Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

Μαρία Κόκκα, Μονωδός – Υψίφωνος: Χαρά, συγκίνηση, πληρότητα αλλά και ευθύνη, αυτά νοιώθω όταν ερμηνεύω στη σκηνή

ΜΑΡΙΑ ΚΟΚΚΑ
«Χαρά, συγκίνηση, πληρότητα αλλά και ευθύνη, αυτά νοιώθω όταν ερμηνεύω στη σκηνή»


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΜΑΙΡΗ ΓΚΙΩΝΗ – ΛΑΡΕΝΤΖΑΚΗ


Η υψίφωνος Μαρία Κόκκα έχει εμφανιστεί επανειλημμένως τόσο στην Εθνική Λυερική Σκηνή όσο και σε λυρικά θέατρα της Ευρώπης, ερμηνεύοντας πρωταγωνιστικούς ρόλους σε όπερες, οπερέτες, μιούζικαλ, μοντέρνες όπερες και ορατόρια. Ενδεικτικά αναφέρονται οι συμμετοχές της σε έργα όπως η «Boheme» του Puccini, ο «Μαγικός Αυλός» και «Don Giovanni» του Mozart, «La Traviata», του Verdi, «I Pagliacci» του R. Leoncavallo, «Carmen» του Bizet, «Il cappello di paglia di Firenze» του Nino Rota, «Η Νυχτερίδα» του J. Straub, «Χώρα Μειδιάματος» και «Εύθυμη Χήρα» του Lehar, «Lo Speziale» του Haydn, «Οι Κυρίες της Αγοράς» του Offencach, «Candide» του Bernstein, «Θέλω να δω τον Πάπα» και ο «Βαφτιστικός» του Θ. Σακελλαρίδη, «Ορφέας στον Άδη» του Όφενμπαχ, «Ο Freud για κείνη» του Ι. Βαλέτ, «Der Agel auf den Schiff» του Glanert, «Ανθρώπινη Φωνή» του Πουλένκ (έχει ερμηνεύσει και το θεατρικό έργο του Κοκτώ στο θέατρο Παραμυθίας), «Requiem» του Νίκου Βασιλείου, ο «Μεσσίας» του Handel, «Stabat Mater» του Pergolesi, «Exultate jubilate» του Mozart, το «Ορατόριο των Χριστουγέννων» του J.S. Bach.

Η δραστηριότητά της στο εξωτερικό ξεκίνησε με τον πρωταγωνιστικό ρόλο της «Manon» του Massenet, που τραγούδησε στην Όπερα της Ανατολικής Σαξονίας στη Γερμανία, αποσπώντας εξαιρετικές κριτικές. Ακολούθησαν συνεργασίες και εμφανίσεις με σημαντικούς ρόλους, όπως η «Somnambula» του Bellini, η Leila από τους «Αλιείς Μαργαριταριών» του Bizet, η Adina από το «Elisir d’amore» και η Norina από «Don Pasquale» του Donizetti, η Lauretta από το «Gianni Schicchi» του Puccini καθώς και πολλές συναυλίες με έργα belcanto, που πραγματοποίησε τόσο στη Γερμανία όαο και στη Τσεχία και την Πολωνία.
Υπό την καθοδήγηση της μεσοφώνου Γιολάντας Ντι Τάσσο πήρε Δίπλωμα Μονωδίας (Άριστα, Α’ Βραβείο και Διάκριση) ενώ παράλληλα τελειοποίησε το πιάνο και τα Ανώτερα Θεωρητικά. Συνέχισε τις σπουδές της στο τραγούδι δίπλα στο διάσημο βαρύτονο Τζον Μοδινό. Έχει συμμετάσχει σε κινηματογραφικές, σε δισκογραφικές και τηλεοπτικές παραγωγές με κορυφαία τη συνεργασία της με τον διάσημο Πολωνό συνθέτη Zbigniew Preisner. Τις σπουδές της συμπληρώνουν Πτυχίο Στατιστικής από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και Master of Business Administration (με σημαντική εργασία πάνω στην Επιχειρησιακή Έρευνα).
Συνεργάστηκε με το Αμερικανικό Κολλέγιο ως ειδική καθηγήτρια στον τομέα τεχνικής του τραγουδιού και της φωνητικής εξάσκησης (vocal coaching) καθώς και ως Διεύθυντρια της Χορωδίας του Deree College και του Pierce. Ακόμα υπήρξε στέλεχος του τμήματος προγραμματισμού και υλοποίησης των καλλιτεχνικών γεγονότων του Κολλεγίου. Δίδαξε τραγούδι στη Σχολή Μιούζικαλ για παιδιά από 4 έως 16 ετών Stage Coach. Από το 2016 διδάσκει Μονωδία στο Ελληνικό Ωδείο.
Μιλά άριστα Γαλλικά, Ιταλικά, Γερμανικά και Αγγλικά. Είναι παντρεμένη με το Μαέστρο Μύρωνα Μιχαηλίδη και έχουν δύο παιδιά.

