Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

Tα καπετανάτα και οι φυλές της Βεΐκου



T
α
καπετανάτα και οι φυλές της Βεΐκου

(Συνέχεια από την
προηγούμενη εβδομάδα)

 Μετά την
κυρά Σταυρούλα που συνάντησα έξω απ’ το σπίτι μου, συνέχισα την πορεία προς την
Βεΐκου, ψάχνοντας πάντα για
τον Ίκαρο, τον πρόεδρο των προέδρων.

Απ’ την
Παπαφλέσσα μέχρι την Τράλλεων δεν συνάντησα άνθρωπο.
O φούρνος της κυρά Αντριάνας κλειστός, τα φανάρια στη
Χριστιανουπόλεως κλειστά, τίποτα δεν έμοιαζε φυσιολογικό. Δεν προλαβαίνω να
τελειώσω τη σκέψη μου και νά’σου πετάγεται απ’ τη γωνία μπροστά μου ένας ψηλός
γεροδεμένος, κοντά στα σαράντα. Το μάτι του γυάλιζε, έμοιαζε κυνηγημένος και οι
ανάσες πέφταν πάνω μου η μία κοντά την άλλη. Κάτι μου θύμιζε. Όλα συνέβαιναν
τόσο γρήγορα που δεν μπόρεσα να συνειδητοποιήσω ποιος είναι. Με μιας ο άγνωστος
απλώνει τα δυο τεράστια χέρια του στους ώμους μου και με κουνάει με όλη του τη
δύναμη μπρος πίσω. «Γύρνα πίσω, φίλε μου» λέει, «οι Γερμανοί φτάσαν στην
Βεΐκου». Βρίσκομαι σε πανικό, δεν προλαβαίνω να μαζέψω το μυαλό μου. «Ποιος
είσαι»
ψελλίζω, «κάτι μου θυμίζεις». «Αννίτα Πάνια» μου λέει «βλέπεις;;».
Χριστέ μου, λέω, ο σχιζοφρενής δολοφόνος με το πριόνι. Ήξερα πως μένει κάπου
εδώ κοντά προς την Αγία Ειρήνη αλλά δεν περίμενα να τον δω μπροστά μου. Η τρίχα
απ’ το κεφάλι μου σηκώθηκε δυο μέτρα! «Γύρνα πίσω» μου λέει «θα φας το κεφάλι
σου»
και γίνεται καπνός.

Αν και
σαστισμένος, ανηφόρισα το δρόμο προς τη Βεΐκου. Στη γωνία ακριβώς Τράλλεων και
Βεΐκου οι εκπλήξεις απανωτές. Μπροστά απ’ το περίπτερο, δυό τύποι αρματωμένοι
με περασμένα τα φυσεκλίκια χιαστί μπροστά στο στήθος μου φωνάζουν «ΑΛΤ» και
κάνουν νόημα με τα όπλα τους να σηκώσω τα χέρια μου ψηλά. Αμάν, λέω μέσα μου,
αυτοί δεν είναι ο Μιχάλης ο Γιωργάκος και ο Γιάννης ο Κλουκίνος, γιατί κάνουν
πως δεν με ξέρουν;; Ώσπου να τελειώσω τη σκέψη μου, νά’σου και ξεπροβάλει πίσω
απ’ το περίπτερο ένας βαρύς κι ασήκωτος νταής, που με δυσκολία έφτανε το 1,60.
Με κινήσεις νωχελικές και βήμα αργό φτάνει στα δέκα εκατοστά από τη ζώνη του
παντελονιού μου. Σηκώνει το κεφάλι και μου λέει «Ηλίας Μιρμιγιάννης». «Χαίρω
πολύ» του λέω και πάω να κατεβάσω το δεξί μου χέρι να τον χαιρετήσω. Με μια
απότομη κίνηση του κεφαλιού του, επανέρχομαι στην ανάταση καταλαβαίνοντας πως
τα πράγματα έχουν δυσκολέψει. «Δεν ξέρεις» μου λέει «πως εδώ είναι το λημέρι
του καπετάν Ηλία του Μιρμιγιάννη;;»

