Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ, Τενόρος της ΜΑΙΡΗΣ ΓΚΙΩΝΗ – ΛΑΡΕΝΤΖΑΚΗ

ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ«Η ενασχόληση με τη μουσική
είναι ό,τι καλύτερο για την
ανθρώπινη ύπαρξη και ψυχή»


Γεννημένος στη Νέα Υόρκη, ξεκίνησε τις μουσικές του σπουδές στην ηλικία των οκτώ ετών και το 1988 πήρε το δίπλωμα του πιάνου. Οι σπουδές του τραγουδιού ξεκίνησαν το 1989 και οι καθηγητές του ήταν ο Γιώργος Ζερβάνος, η Μαρίνα Κρίλοβιτς και ο Κώστας Πασχάλης. Το 1996 πήρε το πτυχίο του μελοδράματος κάτω από τις οδηγίες του Κ. Πασχάλη στη φωνητική και της Κάρμεν Ρουγγέρη στη μελοδραματική. Συνέχισε τις σπουδές του στην Ελλάδα με τον Φραγκίσκο Βουτσίνο και κατόπιν με τον William Matteuzzi στην Ιταλία από το 1998. Επίσης παρακολούθησε σεμινάρια με την Regina Resnic, την Ileana Cotrubas, το Luigi Alva. Από το 2009 παρακολουθείται φωνητικά από το διακεκριμένο διεθνούς φήμης βαθύφωνο Δημήτρη Καβράκο.

Από το 1994 τραγουδά στην Εθνική Λυρική Σκηνή, όπου εμφανίζεται στις ακόλουθες όπερες: Il barbiere di Siviglia (Conte Almaviva), La Cenerentola (Ramiro), Anna Bolena (Riccardo Percy), L’elisir d’amore (Nemorino), Die Zauberflote (Tamino), Cos’fan tutte (Fernando), Stabat Mater του Rossini (το μέρος του σόλο του τενόρου), Ilcappello di paglia di Firenze (Fardinard), Le Comte Ory (Comte Ory)του Rossini, το Traviata του Verdi (Alfredo) , Nabucco (Ismaele), Rigoletto (Duca di Mantova), Don Giovanni (Don Ottavio) του W.A. Mozart.
Από το 2004-2018 είναι μέλος των πρωταγωνιστών της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Από το 1998 ασχολείται με παραγωγές στο εξωτερικό.
Σημαντικότατες υπήρξαν οι συνεργασίες του με διάφορους σκηνοθέτες Έλληνες και ξένους όπως ο Σπύρος Ευαγγελάτος (Νυχτερίδα του Strauss, Ξωτικά νερά του Μ.Καλομοίρη κ.α),ο Δημήτρης Λιγνάδης (Die Lustige Witwe του Lehar), ο Γιάννης Ιορδανίδης (L’occasione fα il ladro του G.Rossini), ο Βασίλης Νικολαίδης (Ο Βαφτιστικός του Σακελλαρίδη, Nabucco του G.Verdi), o Christoff Loy (Die Zauberfloete του W.A.Mozart), o Dennis Krief (La prova d’ orchestra του Giorgio Battistelli-παγκόσμια πρώτη στην Ρώμη), ο Sagi Emilio (Il viaggio a Reims του G.Rossini), o Pier Luigi Pizzi (L’Italiana in Algeri του G.Rossini), τον Arnaud Bertrand (Die Zauberfloete του W.A.Mozart και Thais του Massenet), τον Eugenio Monti Colla (Don Giovanni του W.A.Mozart), το Lindsay Kemp (Zauberfloete του W.A.Mozart), το Giancarlo del Monaco (Comte Ory του G.Rossini), τον Tobias Richter (Don Pasquale του Donizetti) κ.α. Επίσης σημαντική για την εξέλιξή του ήταν η συμμετοχή του σε αναβιώσεις οπερών (Rigoletto και Cenerentola) του διάσημου σκηνοθέτη Jean Pierre Ponnelle στο Ντύσσελντορφ και στο Μόναχο. Από πολύ νωρίς είχε την τύχη να συνεργαστεί με εξαιρετικούς μαέστρους τόσο στην Ελλάδα (Μιλτιάδης Καρύδης, Βύρων Κολάσης, Λουκάς Καρυτινός, Μύρων Μιχαηλίδης, Βύρων Φιδετζής, Άλκης Μπαλτάς, Ηλίας Βουδούρης κ.α) όσο και στο εξωτερικό (Alberto Zedda, Angelo Cavallaro, Gianluigi Gelmetti, Antonino Fogliani, Riccardo Frizza, Christopher Franklin, Maurizio Dones, Κωνσταντίνος Καρύδης, Piero Beluggi, Paolo Arrivabeni κ.α) που τον βοήθησαν στην μετέπειτα πορεία του ως μουσικό και τραγουδιστή. Από το 2010 και μετά πέραν των συνεχιζόμενων εμφανίσεών του σε Ελλάδα κι εξωτερικό, έχει διδάξει τεχνική τραγουδιού κι ερμηνείας σε διάφορα ωδεία όπως Ωδείο Αθηνών, Ωδείο Φαέθων, Ωδείο Βυζαντινό, Ωδείο Σύγχρονη Άποψη κ.α.