«ΠΑΛΜΟΣ»: Σε ποιό περιβάλλον μεγαλώσατε;
ΜΑΡΙΑ ΚΟΚΚΑ: Μεγάλωσα σε περιβάλλον που αγαπούσε την τέχνη. Οι γονείς μου με πήγαιναν από μικρή ηλικία σε παραστάσεις θεάτρου, μπαλέτου και όπερας. Είχα την ευτυχία να δω πολύ σπουδαίους καλλιτέχνες Έλληνες και ξένους από μικρό παιδί. Η Επίδαυρος, το Ηρώδειο, η Λυρική Σκηνή και το Εθνικό θέατρο ήταν τακτικές έξοδοι για την οικογένεια μας. Ο πατέρας μου δε, ο οποίος ήταν επιχειρηματίας, στήριξε επί σειρά ετών νεαρο ζωγράφο, τον οποίο θεωρούσε ιδιαίτερα ταλαντουχο και εξελιξιμο! Να προσθέσω ακόμα πως ο παππούς του πατέρα μου, ο Ιωάννης Κόκκας, ήταν ηθοποιός και μάλιστα ήταν αυτός που ίδρυσε το σωματείο Ελλήνων ηθοποιών. Από την πλευρά της μητέρας μου, ο παππούς της ήταν εξαίρετος μουσικός που έπαιζε πνευστο όργανο. Ωστόσο οι γονείς μου επιθυμούσαν πάντα να ακολουθήσω κάποια επιστήμη…

 

 

«Π»: Πότε ξεκινήσατε να τραγουδάτε, σε ποιά ηλικία;
Μ.Κ.: Ξεκίνησα πιάνο σε ηλικία 6 ετών. Όλοι είπαν πως ήταν λογικό, γιατί έπαιζε πιάνο η αδελφή μου που ήταν μεγαλύτερη. Όμως, όπως αποδείχτηκε, δεν μάθαινα πιάνο για να μιμηθώ την αδελφή μου.. Το αγαπούσα πραγματικά. Γιατί η σπουδή ενός μουσικού οργάνου δυσκολεύει με γεωμετρική πρόοδο όσο προχωρούν οι τάξεις, πράγμα που κάνει τα περισσότερα παιδιά να το παρατουν, αν δεν έχουν το ταλέντο, την αγάπη αλλά και την πειθαρχία και την επιμονή για να προχωρήσουν σε υψηλό επιπεδο. Τελειοποίησα το πιάνο και παράλληλα προχώρησα στα ανώτερα θεωρητικά και στην ηλικία των 20 ετών σκέφτηκα να αρχίσω τραγούδι, αλλά με στόχο το μιούζικαλ, επειδή είχα ασχοληθεί και με το χορό και λάτρευα και την υποκριτική.
Θεώρησα τότε πως ο δρόμος στην Ελλάδα για αυτό, ήταν το κλασικό τραγούδι. Αρχίζοντας αυτή την εκπαίδευση, ανακάλυψα τη φωνή μου, ξέχασα το μιούζικαλ και η Όπερα κέρδισε την ψυχή μου ολοκληρωτικά!

