Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

Δύο Ντοκιμαντέρ από το πρώτο κανάλι της ΕΡΤ (μέρος 2ον)

Γράφει ο Γ. ΧΡΥΣΟΠΟΥΛΟΣ

Στο προηγούμενο άρθρο μου με τον ίδιο τίτλο έγραφα για τα Γερμανικά Τάγματα Ασφαλείας, ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των μελών τους ενσωματώθηκε στα Τάγματα Εθνοφυλακής Αμύνης (ΤΕΑ), που συνέστησε η Ελληνική Κυβέρνηση. Και από τους υπόλοιπους, όσοι δεν κατέλαβαν υψηλές θέσεις στον κρατικό μηχανισμό, εντάχθηκαν στο Παρακράτος. Για να καταλάβουν οι νεότεροι το μέγεθος της δύναμης που αντλούσαν οι ΤΕΑτζήδες από την ιδιότητά τους αυτή, θα καταγράψω εδώ ένα συνταρακτικό για τον γράφοντα περιστατικό.

να παιδί από το χωριό μας, ο Παναγιώτης, κλήθηκε στο στρατό για να υπηρετήσει τη θητεία του. Εκεί τον έκαναν Ανθυπολοχαγό, μετά από φοίτηση στην αντίστοιχη Σχολή. Υπηρέτησε σε κάποια Μονάδα και μερικούς μήνες πριν από τον απόλυση διατάχθηκε από την προϊσταμένη του Αρχή, ν’αναλάβει επικεφαλής μιας Μονάδας ΤΕΑ σε χωριό της Μακεδονίας. Συνηθιζόταν αυτό, όταν οι έφεδροι Αξιωματικοί πλησίαζαν στην απόλυση.
Το Δεκέμβριο του 1950, ένα χρόνο μετά το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου μας έφεραν τον Παναγιώτη με στρατιωτικό αυτοκίνητο, μέσα σε φέρετρο. Τί, γιατί, πώς; Πάγωσε το χωριό. Δυστύχημα; Θα έπρεπε να έχει εκδορές, μώλωπες, κάτι. Ποιός θα μας ενημερώσει;
Μετά από δυο τρεις ημέρες, ο Πρόεδρος του χωριού επισκέπτεται τους γονείς του.
– Το Γενικό Επιτελείο Στρατού με εξουσιοδοτεί να σας ενημερώσω. Τον Παναγιώτη τον σκότωσαν οι αντάρτες σε ενέδρα που του έστησαν!
Τα ερωτηματικά χόντρυναν. Ήρθαν από το εξωτερικό αντάρτες μετά από χρόνο φυγής, για να σκοτώσουν έναν έφεδρο Αξιωματικό, ο οποίος ούτε καν είχε πάρει μέρος στον εμφύλιο σπαραγμό!
Μετά από λίγο χρόνο, ήρθε ο συγχωριανός ο Ντίνος από τη Λάρισα, όπου είχε υπηρετήσει τη θητεία του. Εκεί συνηπηρετούσε μαζί με ένα παιδί που καταγόταν από το χωριό της Μακεδονίας όπου σκοτώθηκε ο Παναγιώτης. Όταν αυτό το παιδί έμαθε από τον Ντίνο ότι καταγόταν από το ίδιο χωριό του Παναγιώτη, τον ενημέρωσε σχετικά. Και ο Ντίνος μάς έφερε τις πληροφορίες:
– Ό,τι σας είπαν για το θάνατο είναι ψευδέστατα. Ο Παναγιώτης πήρε εγκύκλιο διαταγή του Γ.Ε.Σ. «Ο εμφύλιος τελείωσε πριν ένα χρόνο. Στο εξής απαγορεύεται η χρήση των όπλων στο αστείο, στο γλέντι, στο κυνήγι, γιατί εγκυμονεί κινδύνους. Οι μη συμμορφούμενοι θα τιμωρούνται κατά τα προβλεπόμενα.»
Και έγινε. Δύο από τους ανυπάκουους, τους τιμώρησε με πειθαρχείο μιας νύχτας. Θίχτηκαν. Είναι δυνατόν! Εμείς που δέκα χρόνια τώρα δέρνουμε, βιάζουμε, σκοτώνουμε, αρπάζουμε χωρίς κανένας να μας προσάψει μομφή να μας βάζει στο πειθαρχείο ένα παιδαρέλι!
