Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

«Παρά θιν’ αλός»(1) , Γράφει ο Νέστορας Χατζούδης

Στη Νάξο για λίγες μέρες, μετά τα πρόσφατα γεγονότα (προεκλογικά- εκλογικά – μετεκλογικά) και θυμήθηκα ότι το πρώτο άρθρο για την οικονομική κρίση το έγραψα σ’ ένα μπαλκονάκι, μερικά μέτρα από την όμορφη ακρογιαλιά της Μουτσούνας με θέα τη θάλασσα που ξανοίγονταν μπροστά μου.

Μάης του 2010 ήταν. Οι δρόμοι και οι πλατείες στην Αθήνα κατακλύζονταν από χιλιάδες αγανακτισμένους που ανενημέρωτοι και παραπληροφορημένοι για το Ποιοι, τα Πώς και τα Γιατί της κρίσης, απειλούσαν να κατεδαφίσουν ακόμα και τη Βουλή (να καεί, να καεί…). Τα κόμματα, συναγωνιζόμενα σε ανευθυνότητα, συνδαύλιζαν την ατμόσφαιρα με τις ανταγωνιστικές κομματικές ιδιοτέλειες τους. Ιδιαίτερα προβληματισμένος και ανήσυχος, παρακολουθούσα από το διαδίκτυο τον παραλογισμό του πολιτικού Συστήματος να κορυφώνεται και ξαφνικά «καρφώθηκε» στο μυαλό μου ο στίχος «ήσυχα κι απλά» του Γιάννη Ρίτσου, που έγινε και ο τίτλος του άρθρο που αμέσως έγραψα. Θεωρώ ότι διατηρεί την επικαιρότητά του, όσον αφορά στα κόμματα, και το αναδημοσιεύω.

«…ΗΣΥΧΑ ΚΙ ΑΠΛΑ…»(2)
Το 1949 ο Ποιητής μας (Γιάννης Ρίτσος) από το Στρατόπεδο Πολιτικών Κρατουμένων, μετά την ηρωική, ματωμένη και τραγική δεκαετία του ’40, οραματιζόταν τους Έλληνες, που σήκωσαν το βάρος της Εθνικής Αντίστασης και υπέστησαν τις συνέπειες του πολέμου και της Εμφύλιας Σύγκρουσης, ως ένα «Εμείς», μια Συλλογικότητα που έχει κατακτήσει την ωριμότητα να κουβεντιάζει με απλότητα και ειλικρίνεια για να αντιπαλέψει τις νέες προκλήσεις και δυσκολίες που έβλεπε να έρχονται…
Παραθέτω, από το ποίημα του «Καπνισμένο Τσουκάλι» το «και να, αδερφέ μου» που μελοποίησε το 1975 ο Χ. Λεοντής:
«Και να αδερφέ μου
Που μάθαμε να κουβεντιάζουμε
Ήσυχα, ήσυχα κι απλά.
Καταλαβαινόμαστε τώρα
Δεν χρειάζονται περισσότερα
Και αύριο λέω θα γίνουμε
Ακόμα πιο απλοί .
Θα βρούμε αυτά τα λόγια
Που παίρνουνε το ίδιο βάρος
Σ’ όλες τις καρδιές,
σ’ όλα τα χείλη,
έτσι να λέμε πια
τα σύκα – σύκα
και τη σκάφη – σκάφη.
Κι έτσι που να χαμογελάνε οι άλλοι
και να λένε
«Τέτοια ποιήματα
σου φτιάχνω εκατό την ώρα».
Αυτό θέλουμε κι εμείς.
Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε
για να ξεχωρίσουμε, αδελφέ μου,
απ’ τον κόσμο.
Εμείς τραγουδάμε
Για να σμίξουμε τον κόσμο.»
Και να που, ύστερα από εξήντα ολόκληρα χρόνια και παρά τα όσα βιώσαμε, όχι μόνο ήσυχα κι απλά δεν μάθαμε να κουβεντιάζουμε, αλλά περάσαμε και σε έναν ιδιότυπο ιδεοληπτικό και κομματικό αυτισμό που υπονομεύει κάθε προσπάθεια για στοιχειώδη συνεννόηση και συλλογική αντιμετώπιση ακόμα και εξαιρετικών καταστάσεων – όπως η παρούσα – που απειλούν να συνθλίψουν μεγάλα τμήματα του λαού και ιδιαίτερα τα ασθενέστερα.
Μόνοι μας και με αξιοπρέπεια
Γνωστό το πώς και το γιατί φτάσαμε στη σημερινή κατάσταση. Γνωστές οι τεράστιες ευθύνες των δύο κομμάτων εξουσίας. Τρομαχτικό το μέγεθος του προβλήματος και αποκαλυπτική η διαπλοκή των συμφερόντων, το όργιο της διαφθοράς, της αρπαγής και οικειοποίησης δημόσιου πλούτου. Γνωστό και επιτακτικό ότι πρέπει να βάλουμε ένα τέλος στο οικονομικό, κοινωνικό και περιβαλλοντικό αυτό πλιάτσικο, στο οποίο δεν αντιδράσαμε όπως οφείλαμε, που το ανεχτήκαμε και τελικά, ο καθένας κατά τη μπόρεσή του, το βολεύτηκε. Και αυτό το τέλος σημαίνει και αποχαιρετισμό στη δανεική ευχέρεια που μας επέτρεπε την «καλή ζωή», που την ανακαλύψαμε στο κυνήγι ενός στρεβλού, πέρα από τις πραγματικές ανάγκες μας, καταναλωτισμού. Αυτή η απώλεια μας αγχώνει και μας οργίζει.
Γνωστά λοιπόν όλ’ αυτά. Και το πρόβλημα δικό μας. Κι αντί να καθίσουμε να κουβεντιάσουμε πώς μόνοι μας, με τις δικές μας δυνάμεις, θα αντιμετωπίσουμε την κατάσταση, διασώζοντας την αξιοπρέπεια μας, όσες προτάσεις ακούστηκαν χτυπούν τις πόρτες των ξένων. Ξεχάσαμε πως όταν η «χρεία κουρταλεί τις ξένες θύρες»(3), η βοήθεια είναι τοκογλυφική και ατελέσφορη; Ότι δίνεται μόνον αν πειθήνια τείνουμε το λαιμό για το λουρί με το οποίο θα μας σύρουν πάνω στα αιχμηρά γκρίφια των όρων τους και θα ματώσουμε πάνω από τις αντοχές μας; Κι όμως όπως είναι απόλυτα βέβαιο ότι το σημερινό μας κατάντημα δεν ήταν μοιραίο, άλλο τόσο βέβαιο είναι ότι μπορούσαμε κι ακόμα μπορούμε να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση μόνοι μας και αξιοπρεπώς και να ματώσουμε πολύ λιγότερο.
Αρκεί πρώτα πρώτα να συλληφθούν και να παραδοθούν στη Δικαιοσύνη οι καταχραστές και οι άρπαγες και να δημευθεί η Δημόσια Περιουσία που λήστεψαν. Αρκεί οι εκ συστήματος οφειλέτες να καταβάλουν τα χρωστούμενα. Αρκεί η καταγραφή και ορθολογική διαχείριση του συνολικού μας πλούτου, της περιουσίας μας – δημόσιας και ιδιωτικής – που είναι πολλαπλάσια του χρέους. Αρκεί να σχεδιαστεί μια οικονομική ανάπτυξη που, εκτός από το κέρδος, να στοχεύει και στις πραγματικές ανάγκες των πολιτών εξασφαλίζοντας ικανοποιητική πρόσβαση σε ποιοτικά συλλογικά αγαθά. Αρκεί να οργανώσουμε τη ζωή μας σύμμετρα προς τις υλικές μας δυνατότητες και συμβατά προς τις πολιτισμικές μας αρχές και αξίες.
Αρκεί να καθίσουμε να κουβεντιάσουμε «ήσυχα κι απλά» το πώς θα υλοποιήσουμε τα παραπάνω αυτονόητα. Γιατί μόνο σε μια τέτοια περίπτωση η προσπάθεια υπέρβασης της κρίσης θα αναχθεί σε συλλογικό ζητούμενο και θα συνεγείρει τους πολίτες σε μια μαζική στήριξη ακόμα και με άμεση οικονομική συμβολή που θα κλείσει κατάμουτρα την πόρτα στους σωτήρες τοκογλύφους με τα ληστρικά «σύμφωνα στήριξης» και τα σκιάχτρα των σπρεντς.»