 

 

«Π»: Τί σας ώθησε στο λυρικό τραγούδι;
Μ.Κ.: Το λυρικό τραγούδι είναι για μένα το πιο ακροβατικό και εκφραστικό είδος τραγουδιού ταυτόχρονα. Είναι μια πρόκληση και μια ατελείωτη φλόγα και ευχαρίστηση! Αναδεικνύει με τον ευγενέστερο τρόπο όλα τα χαρίσματα της φωνής πάνω σε ασύλληπτα εντυπωσιακές και συν αισθηματικές μουσικές φράσεις και κορυφωσεις! Ήταν για μένα μια ανείπωτη χαρά να ανακαλύψω πως μπορούσα να τραγουδήσω αυτό το ρεπερτόριο, το οποίο βέβαια απαιτεί συνέχεια να εξασκείσαι ανελλιπώς και να εξελίσσεσαι.

 

 

«Π»: Τζον Μοδινός και Γιολάντα Ντι Τάσσο. Τί είναι για εσάς οι δύο αυτές προσωπικότητες;
Μ.Κ.: Οι Δάσκαλοι μου!!! Με Δ κεφαλαίο!! Ο δάσκαλος παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στην πορεία ενός μαθητή που εξελίσσεται σε τραγουδιστή. Τον «εφοδιάζει» με την τεχνική του για να είναι σε θέση να αντιμετωπίσει χωρίς φθορά της φωνής του ό,τι απαιτεί το οπερατικό τραγούδι, τον κατευθύνει στο σωστό ρεπερτόριο, τον εμπνέει, τον καθοδηγεί ψυχολογικά. Και βέβαια είναι πάντα ο συμβουλάτορας και το «αυτί» του νέου τραγουδιστή ακόμα και όταν η καριέρα έχει αρχίσει να εδραιώνεται.

 

 

«Π»: Ποιά συμβουλή των δασκάλων σας κρατήσατε ως πολύτιμη;
Μ.Κ.: Η συμβουλή της δασκάλας μου Γιολάντας Ντι Τάσσο ήταν πως ο στόχος του τραγουδιού είναι πρωτίστως το προσωπικό συναίσθημα που πρέπει να βγάλει ο καλλιτέχνης με τη φωνή του, αλλά και με το σώμα του, τις κινήσεις του και όλα τα εκφραστικά του μέσα. Η τεχνική είναι απαραίτητη για να εκτελέσεις την παρτιτούρα, αλλά η πνοή της μουσικής είναι στην ουσία η ψυχή του καλλιτέχνη.
Ο Τζον Μοδινός έλεγε, με το χαρακτηριστικό χιούμορ του, πως κάποτε είχε ακούσει μια διάσημη σοπράνο, τη Martina Arroyo, να λέει πως ο τραγουδιστής στις 365 μέρες του χρόνου, έχει 5 μέρες που η φωνή του βρίσκεται σε εξαιρετική φόρμα. Και πως τυχαίνει, αυτές τις 5μερες να μην έχει ούτε καν πρόβα για να το ευχαριστηθεί. Που σημαίνει πως πρέπει ο καλλιτέχνης να είναι έτοιμος να τραγουδά κάτω από όχι πάντα ιδανικές για αυτόν συνθήκες.

 

 

«Π»: Ποιά τα συναισθήματά σας όταν ερμηνεύετε έναν ρόλο επί σκηνής;
Μ.Κ.: Χαρά, συγκίνηση, ευθύνη, δημιουργική αγωνία, πληρότητα!

 

 

«Π»: Πώς βλέπετε το μέλλον της Όπερας στην Ελλάδα;
Μ.Κ.: Η όπερα είναι έχει γίνει γνωστή στο κοινό με την εξωστρέφεια της Εθνικής Λυρικής Σκηνής από το 2011 μέχρι τις αρχές του 2017, μέσα από τις δράσεις της σε μέρη που ποτέ δεν είχε ακουστεί όπερα, αλλά και με τα εκπαιδευτικά προγράμματα σε σχολεία της Ελλάδας, πράγμα ιδιαίτερα σημαντικό, αφού με αυτό τον τρόπο κερδίζεται νεανικό κοινό. Έχω την αίσθηση πως η όπερα είναι πλέον προσιτό είδος τέχνης. Η αλήθεια είναι πως όποιος πηγαίνει για πρώτη φορά σε μια καλή παράσταση όπερας μαγεύεται… Ο συνδυασμός της μουσικής, των φωνών, του θεάτρου είναι άλλωστε ακαταμάχητος!