«Εγώ,
καπετάν Μιρμιγιάννη μου, βγήκα να συναντήσω τον Ίκαρο, τον πρόεδρο των
προέδρων». Με το που ακούει το όνομα Ίκαρος, άναψε και φώτισε σαν πυγολαμπίδα.
«Χάσου ζαγάρι από δω, ψηλέ σαν πετεινάρι, μη σε φυτέψω καταγής και κάνεις το
Φανάρι». «Πέσμου πού βγαίνει αυτή η φωνή που μάτι δεν την πιάνει; Μόνο ένα
μέτρο απ’ τη γη, του Λια του Μιρμιγιάννη;;»
Αυτό, λέω, είναι το τέλος μου. Δεν
έμαθα από παιδί να κρατάω το στόμα μου κλειστό. «Ποιος είσαι εσύ, κύριε Τάσο,
που θα απαντήσεις στο ίδιο μέτρο και με το ίδιο ύφος σε ένα καπετάνιο του
Γαλατσίου και μάλιστα τον καπετάν Λιά το Μιρμιγιάννη;; Λυπάμαι ορέ τα νιάτα
σου, τακίσου από δώ.»
Κι αρχίζω να κατεβάζω τα χέρια μου κάνοντας δειλά βήματα
για να φύγω. «Α, και πες στο πρόεδρο να μαζέψει τα πρωτοπαλίκαρα του απ’ τα λημέρια
μου, γιατί θα τους κόψω τα πόδια ΣΥ.ΡΙΖ.Α.»
.

Στα
πενήντα μέτρα πιο κάτω και ακριβώς στο απέναντι πεζοδρόμιο μπροστά απ’ το
μαγαζί του Σάκη του Ψιλόπουλου, μια ομάδα είκοσι αρματωμένων με επικεφαλής τα
Αδέλφια Βασίλη και Γιώργο Κόκαρη είχαν κολλήσει τα μάτια τους ευθεία πάνω μου.
Ήταν έτοιμοι να διατάξουν επίθεση. Είμαι σίγουρος πως λέγανε, ποιος είναι αυτός
εδώ μωρέ που τόλμησε να περάσει απ’ τα λημέρια μας με το κεφάλι ψηλά. Μάλλον
τον τρώει ο σβέρκος.

Λίγο πιο
κάτω, στο Σουβλατζίδικο του Γιώργου, άλλη μια ομάδα με καμιά τριανταριά Αξώτες.
Επικεφαλής ο Νίκος Μαγκινάρης και ο Νίκος Χατζόπουλος στο βιολί. Είχαν πιαστεί
και χόρευαν το καβοντορίτικο. Το βιολί τους αυτοί, δεν κατάλαβαν καν ότι πέρασα
μπροστά τους. Πρώτος στο χορό ο φίλος μου ο Γιάννης ο Γλέζος με τις κορούλες
του τη Ματούλα και την Ελευθερίτσα. Να και η Νεκταρία να και η Κούλα. Δικοί
μας, λέω, είναι αυτοί, κάνε όμως το κορόιδο Τάσο και προσπέρνα. Όσα φέρνει η
ώρα δεν τα φέρνει ο χρόνος όλος, έλεγε ο μακαρίτης ο πατέρας μου. Κάποιος φίλος
μου είχε πει πως οι Αξώτες είναι περαστικοί απ’ το Γαλάτσι, την καρδιά τους και
την ψήφο τους την έχουν αφήσει στο νησί.

