογράφοι διωγμέοι από την Κωνσταντινούπολη, ο Κλεάνθης Τριαντάφυλλος και ο Βλάσης Γαβριηλίδης εκδίδουν ένα σατιρικό και πολιτικό φύλλο, τον Ραμπαγά. Εκεί κάνουν την πρώτη τους εμφάνιση οι νέοι που θα παίξουν κάποιο ρόλο αργότερα: ο Δροσίνης, ο Παλαμάς, ο Σουρής, ο Πολέμης. Με στίχους σατιρικούς και με θέματα της καθημερινής ζωής, θεληματικά έξω από τα έως τότε διορισμένα ποιητικά θέματα, χτυπούσαν τον ρομαντισμό και την καθαρεύουσα των παλαιότερων και ζητούσαν να διαλύσουν τον «περισσολόγο δακρυοπλημμυρισμένον ιδανισμό».
Τα «Ειρηνικά» του Πολέμη είναι μια σειρά ποιήματα που αναφέρονται στην ειρήνη. Γράφτηκαν στη διάρκεια και στο τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Είναι μια διαμαρτυρία κατά του πολέμου, φαίνεται αμέσως από τους στίχους του Προφήτη Ησαΐα τους οποίους βάζει στην αρχή της συλλογής:
«Και θα κάμουν τα μαχαίρια τους δρεπάνια
και μαχαίρι έθνος ενάντια σε έθνος δεν θα σηκώσει και την τέχνη του πολέμου όλοι πια θα την ξεχάσουν.»
Να μερικά από τα καλύτερα ποιήματα της Συλλογής «Ειρηνικά»:
«Και συγκόψουσι τας μαχαίρας
αυτών εις δρέπανα.
Και ου λήψεται έθνος επ’έθνον μάχαιραν,
και ού μην μάθωσι έτι πολεμείν (Ησαΐας κεφ.Β)
Τα πέδιλά σου, ω νίκη
«Tα πέδιλά σου, ω νίκη, τα ματοβαμμένα,
που αφήνουν χνάσια κόκκινα, λύσε και βγάλε
κι αφρόπλυνε τα χέρια σου κι έλα σε μένα.
Και συ, Τερταίε βροντόφωνε, Τυρταίε μεγάλε,
και συ την πολεμόχορδη σύντριψε λύρα
κι άρπα δαυιδική κρατώντας αίνους ψάλλε.
Διάπλατα είν’ανοιγμένη του ναού μου η θύρα·
όχι θυσίες και σφάγια· στο βωμό μου κρίνοι
παρθενικοί, λευκές λαμπάδες, άγια μύρα.
Στ’άδυτα του ναού μου Αυτός που δίκαια κρίνει.
Τα πληγωμένα χέρια στη κορφή μου δίνει
διπλή ευλογία και κράζοντας το “χαίρε Ειρήνη”.
Σύρε, μου λέει, γοργόφτερη στην οικουμένη,
φωτόλουσέ τη με τα μάτια τα μεγάλα
κι ορθάνοιξε τον κόρφο, δως της να βυζαίνει
της προκοπής το μέλι, της ζωής το γάλα.»
Στο ποίημά του «Τα πέδιλά σου, ω Νίκη» ο ποιητής ανοίγει διάπλατα το ναό της ειρήνης που στο βωμό της δεν θέλει θυσίες και σφάγια αλλά κρίνους, λευκές λαμπάδες κι άγια μύρα. Καλεί την ειρήνη να τρέξει γοργόφτερη στην οικουμένη, να τη λούσει με φως, ν’ανοίξει τον κόρφο της και να της δώσει να βυζάξει το μέλι της προκοπής και το γάλα της ζωής.
Η επιστροφή από τον πόλεμο είναι η μεγάλη γιορτή των σπιτιών:
«Έρχετ’ ο άντρας, ο πατέρας, το παιδί,
λάμπουν τα σπίτια, φέγγουνε τα παραθύρια
στρώνονται τα τραπέζια – ποιός δεν τραγουδεί;»
Κι άρχιζε ξανά η ειρηνική ζωή κιη δουλειά που φέρνει στους ανθρώπους την προκοπή, τον πλούτο και τα κέρδη:
«Γλυκοξυπνούν τα σύνεργα μες σ’αργαστήρια
τα δίκαια χέρια απλώνονται στη ζυγαριά
κι η προκοπή ετοιμάζει βιος και κέρδη μύρια.
Ευλογημένη η Ειρήνη, τρις ευλογημένη
της χαμοκέλας σιγοτρίζει η κλειδαριά
και μουδιασμένο, να, το αλέτρι ξαναβγαίνει…»
Στο τέλος της συλλογής ο Πολέμης παρουσιάζει το άγαλμα της ειρήνης. Όμορφο άγαλμα μ’όλα τα χαρακτηριστικά που ταιριάζουν και παρουσιάζουν το μεγάλο ιδανικό της ειρήνης. Η όψη της θά’χει το χαμόγελο της Αφροδίτης, την έκφραση της ομορφιάς και του έρωτα.
Θά’χει τα μάτια, το ανάβλεμμα της Αθηνάς, σύμβολο της προόδου στις τέχνες, στα γράμματα, στις επιστήμες. Θά’χει τη χάρη του κορμιού της Άρτεμις, το σύμβολο της υγείας και της λεβεντιάς. Στο ένα της χέρι θα κρατάει το λαγήνι της Ήβης, σύμβολο της αιώνιας νιότης και της αναδημιουργίας, και στ’άλλο διπλό λυχνάρι που θα φωτίζει το δρόμο της ανθρωπότητας στην πρόοδο και για να μην μπορούν να τη βιάσουν πια οι εμπρηστές του πολέμου θα φοράει τη μαγεμένη ζώνη της Ήρας: «Για να τη βρίσκει ο χρόνος πάντοτε παρθένα.»
