Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

Υπογεννητικότητα, Γράφει ο Γ. Πένταρης

Στο άρθρο της περασμένης εβδομάδας ασχολήθηκα με το ζήτημα της μετανάστευσης και της απόλυτης ανάγκης που έχει η χώρα να επεξεργαστεί και εφαρμόσει μια μακροχρόνια πολιτική μετανάστευσης. Ακροθιγώς είχα αναφέρει το μέγα ζήτημα της υπογεννητικότητας από το οποίο υποφέρει η χώρα εδώ και πολλά χρόνια. Για πρώτη φορά το 2018 καταγράφτηκε ελάττωση του πληθυσμού της χώρας γιατί οι θάνατοι ήταν περισσότεροι από τις γεννήσεις. Αν αυτή η τάση συνεχιστεί αμείωτη τα επόμενα χρόνια, θα φτάσουμε σύντομα σε σημείο που δεν έχει επιστροφή, όπως λένε οι στατιστικολόγοι.

Το 2018 ο πληθυσμός της χώρας ήταν 10.741.165 ψυχές και από αυτούς το 43,2% ήταν άτομα από νεογέννητα έως 39 ετών, ενώ το 2017 οι νέοι 0-39 ετών ήταν το 51,5% του πληθυσμού. Βλέπουμε δηλαδή ότι μέσα σε ένα χρόνο μόνο μειώθηκε το ποσοστό των νέων κατά 8%, πράγμα που μας λέει ότι ο πληθυσμός της Ελλάδας γερνάει. Όσο γερνάει ένας πληθυσμός, τόσο λιγότερες γεννήσεις γίνονται και το πρόβλημα χειροτερεύει.
Αν προβάλουμε αυτές τις πραγματικές και όχι στατιστικές μετρήσεις στο μέλλον και λαμβανομένου υπ’ όψη ότι δεν θα αλλάξει τίποτα στο θέμα της αντιμετώπισης της υπογεννητικότητας, τότε το ποσοστό των νέων έως 39 ετών θα είναι γύρω στο 36,2% to 2050. Θα έχουμε δηλαδή μια χώρα γερόντων συνταξιούχων που μόνο ανάγκες θα έχουν χωρίς να συμμετέχουν στην παραγωγική διαδικασία λόγω βέβαια της ηλικίας τους.
Για να μπορέσουμε να αντιληφθούμε την σοβαρότητα του θέματος σας αναφέρω ότι οι γεννήσεις το 2018 ήταν 86.415 και οι θάνατοι 120.314, δηλαδή είχαμε ένα αρνητικό ισοζύγιο κατά 33.899 άτομα. Οι γεννήσεις στην Ελλάδα τα τελευταία 30 χρόνια μειώνονται σταθερά και μετά το 2012 είναι κάτω από τις 100.000 όπως βλέπετε στο διάγραμμα. Μια εξήγηση, αλλά όχι η μοναδική, είναι η άνοδος του βιοτικού επιπέδου του λαού και ελάττωση των θανάτων στην παιδική ηλικία. Το διάγραμμα που δημοσιεύεται είναι εύγλωττο.
Ο δείκτης γήρανσης του πληθυσμού, δηλαδή αριθμός ατόμων άνω των 65 ετών δια αριθμό παιδιών 0-14 ετών είναι 151,3 για το 2018, ενώ το 2017 ήταν μικρότερος κατά 1,4%. Το 1992 ή μέση ηλικία μητέρας πρώτου τοκετού ήταν 26 έτη, ενώ το 2017 ανέβηκε στα 31,4 έτη, δηλαδή βλέπουμε ότι οι γυναίκες γεννάνε σε μεγαλύτερη ηλικία, δηλαδή προφανώς παντρεύονται και σε μεγαλύτερες ηλικίες. Αυτή η αύξηση της ηλικίας της μητέρας για το πρώτο παιδί θα συνεχιστεί μέχρι το 2030 και εκεί θα σταθεροποιηθεί, όπως λένε οι στατιστικές εκτιμήσεις. Ένας άλλος δείκτης ανατράπηκε από το 1975 που ήταν 2,3 παιδιά ανά γυναίκα, το 2017 έπεσε στο 1,3 παιδί ανά γυναίκα.
Τις τελευταίες δεκαετίες, οι γεννήσεις μειώνονται σταθερά και οι γυναίκες κατά μέσο όρο γεννούν 2 παιδιά, αλλά ίσως και λιγότερα. Η αλλαγή των κοινωνικών συνθηκών που έδωσαν την δυνατότητα στην γυναίκα να εκπαιδευθεί και να γίνει ενεργός επαγγελματίας, είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της μέσης ηλικίας του πρώτου τοκετού. Πέραν των προβλημάτων που προκαλεί η εγκυμοσύνη στις μεγάλες ηλικίες είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι αν μια γυναίκα κάνει παιδί στα 39 είναι σχεδόν απίθανο να κάνει δεύτερο παιδί. Οι αιτίες είναι πολλές, αλλά εντοπίζονται κυρίως στα ζητήματα απασχόλησης και στα ζητήματα καριέρας της μητέρας.
