Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

Η ζωή και το έργο του Γιάννη Βλαχογιάννη ,του Γ. Μασούρα

Έλληνας ιστοριοδίφης και λογοτέχνης. Γεννήθηκε στη Ναύπακτο από όπου πήρε και το φιλολογικό του ψευδώνυμο «Γιάννης Επαχτίτης», καταγόταν, από τον πατέρα του, από οικογένεια Ρουμελιωτών που έδρασαν στον Αγώνα, και από τη μητέρα του από οικογένεια Σουλιώτικη. Η διπλή αυτή καταγωγή, τον έστρεψε από την αρχή σε θέματα ιστορικά και άλλα που σχετίζονται με την Επανάσταση του ‘21.

Μετά το Γυμνάσιο, γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο αλλά διέκοψε τις σπουδές του. Αυτό δεν τον εμπόδισε να εξελιχθεί με τη μελέτη σε έναν από τους επιφανέστερους φυσιοδίφες μας. Η παράλληλη λογοτεχνική του προσπάθεια έδωσε νωρίς τους καρπούς της.
Το 1893 δημοσίευσε την πρώτη συλλογή διηγημάτων του με τον τίτλο «Ιστορίες». Άλλα έργα του, πεζού λόγου, είναι ο «Πετεινός» (1914), η «Πεταλούδα» (1920), «Οι γύροι της ανέμης» (1923), ο «Έρμος Κόσμος» (1923), Λόγοι και Αντίλογοι (1930), Μεγάλα Χρόνια (1930), «Τα παλικάρια τα παλιά» (1931). Τα περισσότερα από τα διηγήματά του περιέχονται σε αυτούς τους τόμους, είναι εμπνευσμένα από τον απελευθερωτικό αγώνα της Ελλάδας και δίνουν παραστατικά και ανάγλυφα το χαρακτήρα, τα βιώματα, τα πάθη, τα ήθη και έθιμα της γενιάς που προετοίμασε και πραγμάτωσε την Επανάσταση του 1821.
Αλλά εκεί που ο Βλαχογιάννης επιτέλεσε σπουδαιότερο έργο είναι ο ιστοριοδιφικός τομέας και γενικά ηέρευνα γύρω από θέματα της νεώτερης ελληνικής ιστορίας.
Το 1901 δημοσίευσε το Αθηναϊκό Αρχείο, το 1907 τα Αρχεία Μακρυγιάννη σε δύο τόμους, από τους οποίους ο ένας περιλαμβάνει τα απομνημονεύματα του θρυλικού αγωνιστή, το πεντάτομο Χιακόν Αρχείον (1910-1924), τα απομνημονεύματα Σπυρομήλιου (1926), την Ιστορική Ανθολογία (1927) και τέλος τα στρατιωτικά «Ενθυμήματα του Κασομύλη». Η ιστοριοδιφική προσφορά του Βλαχογιάννη θεωρείται πολύτιμη. Είναι «ωσάν να άνοιξε ένα μεγάλο και ολόφωτο παράθυρο στον κόσμο του εικοσιένα». Έφερε στην επιφάνεια άγνωστες πτυχές του Αγώνα και έναν ανεξάντλητο πλούτο από στοιχεία που παρέμειναν θαμμένα μέσα στο αρχειακό υλικό. Εκατοντάδες, εξάλλου, είναι τα άρθρα, οι επιφυλλίδες και οι «ανακοινώσεις» που δεν έπαψε να δημοσιεύει επί χρόνια σε εφημερίδες και περιοδικά, μαζί με τη σημαντικότατη μελέτη για τους «Κλέφτες του Μοριά» και μια ημιτελή βιογραφία του Καραϊσκάκη, που δημοσιεύθηκε μετά το θάνατό του.
Σπουδαιότατη υπήρξε και η προσφορά του στα «Γενικά Αρχεία του Κράτους», που συστάθηκαν (1914) με τις επίμονες ενέργειες του και τα οποία διήυθυνε ως το 1937. Συγκέντρωσε σε αυτά ιστορικό υλικό που ήταν κατασπαρμένα σε ιδιωτικές βιβλιοθήκες, σε σπίτια, ακόμα και σε μαγαζιά, παντοπωλεία και αλλού, καταδικασμένα να εξαφανιστούν για πάντα. Άφησε πλουσιότατο ιδιωτικό αρχείο, που περιέχει πολύτιμα έγγραφα και άλλα ιστορικά ντοκουμέντα. Τιμήθηκε με το «Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων».