«ΠΑΛΜΟΣ»: Σε ποιό περιβάλλον μεγαλώσατε;
ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ: Το περιβάλλον που μεγάλωσα είναι αυτό της μέσης αστικής οικογένειας. Ο πατέρας μου ασχολείτο με το εμπόριο κι εν παραλλήλω ήταν ψάλτης και τενόρος, η δε μητέρα μου με τα οικιακά. Η μητέρα μου είχε σπουδάσει κλασική μουσική, πιάνο επίσης. Έτσι από πολύ μικρή ηλικία στο σπίτι μου άκουγα κλασική μουσική και όπερα καθώς επίσης και καντάδες.

 

«Π»: Γεννηθήκατε στη Ν. Υόρκη. Πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια;
ΑΝΤ.Κ.: Γεννήθηκα στη Νέα Υόρκη όπου και μεγάλωσα μέχρι τα έξι μου χρόνια. Μετά, η γνωστή νοσταλγία της Ελλάδας, οδήγησε τους γονείς μου στο να πάρουν την απόφαση να επιστρέψουμε στην Ελλάδα. Έτσι σχεδόν όλη μου η παιδεία, μου έχει δοθεί στα πλαίσια του ελληνικού συστήματος. ρά ταύτα ως παιδί, έχω έντονες μνήμες από την Νέα Υόρκη και τις γιορτές που πραγματοποιούνταν εκεί, στην Εκκλησία και την Ομογένεια, όπου «ποτίστηκα» με την αγάπη για την Ελλάδα και την Ορθοδοξία. Θεωρώ μεγάλη μου τύχη το ότι μεγάλωσα σε τέτοιο περιβάλλον και μου εδόθησαν τέτοιες βάσεις για την πατρίδα μου και τη θρησκεία. Βλέπετε αυτό, δεν είναι κάτι αυτονόητο στις ημέρες μας. Από την επιστροφή μας στην Ελλάδα κι έπειτα, η ενασχόληση του πατέρα μου, Γρηγορίου Κορωναίου, με την εκκλησία, πάντα με έφερνε σ’επαφή με τη θρησκεία μας. Τα παιδικά μου χρόνια υπήρξαν ευτυχισμένα με δύο γονείς που με αμέριστο ενδιαφέρον φρόντισαν για την παιδεία κι εκπαίδευσή μου.

 

«Π»: Τί σας ώθησε στη μουσική και το κλασικό τραγούδι;
ΑΝΤ.Κ.: Με την κλασική μουσική, όπως σας είπα είχα ήδη ερεθίσματα από το σπίτι ακουστικά. Στην οικογένειά μου υπάρχει και μία μεγαλύτερη αδελφή η οποία είχε ξεκινήσει πριν από εμένα να σπουδάζει κλασικό πιάνο. Για μένα λοιπόν ήταν ζήτημα χρόνου καθώς ξεκίνησα από οκτώ ετών να σπουδάζω πιάνο. Στην ηλικία των 18 πήρα το πτυχίο μου ενώ ήδη από πολύ μικρή ηλικία, 11-12 ετών, συμμετείχα στην εκκλησιαστική χορωδία όπου τενόρος και μαέστρος ήταν ο πατέρας μου. Θεωρώ σχεδόν φυσιολογικό το ότι τα βήματά μου με οδήγησαν στο δρόμο του κλασικού τραγουδιού. Σε ηλικία περίπου των 19 ετών κι αφού είχε ολοκληρωθεί η μεταφώνηση, ο πρώτος μου δάσκαλος κ. Γιώργος Ζερβάνος, του οποίου την κρίση εμπιστεύτητηκε, ευτυχώς, ο πατέρας μου, είπε ότι είχα μία ωραία φωνή τενόρου κι έτσι το ταξίδι της τεχνικής αναζήτησης ξεκίνησε. Λίγο καιρό πριν από αυτή τη στιγμή ο αγαπητός μου φίλος κ. Μύρωνας Μιχαηλίδης, ο οποίος μετά από χρόνια υπήρξε καλλιτεχνικός μου διευθυντής στην Εθνική Λυρική Σκηνή – και με τον οποίο σπουδάσαμε μαζί – είχε διαβλέψει την εξέλιξή μου καθώς με διάφορα γυμνάσματα που μου έκανε, χωρίς εγώ να το έχω καλοσκεφτεί, ανακάλυψε ότι είχα μία φωνή τενόρου. Απλά η επαφή με τον κ. Ζερβάνο επισφράγισε αυτή του την πρόβλεψη.

