Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

Άσπρα Βότσαλα…Γράφει ο Τάσος Πασπάλας

Ήταν Αλκυονίδες μέρες. Ήταν οι μέρες του χειμώνα κοντά στις γιορτές των Χριστουγέννων. Είχα ανάψει το τζάκι και πλάι στον καναπέ, είχα τον ποιητή και στιχουργό Άκο Δασκαλόπουλο, (Πού ‘ναι τα χρόνια – Βρέχει πάλι απόψε – Δίχως την καρδούλα σου – Γειτονάκι μου – Δεν σου γύρεψα μαχαίρι – Το πουκάμισο το θαλασσί – Το σακάκι μου κι αν στάζει – Μέσα στα μαύρα σου κυρά μου τα μαλλιά…) και άλλα πολλά. Έβλεπα τα μελιά του μάτια και το διαπεραστικό του βλέμμα να τρυπά το τζάμι και να απολαμβάνει το λαμπερό προμήνυμα της άνοιξης – τις Αλκυονίδες μέρες.
Το ‘βλεπα, απολάμβανε το πυρωμένο τζάκι και οι αισθήσεις του, γεύονταν την οικογενειακή θαλπωρή και τη μοσχοβολιά του Κυριακάτικου φαγητού. Η παράδοση λέει πως οι Αλκυονίδες μέρες, γίνονται για να γεννήσει και να κλωσήσει τα αυγά του το μικρόσωμο και πολύχρωμο θαλασσοπούλι Αλκυών.
Έμοιαζε ήρεμος, τα κουραμπιεδάκια και το σπιτικό λικέρ προσπαθούσαν να ζεστάνουν το πνεύμα της παρέας. Υπήρχε αμηχανία. Δεν ήξερα πώς να ξεκινήσω και τί να πω. Να πω για κομπιούτερ και για προγράμματα; Να μιλήσω για οικονομία και για επιχειρήσεις; Να πω για την πολιτική; Να πω για τα παιδικά μου χρόνια; Για τα περιβόλια του πατέρα και τις ντομάτες; Αυτές τις ταπεινές χιλιοειπωμένες ιστορίες που από το πολύ πες πες είχαν ξεφτίσει;
Αρχίζω το λοιπόν, με κάτι ακαταλαβίστικους πληθυντικούς που τους τουμπάριζα γρήγορα σε ενικό, κάνω λίγα βηξίματα, λίγα χαχανίσματα, που θα πάει λέω, κάπου θα τσιμπήσει ο ποιητής. Συνέχισα με τα σεις και με τα σας, μα το ψάρι δεν έβγαινε απ’ το θαλάμι. Τίποτα λέω, θα αλλάξω δόλωμα, θα βάλω δόλωμα Φαραώ, από τα ακριβά, από εκείνα που τσιμπάνε τα εκλεκτά ψάρια. Άμα σε αγκιστρώσω ποιητή, δεν μου ξεφεύγεις μετά, κάνω με πείσμα -ε ίχα το λόγο μου εγώ. Συμπληρώνω στο ποτήρι λικεράκι και το μάτι μου πέφτει πάνω στην τσάκιση που είχε το μπλουτζίν παντελόνι του. Μόλις είδα την τσάκιση χαλάστηκα, ούτε το λικεράκι σκέφτηκα με σώζει, ούτε τα κουραμπιεδάκια και χωρίς δεύτερη σκέψη κατεβάζω τα κρασοπότηρα. «Αν θες να κλείνεις εύκολα τις δουλειές σου – μου είχε πει ένας μπασμένος έμπορας – «να έχεις ψυγείο δίπλα στο γραφείο σου με παγάκια και μια μπουκάλα ουίσκι». Εγώ το βιολί μου, συνέχιζα να μην κατανοώ την τσάκιση στο μπλουτζίν του ποιητή. Από την άλλη, δεν μου πήγαινε να τον ποτίσω ουίσκι. Κάνω εβίβα με τα κρασοπότηρα, στριφογυρίζω την πετονιά και του αμολάω ίσα πάνω του τον Φαραώ.
«Αχ! Όσο χρόνια κι αν περάσουν», – κάνει με βαθύ αναστεναγμό μόλις κατέβασε το κρασοπότηρο – «δεν μπορώ να ξεχάσω την Ψαριανή». Εκείνη τη στιγμή αισθάνομαι ένα δυνατό τράνταγμα στο χέρι και τον Φαραώ παραδομένο στην λαίμαργη φαντασία του. Δεν είχα καταλάβει ποια ήταν η Ψαριανή, μα κατάλαβα πως είχε δαγκώσει για καλά το δόλωμα. «Εδώ σε έχω φίλε ποιητή», κάνω μέσα μου και μύρισαν θάλασσα κι αλμύρα τα λόγια του, καθώς σπαρτάραγε στο στόμα του ο Φαραώ.