 

 

«Π»: Έχετε κάνει παράλληλες σπουδές στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Πώς σας κέρδισε το λυρικό τραγούδι;
Μ.Κ.: Η αλήθεια είναι πως όταν ήμουν φοιτήτρια, βρισκόμουν σε δύο κόσμους. Στον κόσμο της επιστήμης (Στατιστική και Οικονομετία) που έχει έναν μαθηματικό προσανατολισμό ο οποίος πραγματικά με εξιτάρει, και στον κόσμο της μουσικής, ο οποίος έκανε πάντα την ψυχή μου να πάλλεται. Κάποια στιγμή, πριν ακόμη πάρω το Δίπλωμα του τραγουδιού κι ενώ έκανα master με θέμα την επιχειρησιακή έρευνα, η δασκάλα μου με έστειλε σε μια ακρόαση της Λυρικής για χορωδούς «για να αρχίσω να αποκτώ την εμπειρία των ακροάσεων». Και με πήραν! Μου έδωσαν μάλιστα ρόλο στην αρχή της σεζόν που ερχόταν. Αυτό ήταν. Μπήκα μέσα στην Όπερα και με κέρδισε!

 

 

«Π»: Ποιά θεωρείτε τη σημαντικότερη στιγμή στην καριέρα σας;
Μ.Κ.: Πολύ σημαντική στιγμή υπήρξε μια συναυλία μου στη Stadthalle Goerlitz όπου τραγούδησα απόσπασμα από την «Υπνοβάτιδα» του Bellini. Είχα επιτυχία μεγάλη, που με οδήγησε αμέσως μετά σε πολύ σημαντικούς ρόλους!

 

«Π»: Ποιό μουσικό είδος αγαπάτε;
Μ.Κ.: Αγαπώ σχεδόν όλα τα μουσικά είδη, όταν εκτελούνται με συνέπεια και ποιότητα. Θαυμάζω τους αυτοσχεδιασμούς ενός καλού τζαζίστα και τη δύναμη της κλασικής ροκ. Σημασία έχει να ακούει κανείς την κατάλληλη μουσική ανάλογα με τη στιγμή και την περίσταση.

 

 

«Π»: Έχετε πρωταγωνιστήσει σε ρόλους σε έργα μεγάλων μουσουργών στο εξωτερικό. Τί αποκομίσατε;
Μ.Κ.: Σημαντική εμπειρία, γνώση, αυτοπεποίθηση, κοινωνικότητα, ικανοποίηση, αναγνώριση.

 

«Π»: Διδάσκετεε ως ειδική καθηγήτρια στην τεχνική τραγουδιού. Πώς βλέπετε τις μουσικές σπουδές στη χώρα μας;
Μ.Κ.: Οι μουσικές σπουδές στη χώρα μας, αν μάλιστα λάβουμε υπόψη πως δεν υπάρχει Μουσική Ακαδημία, έχουν ελλείψεις. Βέβαια υπάρχουν πολύ αξιόλογοι καθηγητές με γνώση και εμπειρία που προσφέρουν πολλά στους μαθητές τους. Θέλω όμως να είμαι αισιόδοξη! Πιστεύω πως το σύστημα θα εκσυγχρονιστεί και θα εξελιχτεί σύντομα στη χώρα μας, που έχει τόσα ταλαντούχα παιδιά!! Άλλωστε γίνονται σοβαρές προσπάθειες εδώ και μερικά χρόνια που θεωρώ πως θα ευδοκιμήσουν άμεσα!