 

 

«Π»: Σπουδάσατε με τους καλύτερους καθηγητές στην Ελλάδα και την Ιταλία. Ποιές διαφορές είδατε στη διδασκαλία τους;
ΑΝΤ.Κ.: Είχα την τύχη να περάσω από πολύ καλούς δασκάλους. Όπως είπα ξεκίνησα με τον κ. Γιώργο Ζερβάνο, στη συνέχεια με την κα Μαρίνα Κρίλοβιτς με την οποία πήρα πτυχίο. Μετά συνέχισα τις σπουδές μου με το διάσημο βαρύτονο Κώστα Πασχάλη με την καθοδήγηση του οποίου πήρα το δίπλωμά μου – μονωδίας και μελοδράματος από το ωδείο Ατενέουμ (Αθήναιον), με πρώτο βραβείο και διάκριση – και στη συνέχεια παρακολούθησα μαθήματα με τον κύριο Φραγκίσκο Βουτσίνο, βαθύφωνο. Από το1998 και μετά, καθώς ειδικεύτηκα στο belcanto, με ανέλαβε ο διάσημος τενόρος William Matteuzzi, στην Ιταλία. Επειδή βέβαια η σπουδή της φωνητικής τοποθέτησης δε σταματά ποτέ, καθώς συμβαδίζει με την ηλικία και τις αλλαγές της, ακόμα και σήμερα έχω παρακολούθηση όπου κι όποτε χρειαστεί από τον αγαπητό μου συνάδελφο, διάσημο βαθύφωνο της Μετροπόλιταν κ. Δημήτρη Καβράκο.

 

«Π»: Η όπερα ως μουσικό είδος, ταιριάζει στον Έλληνα;
ΑΝΤ.Κ.: Η όπερα πιστεύω ακράδαντα ότι ταιριάζει στον Έλληνα, καθώς αποτελεί εξέλιξη της αρχαίας τραγωδίας… απλά η παιδεία των τελευταίων χρόνων δεν την αναδεικνύει και δεν την υποστηρίζει, όπως και πολλά άλλα πράγματα εξάλλου. Ελπίζω ότι αυτό μπορεί ν’ αλλάξει.

 

«Π»: Τελικά, ο καλλιτέχνης βρίσκει τη δική του θέση στο χώρο που κινείται;
ΑΝΤ.Κ.: Ο καλλιτέχνης βρίσκει τη θέση του ανάλογα με τις αποφάσεις του. Σίγουρα επαγγελματικά για τον τραγουδιστή της όπερας, στην Ελλάδα, είναι πιο δύσκολα καθώς υπάρχει πολύ μικρή αγορά. Ας σκεφτούμε ότι στην Ελλάδα υπάρχει μία όπερα, η Εθνική λυρική Σκηνή και στην Αλβανία υπάρχουν τρία οργανωμένα λυρικά θέατρα…

 

«Π»: Η καλή φωνή είναι δώρο στον άνθρωπο;
ΑΝΤ.Κ.: Βεβαίως η φωνή είναι δώρο Θεού, μα όπως όλα τα δώρα του Κυρίου, θέλουν μελέτη και προσοχή προκειμένου να το αναδείξει κανείς. Μα η φωνή είναι ένα από τα στοιχεία του τραγουδιστή. Απαιτείται μελέτη, ενασχόληση, εκμάθηση μουσικής, γλωσσών, ηθοποιίας, πληροφόρηση, μυαλό και φυσικά τύχη!