Φωνές
και πυροβολισμοί ακούγονταν πίσω προς την οδό Καραϊσκάκη. Τον μόνο διαβάτη που
συνάντησα, τον ρώτησα για τους πυροβολισμούς. «Μην τρομάζεις» μου λέει «έχουν
γάμο οι Κρητικοί»
. Τέτοια μέρα λέω γάμο, πώς είναι δυνατόν; γεμάτος απορία. Σε
λίγη ώρα, του λέω, οι Γερμανοί θα πιάσουνε Βεΐκου. «Ε και;» μου λέει «δεν
πιάσανε Κρήτη!!
Οι Κρητικοί είναι απ’ άλλο Κράτος, ούτε Γαλατσιώτες είναι, ούτε
Αθηναίοι. Αυτοί είναι Κρητικοί, κατάλαβες; Άλλα ήθη και άλλα έθιμα, άλλη
Πατρίδα, άλλη σημαία, άλλος Αρχιεπίσκοπος, κατάλαβες;» Κατάλαβα, λέω, κι ας
είχα σαστίσει. Κι όλοι αυτοί οι καπετάνιοι που πέρασα τι ήταν; «Τίποτα, λείπει
μου λέει ο χοντρός και βγήκανε στους δρόμους.» «Θα πολεμήσουνε αυτοί;;» «Άστους
αυτούς, ξέμειναν από σφαίρες.»

Φτάνοντας
γωνία Βεΐκου και Γαλατσίου, μπροστά στα Έβερεστ, το τοπίο μύριζε μπαρούτι.
Καμιά εκατοστή γενειοφόροι, ζωσμένοι στ’ άρματα και με οχλοβοή στάνης, μιλούσαν
μια διάλεκτο που είχα να την ακούσω από τότε που ήμουν εργένης μαθητής σε
Λύκειο της Λαμίας. Πετούσαν λέξεις όπως, γρούνι, μνί, σκλί πλί… Επιτέλους,
λέω μωρέ, αυτοί είναι Πατριώτες μου πάνω απ’ τη Ρούμελη, και με το που πάω να
αναθαρρήσω, βλέπω τον φίλο μου το Γιάννη τον Κατσώνη. Δε λέω καλό παιδί ο
Γιάννης αλλά κομμουνιστής. Πετάγεται, λοιπόν, ο Γιάννης πάνω από τη θέση του
και με το ένα χέρι τεντωμένο και την παλάμη του ανοιχτή σα να μουντζώνει τον
ουρανό, κράζει ένα φουκαρά γιδοβοσκό «είσαι προδότης ρε, είσαι δοσίλογος,
γρήγορα θα βρεις το κεφάλι σου παλουκωμένο έξω από τη στάνη».

Ο
Γιάννης είναι αδερφικός φίλος, είναι και πατριώτης, δεν παύει όμως να είναι ο
πιο ευαίσθητος μουρλός πού ‘χω γνωρίσει. Πάρα δίπλα βλέπω τον σύντροφό του το
Γρηγόρη το Χαλ-Αραπίδη, ο οποίος μιλούσε με ένταση στο κινητό. «Έλα Αλέκα… Οι
Γερμανοί λέει στρίβουν τώρα απ’ την Πατησίων προς την Γαλατσίου, τι να κάνω, να
πάρουμε τα όπλα;;; Δεν ακούω;;; Να περιμένω τα συντρόφια του ΠΑΜΕ και να
συνεχίσουμε την αντίσταση ενάντια στην Πλουτοκρατία και τα Ξένα συμφέροντα;;;
Εντάξει, Αλέκα, έγινε… μου φαίνεται έχεις δίκιο…. Άσε να διώξουν τους Γερμανούς
αυτοί που μας τους φέραν!»

Ο
Γιάννης μου είχε πει πως ο Γρηγόρης είναι παιδί διαμάντι, τελευταία μάλλον έχει
μπλεξίματα με την Αλέκα.