Ορμήνεψαν μια κοπέλα να πάει στο καφενείο και να πει στον ευρισκόμενο εκεί Παναγιώτη, ότι, να, στους θάμνους εκεί κρύβονται κάποιοι. Μήπως είναι Αντάρτες;
Πήρε το Τόμινγκτον από το παρακείμενο σπίτι όπου διέμενε και μόνος πήγε προς τα εκεί. Μόνος του! Ήταν άφοβο παιδί. Δεκαπεντάχρονος στη μεγάλη πείνα του ‘41, μαζί με δύο συνομηλίκους του μπήκαν σε Γερμανικό Πολεμικό καράβι, στο λιμάνι της Πάτρας και πήραν τρόφιμα.
Όταν έξι χρόνια μετά την αποχώρηση των Γερμανών, οι εδώ συνεργάτες τους συνεχίζουν να σκοτώνουν, όταν το Γενικό Επιτελείο Στρατού μπροστά σε ένα τέτοιο συμβάν, τη δολοφονία ενός αξιωματικού του, υποβάλλει τα σέβη του στους φονιάδες, κρύβεται, φοβάται (1) και φτάνει στο σημείο να πει ψέματα στην πονεμένη οικογένεια του νεκρού, τί μπορεί να περιμένει κανείς από τη μετεμφυλιακή πορεία της χώρας;
Να αναφερθώ και στα όσα θυμάμαι για τη δράση κάποιων νυχτυπερπατούντων. Δεν έμαθα ποτέ πώς ξεπήδησαν στην περιοχή μας, μεταξύ Αιγίου – Πατρών, κάποιες ομάδες ένοπλες, οι οποίες ενεργώντας πάντα νύχτα σκότωναν, βίαζαν, άρπαζαν, κατέστρεφαν και άλλα τέτοια. Αντλούσαν κάποια δύναμη από υψηλότερα ιστάμενους; Ποιός τους προμήθευε όπλα; Ανήκαν στην ομοταξία των παρακρατικών;
Ίσως υπήρχε κάποια συνεργασία με το Αστυνομικό Τμήμα του διπλανού χωριού. θα αναφέρω μερικά περιστατικά από τη δράση τους.
Το χωριό μου, όπως και πολλά άλλα γύρω μας, φαίνεται ότι βρέθηκε μακριά από τα μέρη εκείνα όπου η αντίσταση είχε πάρει διαστάσεις μεγάλες. Δεν ενίσχυε με παιδιά του τις αντάρτικες ομάδες. Τρία άτομα είχαν εκφράσει τη συμπάθειά τους για το αντάρτικο, ο Βασίλης, ο Νίκος και ο Λάμπης.
Όταν κατάλαβαν ότι από αυτή την εκδήλωση συμπάθειας κινδύνευαν να την πληρώσουν με τη ζωή τους, τη νύχτα δεν κοιμόντουσαν στο σπίτι τους.
Μια νύχτα, οι δολοφόνοι πήγαν στο σπίτι του Λάμπη και αφού δεν τον βρήκαν εκεί, σκότωσαν τον αδελφό του, ένα νέο παιδί.
Μια άλλη νύχτα πήγαν σε σπίτι όπου διέμεναν τέσσερα αδέρφια, δύο αγόρια και δύο πανέμορφα κορίτσια. Άρπαξαν τα δύο αγόρια, τα έδεσαν κάπου μακριά από το σπίτι και βίασαν τις κοπέλες.
Από τότε δεν ξαναείδαμε τα δύο κορίτσια και το ένα αγόρι. Υποθέτουμε ότι δεν άντεχαν να ζούνε σε ένα τόπο όπου έπεσαν θύματα τέτοιου ειδεχθούς εγκλήματος από ομάδα κτηνών, στην οποία ίσως συμμετείχαν και συγχωριανοί! Ο άλλος αδελφός επίσης έφυγε και εγκαταστάθηκε στην Πάτρα, όμως κατ’αραιά χρονικά διαστήματα έρχεται να πει μια καλημέρα σε φίλους.