Λίγο λίγο τραβούσα την ψυχή του στη στεριά και άκουγα τα κύματα και τις πέτρες να τρίζουν, καθώς έφτανε το νερό στα μουσκεμένα μας πόδια. «Πες μου Άκο» – του κάνω, χωρίς εκείνους τους πληθυντικούς που τους τουμπάριζα σε ενικό, «μίλα μου για την Ψαριανή». Άρχισε η γλώσσα του να γλιστρά πάνω σε λόγια πονετικά, ερωτικά, τρυφερά για το κατακόκκινο τρεχαντήρι του. «Το ’67 έχασα την όραση από το ένα μου μάτι σε αυτοκινητικό δυστύχημα. Τον επόμενο χρόνο, τον Μάρτη του ’68, πήρα ένα τρεχαντήρι που το ονόμασα Ψαριανή. Η Ψαριανή, έγινε η κύρια κατοικία μου, μέσα στην κοιλιά της μάνας μου και στην κοιλιά της Ψαριανής πέρασα τα ομορφότερα χρόνια της ζωής μου, όλα αυτά, μέχρι το ’82. Τραβούσα σιγά σιγά τον Φαραώ και ο ποιητής ερχόταν όλο και πιο κοντά μου. Μου μίλησε για ταξίδια, για θάλασσες και για απάτητες στεριές, για αγκαλιές θαλασσινές για έρωτες φλογερούς σαν την κάψα του Ιούλη και άγριους σαν τα μελτέμια του Αυγούστου. Και όσο τραβούσα τον Φαραώ τόσο έφερνα κοντά μου τον ποιητή.
«Άκο», τον διακόπτω απότομα, -είχε έρθει πλέον η στιγμή, να πάρω αυτό που από την αρχή ζητούσα, στο στόμα του συνέχιζε να βρίσκεται γαντζωμένος ο Φαραώ. «Θέλω να μου περιγράψεις» – του κάνω ανυπόμονα, σαν να ήθελα να του αποσπάσω κάποιο μεγάλο μυστικό, «την στιγμή της έμπνευσης, την στιγμή που εκρήγνυται το ηφαιστείου ενός ποιητή, θέλω να μου πεις ποιες ήταν οι εικόνες και τα συναισθήματα που σε προκάλεσαν να γράψεις ένα από τα γνωστά σου αριστουργήματα». Γύρισε το κεφάλι προς το σημείο που έμπαινε το πρώτο φως της άνοιξης και με βλέμμα χαμένο στο παρελθόν, μου λέει:
Ήταν απόγευμα Κυριακής, είχαμε πάει στην παραλία της Κερατέας, ο ήλιος θαμπός, απόμακρος, μελαγχολικός, φθινοπωρινός, έτοιμος να βουτήξει στο νερό σαν πυρωμένο κέρμα σε ξέχειλο ποτήρι. Η σχέση μας, βρισκόταν στα χαλάσματα. Τράβηξα κάτω στο ακρόχειλο, εκεί που σπρώχνει η θάλασσα τη στεριά και τρίζουν οι γιαλόπετρες. Εκείνη έστεκε πίσω, συντετριμμένη, είχε καθίσει καταγής να κοιτά πέρα στο ακροούρανο την δύση μίας σχέσεις. Έσκυψα, πήρα μερικά βότσαλα στα χέρια και τα σφεντόνισα στον ήλιο, γύρισα το βλέμμα μου πίσω, την κοίταξα και είπα: «Άσπρα βότσαλα στον ήλιο και στην θάλασσα, την καρδιά μου Κυριακάτικα την χάλασα».
Γέμισα τα κρασοπότηρα, κοίταξα όρτσα τον ποιητή και πρύμα την τσάκιση στο παντελόνι. «Στην υγεία σου ποιητή», είπα.
Και τι δεν θα ‘δινα, να έβλεπα τον κόσμο με το ένα του μάτι, ακόμη κι αυτό, το χαλασμένο.
Υ.Γ. Τον επόμενο χρόνο, ο Άκος Δασκαλόπουλος στα 61 του χρόνια έφυγε ήρεμος, στον ύπνο, από καρδιακή προσβολή. Το δικάταρτο ιστιοπλοϊκό σκάφος που είχε τα τελευταία χρόνια, άλλαξε χέρια, κι απέκτησε κατά σύμπτωση το όνομα «Αλκυών».