Όπως και να έχει το πράγμα, η υπογεννητικότητα είναι εθνικό θέμα και θα πρέπει να το αντιμετωπίσουμε όλοι, πολιτική εξουσία και κοινωνία. Η κοινωνία από μόνη της δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να δώσει λύσεις, αλλά μπορεί όμως, αν καταλάβει την σοβαρότητα του κινδύνου στον οποίο βρίσκεται η χώρα, να πιέσει την πολιτική εξουσία να αναλάβει πρωτοβουλίες για αύξηση των γεννήσεων.
Όπως είναι οι σημερινές οικονομικές συνθήκες όχι μόνο δεν γίνονται γάμοι, αλλά και τα νέα ζευγάρια είναι διστακτικά να κάνουν πάνω από δύο παιδιά γιατί δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν στις οικονομικές απαιτήσεις για ανατροφή και σπουδές αυτών. Η κοινωνία με την αύξηση του βιοτικού επιπέδου δημιούργησε μια γενιά νέων που αναπτύχθηκε κάτω από το δίχτυ του υπερπροστατευτισμού. Ήρθε όμως και η κρίση της τελευταίας δεκαετίας και η σούπα έδεσε όπως λέμε στην καθομιλουμένη.
Το μεγαλύτερο βάρος που αναλαμβάνει μια νέα οικογένεια με νεογέννητο είναι τα τρία-τέσσερα πρώτα χρόνια που το παιδί χρειάζεται οπωσδήποτε προστασία και δη από την μητέρα του σύμφωνα με πρόσφατες αμερικανικές έρευνες, γιατί είναι καθοριστικά για την μετέπειτα ανάπτυξη της προσωπικότητάς του.
Μη ξεχνάμε το αρνητικό ισοζύγιο που είχα αναφέρει στο προηγούμενο άρθρο μου για την υπερ-γεννητικότητα των μεταναστών (οικονομικών και προσφύγων) έναντι των Ελλήνων και τις μακροχρόνιες συνέπειες που θα έχει στην δημογραφική σύνθεση του Ελληνικού πληθυσμού.
Για την αντιμετώπιση ενός εθνικού προβλήματος, όπως είναι η υπογεννητικότητα, θα πρέπει η κοινωνία να επωμίζεται πάντα τα βάρη οικονομικά ή άλλου είδους, γιατί πάντα καταλήγει να γίνεται όρος ύπαρξης αυτής της κοινωνίας. Πρέπει λοιπόν με την πίεση των πολιτών και μέσω διαφόρων πολιτικών δράσεων να αναγκαστεί η συντεταγμένη πολιτεία να αναλάβει σοβαρή δράση. Θα ήθελα στο σημείο αυτό να αναφέρω μερικά μέτρα όπως για παράδειγμα κάθε γυναίκα που γεννά παιδί να παραμένει 3 με 4 χρόνια εκτός εργασίας με πλήρεις αποδοχές είτε είναι του ιδιωτικού είτε του Δημοσίου τομέα. Το κόστος του ιδιωτικού τομέα θα πρέπει να επωμίζεται το δημόσιο και βέβαια το συνολικό κόστος θα καλύπτεται από την φορολογία με συνέπεια όλο το βάρος, ως είναι φυσικό, να το επωμίζεται η κοινωνία. Για παράδειγμα αντί να καταργηθεί η εισφορά αλληλεγγύης, την οποία λίγο-πολύ συνήθισαν οι πολίτες, να πηγαίνουν όλα τα χρήματα σε ειδικό λογαριασμό που θα χρηματοδοτεί το παραπάνω εγχείρημα. Αυτή άδεια μετ’ αποδοχών θα είναι πραγματικό δέλεαρ για τις νέες μητέρες να τεκνοποιήσουν και μάλιστα πάνω από δύο παιδιά.
Θα πρέπει στα σχολεία να αναπτυχθεί μια κουλτούρα για την μητέρα, τα παιδιά και την οικογένεια. Πρέπει να καταπολεμηθεί η νοοτροπία του ότι δεν κάνω πολλά παιδιά γιατί δεν έχω τα μέσα να τα μεγαλώσω και κάτι τέτοια. Πριν πολλά χρόνια τα νέα ζευγάρια προτιμούσαν τα παιδιά από την άνεση ανατροφής αυτών. Θα πρέπει όμως να βρεθεί με δημόσιο διάλογο λύση και σε αυτό το θέμα. Θα μπορούσε σίγουρα να αναλάβει πρωτοβουλίες η τοπική αυτοδιοίκηση με την παροχή στα νέα ζευγάρια κοινωνικής προστασίας είτε με συμβουλευτικές υπηρεσίες, είτε με φύλαξη παιδιών, είτε με λειτουργία περισσότερων βρεφονηπιακών σταθμών και νηπιαγωγείων.
Κλείνοντας θέλω να ευχαριστήσω την μαιευτήρα χειρουργό – γυναικολόγο, κυρία Μαρίλια Νικολαϊδου, για τις πληροφορίες και τις αξιόπιστες στατιστικές μετρήσεις που μου έδωσε για να γράψω αυτό το άρθρο.