Φωνάζω
«Γιάννη Γιάννη» στρίβει το κεφάλι και με το που με βλέπει και πήγα να χαρώ, μου
κάνει θυμωμένος νόημα να πάω πίσω απ’ το περίπτερο. Μπροστά εγώ, πίσω αυτός και
χωρίς πολλά πολλά μου λέει, «τί πήγες κι έκανες μωρέ;» Τι πήγα κι έκανα
Γιάννη;; «Προσκύνησες τους άλλους!» Ποιους άλλους, του λέω, Γιάννη; «Σε είδε,
λέει, ο σύντροφος ο Νίκος ο Καλαματιανός.» Ποιος Καλαματιανός ρε Γιάννη; «Αυτός
με το κορακί μαλλί και το παχύ μουστάκι, σε είδε πρωτοσέλιδο στον Παλμό να
ψηφίζεις Βενιζέλο.»
Ξέρεις Γιάννη δεν… «Άκου» μου λέει και με προλαβαίνει
«μάλλον σε τρώει το κεφάλι, το ξέρεις μωρέ ότι έχεις μπει στη Λίστα;» Ποια
λίστα λέω Γιάννη; «Για καμιά δεκαριά μέρες μην κοιμηθείς τα βράδια σπίτι σου,
θα γίνει εκκαθάριση.» Ο Γιάννης φορούσε μια φόρμα μπλε της Ένωσης Γαλατσίου και
από μέσα είχε ανοίξει να φαίνεται το φανελάκι με την φωτογραφία του Άρη του
Βελουχιώτη
. Του λέω «Γιάννη αφού ξέρεις τα πιστεύω μου»… «Άκου» μου λέει «αν
θέλεις το καλό σου, μην με ξαναπάρεις τηλέφωνο για καφέ, άσε να καταλαγιάσουν
τα πράγματα, να ηρεμήσουν και τα συντρόφια και τα ξαναλέμε.»

«Πού πας
τώρα;» με ρωτάει με ύφος αυστηρό. «Πάω να βρω τον Ίκαρο τον πρόεδρο!» «Άλλος
Ιούδας αυτός, μ’ αυτούς που μπλέκεις αργά ή γρήγορα θα το φας το κεφάλι σου.»
Γιάννη εσύ που ξέρεις τα πράγματα καλά, ήθελα να σε ρωτήσω και κάτι άλλο. «Στα
γρήγορα» μου λέει. Τις προάλλες, του λέω, με ζύγωσε ένας Φούντας, Δημήτρης
Φούντας
, μού ‘πε να μπω μπροστά για να ενώσουμε τους Ρουμελιώτες στο Γαλάτσι, ο
προηγούμενος Αρχηγός λέει τα διέλυσε όλα. «Ποιος μωρέ, ο Δημήτρης ο Φούντας, ο
Ζέν πρεμιέ; πρόσεχε μου λέει γιατί ο Φούντας τους Αρχηγούς τους αλλάζει σα
πουκάμισα, όπως ο Ζάχος Χατζηφωτίου τις γυναίκες.»

Και
συνεχίζει: «Προχώρα ευθεία προς την Αγία Γλυκερία, στα εκατόν πενήντα μέτρα
αριστερά, μπες στην στοά, εκεί είναι το Ιντερνετ καφέ, εκεί είναι το λημέρι του
Ίκαρου του προέδρου, εκεί θα τους βρεις όλους. Α, και πού ‘σαι, εκεί θα βρεις
και το σύντροφο το Νίκο το Καλαματιανό, με το κορακί μαλλί και το παχύ
μουστάκι, τον έχει βάλει ο Περισσός να παρακολουθεί τις κινήσεις του προέδρου.»

Θεέ μου
λέω, από μικρό παιδί τραβάω πάνω μου τους παλαβούς, όπως οι λεύκες τους
κεραυνούς, αν σας πω τις ιστορίες μου απ’ το σχολείο, το στρατό, και τον
υπόλοιπο βίο μου θα γελάτε και θα κλαίτε μερόνυχτα. Ευτυχώς που μού ‘δωσε ο
θεός λίγο νου και ό,τι μου συνέβαινε, τό ‘βλεπα σαν εμπειρία ζωής προσθέτοντας
αρκετές δόσεις χιούμορ και αυτοσαρκασμού. Μάλλον έχω βρει το φάρμακο που
γιατρεύει τους τρελούς, κοντά σ’ αυτούς και μένα.

Εγώ
συνεχίζω να ψάχνω τον Ίκαρο.
Η συνέχεια την επόμενη εβδομάδα.