Ο Βλαχογιάννης, όταν ήρθε στην Αθήνα για σπουδές στη φιλολογία, γνώρισε τον Κ. Παλαμά και άλλους νέους λογοτέχνες της εποχής του και στάθηκε ένας από τους πιο συνεπείς μαχητές του δημοτικισμού, ένας από τους καλύτερους δουλευτές της δημοτικής γλώσσας. Ανάστησε με όλο του το έργο τους απλούς και ηρωικούς ανθρώπους που αγωνίστηκαν για την απελευθέρωση της χώρας στην επανάσταση του 1821. Με το λογοτεχνικό και ιστορικό του έργο διάσωσε από τη λησμονιά στην οποία είχαν ρίξει και παρουσίασε την εποποιία του 1821 και αγωνίστηκε ο ίδιος σ’όλη του τη ζωή για τη μόρφωση του λαού με το ηρωικό πνεύμα της Επανάστασης, για την αξιοποίηση της ιστορίας του λαού, για την εθνική του γλώσσα.
Το έργο του Βλαχογιάννη είναι λογοτεχνικό και ιστοριοδιφικό. Το θέμα του ήταν ένα: το 1821, ο Αγώνας του λαού για τη λευτεριά του. Ο μεγάλος ποιητής Άγγελος Σικελιανός, χαρακτηρίζοντας το έργο του Βλαχογιάννη σε ποίημά του που έγραψε στο θάνατό του, τον παρουσιάζει σαν το Διγενή του Δημοτικού τραγουδιού, που μαζεύει γύρω στο νεκρικό του κρεββάτι τους ανδρειωμένους για να τους αφήσει την τελευταία του παραγγελία:
«Μια ορμήνεια θέλω να τους πω και βιάζομαι να φύγω:
Τη Λευτεριά, τη Λευτεριά, τη Λευτεριά ως τα ύψη.
Τη Λευτεριά ως το θάνατο, τη Λευτεριά ως τον Άδη
κι απέκει τ’άλλα είναι καλά, απάνου ή κάτου κόσμος.»
Σ’όλη του τη ζωή, ο Βλαχογιάννης συγκέντρωσε τη γραφτή και προφορική παράδοση του 1821, τα ιστορικά ντοκουμέντα του αγώνα. Τα αγόραζε ο ίδιος από χέρια ιδιωτών, τα έβρισκε στην αγορά όπου χρησιμοποιούνταν για χαρτί περιτυλίγματος και τα πλήρωνε κόβοντας από το ψωμί του για να μη χαθούν. Έτσι έσωσε πολύτιμα ντοκουμέντα του Αγώνα από την εξαφάνιση και την καταστροφή.
Το υλικό αυτό το αξιοποιούσε και λογοτεχνικά παρίνοντας απ’αυτό τα θέματα των διηγημάτων του και ιστορικά γεγονότα για να παρουσιάσει το πραγματικό Εικοσιένα, τις ηρωικές μορφές των αγωνιστών του.
Το καθαρά λογοτεχνικό του έργο είναι τόμοι διηγημάτων του εμπνευσμένοι από την ηρωική ιστορία του λαού. Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα στα 1893 με έναν τόμο διηγημάτων που είχε τίτλο «Ιστορίες του Γιάννου Επαχτίτη» και στη συνέχεια τύπωσε τα αφηγήματά του, διηγήματα και νουβέλες σε συλλογές με τους τίλους «Πετεινός», «Έρμος Κόσμος», «Του Χάρου ο Χαλασμός» κ.α.
Στα έργα του ζωντανεύει το Σούλι, την Κιάφα, το Ζάλογγο, το Μεσολόγγι, κάθε τόπο και κάθε άγνωστο λαϊκό ήρωα και ηρωισμό. Με όλο του το έργο, ο Βλαχογιάννης διδάσκει την ηρωική αντίληψη της ζωής, κι αυτήν προβάλλει ανεξάρτητα αν δεν μπόρεσε να την δει και να την προεκτείνει στη σύγχρονή του εποχή, στα ηρωικά γεγονότα της εποχής του.