 

 

«Π»: Η πολιτεία βοηθά τους νέους καλλιτέχνες;
Μ.Κ.: Δυστυχώς, δεν είναι στις προτεραιότητες της Πολιτείας οι νέοι καλλιτέχνες και τα πολιτιστικά δρώμενα. Είναι βέβαια δύσκολοι οι καιροί…

 

 

«Π»: Υπάρχει έρεισμα στο ελληνικό κοινό για τις παραστάσεις της Όπερας;
Μ.Κ.: Όπως προανέφερα, έχουν γίνει σοβαρές προσπάθειες διεύρυνσης του κοινού της όπερας στην Ελλάδα. Νομίζω πως κατόπιν τούτου, η όπερα δεν αντιμετωπίζει πλέον ως «ελιτίστικο» είδος. Έχει έρθει κοντά σε πολλούς. Ωστόσο, η προσπάθεια πρέπει να συνεχιστεί. Ένα από τα «κλειδιά» είναι σίγουρα να μπει ουσιαστικά μέσα στα σχολεία η όπερα και η κλασική μουσική και να «χτιστεί» με αυτό τον τρόπο μεγαλύτερο νέο κοινό.

 

 

«Π»: Ποιό μήνυμα σε έργο της Όπερας θεωρείτε κορυφαίο;
Μ.Κ.: Στην Όπερα τα συναισθήματα είναι γιγαντιαία. Η πάλη του καλού με το κακό είναι διαρκής. Υπάρχει κάθαρση. Είναι χαρακτηριστικό πόσο έντονα περιγράφει η Όπερα τη δύναμη του απόλυτου έρωτα και της αγάπης!

 

 

«Π»: Υπάρχει χώρος για μια ανερχόμενη ταλαντούχα σοπράνο;
Μ.Κ.: Πάντα υπάρχει χώρος για ένα νέο και ξεχωριστό ταλέντο. Όταν μάλιστα διαθέτει επιμονή, πειθαρχία, πίστη και αφοσίωση σε αυτό που θέλει να επιδοθεί, σοβαρότητα και διαρκή μελέτη! Και λίγη τύχη, με ευνοϊκές συγκυρίες πάντα βοηθούν.

 

 

 «Π»: Υπάρχει ρόλος που να αποτελεί πρόκληση για εσάς;
Μ.Κ.: Κάθε ρόλος που έχει αποτελεί φωνητική, μουσική, ερμηνευτική και σκηνοθετική πρόκληση.

 

«Π»: Η ομορφιά είναι διαβατήριο; Μπορεί κανείς να βασιστεί σ’αυτή;
Μ.Κ.: Ζούμε στην εποχή που ο ρόλος που ερμηνεύει ο καλλιτέχνης πρέπει να του ταιριάζει και εμφανισιακά. Αυτό είναι σίγουρα ένα διαβατήριο. Οσο περισσότερα προσόντα έχει ο τραγουδιστής, τόσο το «πακέτο» θεωρείται καλύτερο. Η εποχή μας τα ζητάει όλα. Φωνή, εμφάνιση, θεατρικότητα, μουσικότητα, ερμηνεία, κίνηση συνθέτουν το απαραίτητο σύνολο προσόντων, με το μεγαλύτερο συντελεστή βαρύτητας να δίνεται στη φωνή βέβαια!

 

«Π»: Πώς θα περιγράφατε τον χώρο της Όπερας όπου κινείστε;
Μ.Κ.: Να πω την αλήθεια; Ας προτιμήσω καλύτερα να περιγράψω τη θετική πλευρά. Είναι λοιπόν δύσκολος κόσμος, χρειάζεται διπλωματία και επιμονή αλλά είναι τόσο αδιάσειστη η γοητεία που εκπέμπει, έτσι ώστε σε συνεπαίρνει και σε αποζημιώνει για όλα τα άγχη που περνάς, κάθε φορά που ανεβαίνεις με επιτυχία στη σκηνή!

 

«Π»: Τί ετοιμάζετε;
Μ.Κ.: Ετοιμάζω μια Οπερέττα που θα ανακοινωθεί προσεχώς και ένα πολύ ξεχωριστό και δύσκολο εγχείρημα: την «Ανθρώπινη Φωνή 2». Θα παιξω τον γνωστό θεατρικό μονόλογο του Κοκτώ «η Ανθρώπινη Φωνή» και αμέσως μετά, την ίδια βραδιά, θα ερμηνεύσω την ομώνυμη όπερα του Πουλενκ που έχει γραφτεί πάνω σε αυτόν τον μονόλογο.