 

«Π»: Η οικογένειά σας υπήρξε υποστηρικτική στη μουσική σας πορεία;
ΑΝΤ.Κ.: Η οικογένειά μου υπήρξε απολύτως υποστηρικτική από τη στιγμή που πήρα την απόφαση ν’ασχοληθώ με αυτό. Τότε οι γονείς, σήμερα η σύζυγος και τα παιδιά μου. Ευτυχώς βέβαια γιατί χωρίς τη δική τους υποστήριξη, δεν θα μπορούσα να ασχοληθώ με αυτό που αγαπώ.

 

«Π»: Τί είναι η όπερα για εσάς;
ΑΝΤ.Κ.: Η όπερα για μένα ήταν το όνειρο που έγινε πραγματικότητα και συνεχίζει να με συναρπάζει όπως την πρώτη ημέρα. Αυτό βέβαια που κέρδισα είναι η ανακάλυψη του ίδιου μου του του εαυτού γιατί η μελέτη της φωνής έχει να κάνει με εμάς τους ίδιους τόσο τεχνικά όσο και ψυχολογικά. Μαθαίνεις κάθε ημέρα τον εαυτό σου. Επίσης η ενασχόλησή μου – και η μελέτη σε βάθος – ρόλων που κάποιες φορές ενδεχόμενα να ήταν κι αντίθετοι με την προσωπικότητά μου, όπως συμβαίνει με τους ηθοποιούς, μου έδειξαν πτυχές και σκέψεις που δεν θα είχα εάν δεν ασχολιόμουν με την τέχνη αυτή.

 

«Π»: Έχετε ερμηνεύσει ρόλους πρωταγωνιστικούς και βασικούς σε πάνω από 20 Όπερες. Υπάρχει κάποιος που αγαπάτε ιδιαίτερα;
ΑΝΤ.Κ.: Ο ρόλος που αγάπησα ιδιαίτερα είναι ο ρόλος του Lindoro στην όπερα «L’Italiana in Algeri» του Rossini ρόλος ιδιαίτερα απαιτητικός φωνητικά που ευτύχησα να τραγουδήσω πάμπολλες φορές στο παρελθόν… Ο ρόλος που περιμένω κάποια στιγμή να κάνω είναι αυτός του Rodolfo στην όπερα La Boheme του Puccini.

 

«Π»: Ποιά θεωρείτε τη σημαντικότερη στιγμή στη καριέρα σας;
ΑΝΤ.Κ.: Σημαντικές στιγμές υπήρξαν πολλές… Κάποιες από αυτές, η συνάντησή μου με τον τενόρο Giuseppe di Stefano αφού κέρδισα το α’ βραβείο στον ομώνυμό του διαγωνισμό το 2001, τενόρος ο οποίος υπήρξε ίνδαλμα για εμένα από πολύ μικρή ηλικία. Επίσης εκπληκτική στιγμή ήταν η συνεργασία μου στη Βιέννη και Τόκιο με την κα Αγνή Μπάλτσα,στην όπερα «L’ Italiana in Algeri» και οι συνεργασίες με τον κ. Δημήτρη Καβράκο σε πολλές όπερες (Anna bolena, Rigoletto, Don Giovanni, Il barbiere di Siviglia κ.α.)

 

«Π»: Ο τενόρος της Όπερας μπορεί να τραγουδήσει όλα τα είδη εξίσου καλά;
ΑΝΤ.Κ.: Ο τενόρος της όπερας είναι μία καλά εξασκημένη φωνή. Ως εκ τούτου μπορεί να τραγουδήσει τα περισσότερα είδη, αρκεί να το κάνει με αγάπη κι αρκεί οι συνθέσεις να είναι «γραμμένες» ή «επεξεργασμένες» στην αμιγώς τραγουδιστική του περιοχή. Στην Ελλάδα του σήμερα ξέρω πως ακούγεται παράξενο μια που όλα «θεωρούνται» έμπνευση μα αυτή την αλήθεια μπορώ να μεταφέρω με όσα γνωρίζω κι όσα έχω προσπαθήσει να ερμηνεύσω.