Ο Γιάννης Βλαχογιάννης δημοσίευσε το 1893 τρία διηγήματα με το ψευδώνυμο Γιάννης Επαχτίτης, που προκάλεσαν την προσοχή του Παλαμά.
Όπως είπαμε, ο Βλαχογιάννης ασχολήθηκε και με την ιστοριοδιφία, έσωσε από τη φθορά πολλά αρχεία της Επανάστασης του 1821 και μας έδωσε ανάμεσα στ’άλλα την υποδειγματική έκδοση των Απομνημονευμάτων του Μακρυγιάννη.
Πολλά από τα διηγήματά του (ιδίως μερικά συντομότερα, γραμμένα για παιδιά) ζωντανεύουν «τα Χρόνια τα παλιά», το Εικοσιένα και τους αγώνες των Σουλιωτών. Είναι όλα γραμμένα στη δημοτική χωρίς συμβιβασμούς, τα πρώτα μάλιστα δέχονται και πολλούς ρουμελιώτικους ιδιωματισμούς αλλά πάλι επιτηδεύονται μια ρυθμική πρόζα. Στα καλύτερα του μεταγενέστερα διηγήματα δίνει πολύ έντεχνα λεπτές ψυχολογικές αποχρώσεις, όπως τον πρώτο παιδικό έρωτα στον «Πετεινό» (1914) ή την αφοσίωση ενός λαϊκού Καραγκιοζοπαίκτη στην τέχνη του από τα ωριμότερά του («Της Τέχνης τα Φαρμάκια» 1935).
Παρουσιάζουμε ένα από τα καλύτερα διηγήματα του Βλαχογιάννη που ζωντανεύει την ηρωική εποχή του 1821.
Από τα χαρακτηριστικότερα είναι το διήγημα «Έτσι ήτανε». Το θέμα του είναι η ανάμνηση της ηρωικής εξόδου του Μεσολογγιού. Ένας γέρος αγωνιστής που πήρε μέρος στην Έξοδο, στο κρεβάτι πια, σηκώνεται με την παρακίνηση του εγγονού του για να πάει να δει πώς γιορτάζανε οι απόγονοι την ηρωική αυτή επέτειο. Περνάει η Έξοδος, του φωνάζει του εγγονού του: «Αυτός ο λόγος χτύπησε το γέρο αλόκοτα… ο νους του σάλεψε ξαφνικά.» Έφτασα! Τ’άρματά μου! Ορθός τινάχτηκε σα παλικάρι, ανάλογος, ανάμαλλος, ζώστηκε το σπαθί και βγήκε. Μα ο γέρος δεν αναγνωρίζει σ’αυτή τη γιορτή εκείνο που πραγματικά ήταν η Έξοδος. Ακούει κάποιον που έβγαζε έναν ατέλειωτο λόγο, που ο γέρος δεν τον καταλάβαινε. Φεύγει, φωνάζοντας πως δεν ήτανε έτσι η Έξοδος. Στο δρόμο για το σπίτι, ακούει έναν τυφλό γέρο που λέει, συνοδεύοντας με τη λύρα του, ένα θλιμένο τραγούδι, το μοιρολόι του Μεσολογγιού. Αυτό το τραγούδι, το βγαλμένο από τη λαϊκή ψυχή συγκίνησε κατάβαθα το γέρο. Σ’αυτό το τραγούδι, θυμήθηκε κι έφερε στο νου του την πραγματική Έξοδο, όπως την είχε ζήσει ο ίδιος! Και φώναξε τότε: «Να, ωρέ, έτσι ήτανε!»
Το νόημα της αφήγησης του Βλαχογιάννη είναι πως τα πραγματικά γεγονότα τα αλλοιώνουν, δεν τα τιμούν έτσι όπως πρέπει, σβήνουν την ουσία τους, τους παίρνουν την ψυχή και τα παρουσιάζουν άψυχα και αντίθετα απ’ό,τι πραγματικά ήταν. Τα κάνουν λιτανείες, επίσημους λόγους που δεν έχουν καμία σχέση με την ουσία των γεγονότων που γιορτάζονται.
(Πηγές: 1. Περικλής Καλοδίκης «Η Νεοελληνική Λογοτεχνία, Τόμος Δεύτερος, Εκδ. Gutenberg, σελ. 326-328, 2. Λινού Πολίτη, «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Θ’ Έκδοση, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1998, 3. Μεγάλη Σοβ. Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 5, σελ. 645)