Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

Εθνικά θέματα και πολιτικός επαναπροσδιορισμός

Στην αυγή της νέας δεκαετίας του 2020, η χώρα καλείται να αντιμετωπίσει κρίσιμα εθνικά ζητήματα.
Η ένταση και ο πολλαπλασιασμός των προκλήσεων από την πλευρά της Τουρκίας, με άξονα την προσπάθεια συμμετοχής της στον ανασχεδιασμό του ενεργειακού χάρτη, τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο και την εργαλειοποίηση του Μεταναστευτικού – Προσφυγικού, προβάλλουν έναν κλιμακούμενο αναθεωρητισμό που προωθεί το δόγμα της «γαλάζιας πατρίδας» σε βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων άλλων χωρών της περιοχής, και κυρίως της Ελλάδας και της Κύπρου. Σε αυτά τα ζητήματα ο Ερντογάν, ιδιαίτερα μετά την απόπειρα πραξικοπήματος του 2016, κινείται με σχέδιο και στρατηγικό βάθος. Δεν είναι πια ο μεταρρυθμιστής πολιτικός της δεκαετίας του ’90 που ήρθε στην εξουσία για να «δημοκρατικοποιήσει» τον κεμαλισμό, αλλά ο σουνίτης ισλαμιστής ηγέτης, ο οποίος το 2023, στα εκατό χρόνια από την ίδρυση του νέου τουρκικού κράτους, θέλει να αναθεωρήσει Συνθήκες, να επεκτείνει την ισχύ και τα όρια της χώρας του. Ετσι, η Τουρκία εξελίσσεται σε μια απρόβλεπτη και ασταθή περιφερειακή δύναμη στα σύνορά μας, που εντείνει τις μεθοδευμένες προκλήσεις, απειλές και επεκτατικές κινήσεις.
Απέναντι σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, η κυβέρνηση αλλά και οι πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα καλούνται να ανακαθορίσουν την εθνική στρατηγική με ενιαίο άξονα τόσο τις κρίσιμες διπλωματικές πρωτοβουλίες όσο και την αμυντική θωράκιση της χώρας.
Τα μεγάλα ανοιχτά εθνικά ζητήματα αναπόδραστα θα προκαλέσουν έναν πολιτικό επαναπροσδιορισμό στο εσωτερικό πεδίο. Σε αυτά εντάσσεται και το Προσφυγικό, το οποίο, αν και ευρωπαϊκό ζήτημα, επηρεάζει την εθνική στρατηγική. Η ανάγκη διαμόρφωσης εθνικής συνεννόησης, που θα καθορίσει το μέλλον και τη θέση της Ελλάδας, θα μετατοπίσει υπάρχουσες διαχωριστικές γραμμές και θα διαμορφώσει συνθήκες αναδιάταξης του πολιτικού σκηνικού.
Η πρόσφατη Σύνοδος Κορυφής απέδειξε ότι η ΕΕ μπορεί να υψώσει ένα συμβολικό διπλωματικό τείχος υπέρ της Ελλάδας αλλά αδυνατεί να παρέμβει στην επίλυση του βασικού ζητήματος.
Αυτό αφορά στην ελληνοτουρκική διαφορά στο θέμα της υφαλοκρηπίδας (και συνεπακόλουθα στη δυνατότητα για την Ελλάδα χάραξης της ΑΟΖ). Ο προσδιορισμός της υφαλοκρηπίδας και η επίλυση της ελληνοτουρκικής διαφοράς με προσφυγή της Ελλάδας (φυσικά και της Τουρκίας) στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης προϋποθέτουν συμφωνία των πολιτικών δυνάμεων της χώρας και αρραγές εσωτερικό πολιτικό μέτωπο.
Επομένως, σε αυτή την κρίσιμη συγκυρία, το ερώτημα είναι ποια στάση θα κρατήσουν οι πολιτικές δυνάμεις σε περίπτωση κλιμάκωσης της τουρκικής προκλητικότητας και επιθετικότητας στο Αιγαίο, όπως και πώς θα αντιμετωπίσουν την ευθύνη προσφυγής της χώρας στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για το θέμα της υφαλοκρηπίδας. Το ζήτημα της προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο ήταν πάγια θέση της Ελλάδας και εκκρεμεί από την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας με την ΕΕ το 1999, χωρίς να έχουν αναληφθεί σχετικές πρωτοβουλίες από το 2004 και μετά. Αρα σήμερα, με δεδομένο ότι ύστερα από κάθε ελληνοτουρκική κρίση ή απόπειρα «γκριζαρίσματος» κυριαρχικών δικαιωμάτων η χώρα βγαίνει ζημιωμένη, χρειάζεται ένα νέο εθνικό μέτωπο πολιτικών δυνάμεων που θα αναλάβει την ευθύνη της συνεννόησης για την προσφυγή στη Χάγη, της οποίας τα αποτελέσματα ενδεχομένως δεν θα ικανοποιήσουν πλήρως την ελληνική πλευρά.
Είναι η χώρα αλλά και η ελληνική κοινωνία έτοιμες για μια τέτοια εξέλιξη; Ισως η λύση αυτή είναι μονόδρομος.
Πάνω σε αυτόν τον άξονα μιας νέας πατριωτικής στρατηγικής δομείται ο πολιτικός επαναπροσδιορισμός του εσωτερικού πολιτικού πεδίου.
Η ΝΔ και το Κίνημα Αλλαγής, με εμπεδωμένη συναίσθηση της κρισιμότητας της κατάστασης, μπορούν να συζητήσουν με όρους εθνικών αποφάσεων. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει αποδείξει ότι συχνά εντάσσει τα εθνικά θέματα στους υπολογισμούς της πολιτικής αριθμητικής (Πρέσπες) και όχι στην ανάγκη συνεννόησης. Σε κάθε περίπτωση όμως, η απαίτηση για ενιαία στρατηγική στα ανοιχτά εθνικά ζητήματα είναι ήδη παρούσα και η ανταπόκριση σε αυτή δεν χωρά άλλες αναβολές.