 

«Π»: Έχετε βραβευτεί με Α’ Βραβεία στο εξωτερικό. Έδωσαν ώθηση στην καριέρα σας;
ΑΝΤ.Κ.: Σίγουρα τα πρώτα βραβεία βοήθησαν στο να γίνει περισσότερο γνωστή η προσπάθειά μου και με οδήγησαν σε περισσότερα θέατρα όπερας. Όμως δεν υπήρξαν κατ’ανάγκη η μοναδική υποστήριξη που έτυχα, κυρίως στο εξωτερικό.

 

«Π»: Στη μακρόχρονη επιτυχημένη πορεία σας, ποιά συνεργασία ξεχωρίζετε;
ΑΝΤ.Κ.: Στην πορεία μου, όπως προείπα υπάρχουν πολλές στιγμές και συνεργασίες μερικές από τις οποίες ανέφερα παραπάνω, με την κα Αγνή Μπάλτσα και τον κ. Δημήτρη Καβράκο. Σίγουρα μαέστροι όπως ο Alberto Zedda και ο Gianluigi Gelmetti ή σκηνοθέτες όπως ο Ponnelle ή ο Piere Luigi Pizzi είναι σταθμοί.

 

«Π»: Τί θα σας μείνει αξέχαστο από τις μεγαλύτερες σκηνές όπου έχετε πρωταγωνιστήσει σε όλα τα μέρη του κόσμου;
ΑΝΤ.Κ.: Δύο πολύ εντυπωσιακά θέατρα, το Bunkakaikan στο Τόκυο της Ιαπωνίας, θέατρο μοντέρνο μεν, με εκπληκτική ακουστική δε, χωρητικότητας 3.500 θέσεων, όπως επίσης το θέατρο όπερας της Ρώμης, αγαπημένη πόλη, και το θέατρο Όπερας της Βαρσοβίας στην Πολωνία λόγω μεγέθους – απλά τεράστιο!

 

«Π»: Ποιόν τενόρο αγαπάτε;
ΑΝΤ.Κ.: Ο τενόρος που μ’ έκανε ν’ ασχοληθώ με την όπερα, ο Giuseppe di Stefano. Στη συνεχεία οι εξαιρετικοί Beniamino Gigli, Tito Schipa, Fritz Wunderlich, Nicolai Gedda και ο δάσκαλός μου William Matteuzzi.

 

«Π»: Θα συμβουλεύατε τα παιδιά σας ν’ακολουθήσουν τα βήματά σας; Είστε ευχαριστημένος από τον χώρο;
ΑΝΤ.Κ.:: Θα συμβούλευα τα παιδιά μου να κάνουν ό,τι η καρδιά τους θελήσει! Εάν αυτό έχει να κάνει με την τέχνη αυτή, φυσικά και θα τα υποστηρίξω καθώς η ενασχόληση με το είδος αυτό είναι ένα εκπληκτικό ταξίδι ζωής… Μα σίγουρα ευχαριστημένα επαγγελματικά δεν θα μπορούν να είναι στην Ελλάδα καθώς ο χώρος είναι και περίεργος και «στενός». Όμως η ενασχόληση με τη μουσική είναι ό,τι καλύτερο για την ανθρώπινη ύπαρξη και ψυχή.

 

«Π»: Ποιά η σχέση σας με την ψαλτική τέχνη;
ΑΝΤ.Κ.: Φυσικά η ψαλτική τέχνη είναι μία εκπληκτική τέχνη την οποία θαυμάζω. Έχει να κάνει βέβαια με το Λόγο του Κυρίου και πώς Αυτός αποδίδεται. Σαφώς με απασχολεί καθημερινά καθώς μετέχω των Αχράντων μυστηρίων με πολύ πίστη κι ως εκ του του θαυμάζω και υποστηρίζω την τέχνη που έχει να κάνει με το χώρο αυτό. Όμως δεν ξεχνώ ποτέ πως αποτελεί απλά και μόνο ένα εργαλείο έκφρασης και αποτύπωσης της πίστης κι όχι μέσο φωνητικής ή γνωστικής προβολής.

 

«Π»: Μελλοντικά σχέδια;
ΑΝΤ.Κ.: Μελλοντικές συνεργασίες άμεσα, πολλές συναυλίες σε Ελλάδα κι εξωτερικό με προγράμματα που αφορούν την όπερα και την ελληνική μουσική.