Να αναφέρω και μια περίπτωση, που δεν την έζησα από κοντά ο ίδιος, αλλά την παρακολούθησα τότε από τις εφημερίδες και την ξαναθυμήθηκα τελευταία διαβάζοντας στο βιβλίο «Εχθρός εντός των Τοιχών», γραμμένο από τους Ιάκωβο Μιχαηλίδη, Ηλία Νικολακόπουλο και Χάγκεν Φλάισερ. Του πρώτου δεν γνωρίζω την ειδικότητα. Ο δεύτερος και ο τρίτος είναι καθηγητές σε ελληνικό πανεπιστήμιο.
Ο Ξενοφών Γιοσμάς έγινε γνωστός στο ευρύ κοινό από τη δράση του στην περίπτωση της δολοφονίας του βουλευτή Γρηγόρη Λαμπράκη. Τα αναφερόμενα γι’αυτόν στο ανωτέρω βιβλίο καταλαμβάνουν 17 σελίδες. Θα μπορούσαν να είναι 1.017.
Από τα Αρχεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης: Στις 26 Οκτωβρίου 1944, ο Γιοσμάς διέφυγε στη Γερμανία και επιστρέφοντας το 1947 βρέθηκε ενώπιον της Δικαιοσύνης, η οποία τον είχε ήδη καταδικάσει ερήμην σε θάνατο κηρύσσοντάς τον ένοχο «του ότι…κατετάγη εις τον Γερμανικό Στρατό προαχθείς εις τον βαθμό του Ανθ/γού δια τας υπ’αυτού προσφερθείσας υπηρεσίας εις τον κατακτητήν, περιεφέρετο με γερμανικήν στολήν, ηργάζετο ως δημοσιογράφος εις την Γερμανικήν προπαγάνδα, υπηρετεί εις το Γραφείο Τύπου του Πούλου, άλλος ιδίου φυράματος, εξέδιδε διαφόρους προκηρύξεις προπαγανδιστικού περιεχομένου υπέρ των Γερμανών, ως και διαφόρους εφημερίδας των Ταγμάτων Ασφαλείας.»
Με κάποιο διάταγμα της 7/4/1950, ο βασιλιάς Παύλος του απένειμε χάρη μετατρέποντας τη θανατική ποινή σε 20 χρόνια πρόσκαιρα δεσμά. Το Νοέμβρη του ίδιου χρόνου, Ειδικό Δικαστήριο με κάποια τερτίπια νομικά τον απέλυσε. Οπότε και συνέχισε την «εθνωφελή δράση του», όπως λένε οι ανωτέρω καθηγητές. Έφτασε να διοριστεί από το 1953-1961 σε δημόσια Υπηρεσία, ενώ παράλληλα ίδρυσε το 1960 τον Σύνδεσμο Αγωνιστών και Θυμάτων Εθνικής Αντίστασης (!) Βορείου Ελλάδος, του οποίου τα μέλη έφτασαν τις 40.000. Μέλη αυτής της Οργάνωσης, το 1961, με οδηγίες του Αρχηγού (Γιοσμά) σκότωσαν τον βουλευτή Γρηγόρη Λαμπράκη και τραυμάτισαν βαριά το βουλευτή Γ. Τσαρουχά.
Το απίστευτο είναι ότι το Συμβούλιο Εφετών ενώ στο σκεπτικό «υπήρξε καταπέλτης… σκιαγραφώντας με τα μελανότερα χρώματα…» τους επιβάλλει ποινή κάθειρξης ενός έτους «…για απλή διατάραξη της κοινής ειρήνης…». Χαδάκια δηλαδή!
Κατά το χρόνο αυτό, το 1961, Πρωθυπουργός ήταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο οποιος μετά τη δολοφονία διατύπωσε το ερώτημα: «Με ποιός κυβερνά αυτή τη χώρα;» Όσοι τον είχαμε αξιολογήσει ως δυναμικό Κυβερνήτη, ελπίσαμε. Δεν μας δικαίωσε. Δεν θυμάμαι αν εκείνη την εποχή έφυγε για το Παρίσι ή αργότερα. Έμεινε μακριά από τη χώρα μέχρι την πτώση της χούντας.