Με τα ποιήματα αυτά ο Πολέμης αναδείχτηκε ένας από τους καλύτερους τραγουδιστές και υμνογράφους της Ειρήνης.
Από την ποιητική του συλλογή «Το παλιό βιολί» δυο ποιήματά του αγαπήθηκαν πολύ και πέρασαν στο στόμα του λαού. Είναι το «Νερωμένο κρασί» που έγινε ωραιότατο τραγούδι και το «Παλιό βιολί». Και τα δύο ελεγειακά. Το πρώτο έχει για θέμα του το δυστυχισμένο άνθρωπο που τά’χασε όλα στη ζωή του, γυναίκα, βιος, παιδιά και παέι να βρει παρηγοριά στο κρασί. Μα ούτε κει τη βρίσκει γιατί το κρασί νερώνεται από τα δάκρυα που χύνει και δεν τον μεθά.
«… Μες την ταβέρνα ολημερίς με το ποτήρι εμπρός του
του κάκου εκεί κι ανώφελα τη λησμονιά ζητεί.
Βρίζει τον ταβερνιάρη:
“Καταραμένε κάπελα και κλέφτη ταβερνιάρη,
τι το νερώνεις το κρασί, και πίνω απ’ το ξανθό,
και πίνω κι απ’ το κόκκινο κι από το γιοματάρι
κι από το σώσμα το τραχύ, πίνω και δεν μεθώ;” (….)
Κι ο κάπελας, γεμίζοντας και πάλι το ποτήρι,
με θλιβερό περίγελο στα λόγια του απαντά:
“Τι φταίω εγώ αν τα δάκρυα, που απελπισμένος χύνεις,
πέφτουν μες στο ποτήρι σου, σταλαγματιές θολές,
και το νερώνουν το κρασί κι αδύναμο το πίνεις;
Τι φταίω εγώ κι αν δεν μεθάς, τι φταίω εγώ κι αν κλαις;”»
«Το παλιό βιολί» είναι ποιήμα με φιλοσοφική διάθεση, με ποιητικό στοχασμό. Είναι μια σύγκριση του ανθρώπου που γεράζει με το παλιό βιολί. Όπως το βιολί όσο παλιώνει τόσο πιο γλυκιά και πιο όμορφη γίνεται η φωνή του, το ίδιο και οάνθρωπος, όσο παλιώνει νοιώθει ακόμα πιο έντονα το αίσθημα της αγάπης και της ζωής γενικά. Μέσα στον άνθρωπο κι όταν γεράσει λαλεί η ψυχή της πρώτης του νιότης:
«Άκουσε τ’ απόκοσμο το παλιό βιολί / μέσα στη νυχτερινή σιγαλιά του Απρίλη
στο παλιό κουφάρι του μια ψυχή λαλεί / με τ αχνά κι’ απάρθενα της αγάπης χείλη.
Τι κι αν τρώη το ξύλο του το σαράκι; / τι κι αν περνούν αγύριστοι χρόνοι κι άλλοι χρόνοι;
Πιο γλυκιά και πιο όμορφη και πιο δυνατή / η φωνή του γίνεται, όσο αυτό παλιώνει.
Ειμ’εγώ τ’απόκοσμο το παλιό βιολί / μέσα στη νυχτερινή σιγαλιά του Απρίλη
στο παλιό κουφάρι μου μια ψυχή λαλεί / με της πρώτης νιότης μου τα δροσάτα χείλη.
Τι κι αν τρώει τα σπλάχνα μου το σαράκι; τι κι αν βαδίζω αγύριστα χρόνο με τον χρόνο;
Πιο γλυκιά πιο όμορφη και πιο δυνατή / γίνεται η αγάπη μου, όσο εγώ παλιώνω.»
Η ποίηση του Πολέμη χαρακτηρίζεταιο από ευαισθησία και καλοσύνη, στοιχεία άλλωστε που χαρακτηρίζουν και την ίδια του τη ζωή. Ο Ιωάννης Πολέμης εντάσσεται στη Νέα Αθηναϊκή Σχολή, που αντιτάχτηκε στην υπερβολή και τον άκρατο ρομαντισμό ενώ παράλληλα καθιέρωσε (όπως ο Παλαμάς, ο Δροσίνης) τη δημοτική γλώσσα στην ποίηση. Είναι ποιητής των χαμηλών τόνων, αισθηματικός, μελωδικός, λυρικός και δραματικός, με απλότητα και αβίαστο συμβολισμό. Πολλά από τα ποιήματά του μελοποιήθηκαν. Το 1918 τιμήθηκε με το Αριστείο Γραμμάτων για την προσφορά του στα Ελληνικά Γράμματα. Έγραψε ακόμα δράματα, ποιήματα για παιδιά, λίγα διηγήματα, ενώ επιμελήθηκε ποιητικές ανθολογίες.
Ο Πολέμης επικρίθηκε συχνά από τους σύγχρονούς του και από τους μετέπειτα κριτικούς για το χαμηλόφωνο ύφος του, για τον έντονο αισθηματισμό του, την έλλειψη ποιητικού βάθους και θεματικής πρωτοτυπίας.
(Πηγές: 1. Λίνου Πολίτη, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Θ’ Έκδοση, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1998, σελ. 187, 219, 2. Περικλή Καλοδίκη, Η Νεοελληνική Λογοτεχνία, Εκδόσεις Gutenberg, σελ. 224-243, 3. Internet, Βικιπαιδεία)