Αυτά έγραφα τότε. Αυτά θεωρούσα ως «αντιμνημονιακή» αριστερή πολιτική και στο νεύμα αυτό κινήθηκαν έκτοτε όλα τα σχετικά άρθρα μου στον «ΠΑΛΜΟ», προσπαθώντας να συμβάλλω στην ανάδειξη του αυτονόητου: ότι το πρόβλημα είναι δικό μας και η αντιμετώπισή του δική μας υπόθεση. Ότι μπορούσαμε να το αντιμετωπίσουμε μέσα σε δυο-τρία χρόνια, με ένα δικό μας Μνημόνιο μέτρων, επιμερίζοντας στο καθένα δίκαια και αναλογικά το κόστος. Γνωστά τα όσα επακολουθήσαν. Η αριστερο-εθνικολαϊκή αντιπολίτευση, που θα εξανάγκαζε τους «τοκογλύφους» να πληρώσουν για την κρίση που «προκάλεσαν τα μνημόνια τους με τους αστούς γερμανοτσολιάδες», δέχθηκε και υπέγραψε τις πρόσθετες δεσμεύσεις του δικού της 3ου, αχρείαστου και επαχθέστερου των Μνημονίων.
Σήμερα, με ομολογημένη την αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ, ο άκρατος λαϊκισμός, αν και ακρωτηριασμένος, επιχειρεί να επιβιώσει πολιτικά με νέα μετάλλαξη σε κομματικό περιτύλιγμα στα χρώματα της πραγματικότητας.
Μένει να δούμε αν η ωριμότητα, που φαίνεται να κερδίζει έδαφος στο κοινωνικό Σώμα, θα επιβάλλει τα αυτονόητα για να βγούμε, το ταχύτερο δυνατό, από τη χρόνια, βαθιά, γενικευμένη κρίση που μαστίζει τη χώρα.
Μουτσούνα 16-7-2019
(1) Η παραλία (Λεξικό Γ. Μπαμπινιώτη)
(2) Εφημ. ΗΧΩ Μάης 2010
(3) Ύμνος προς την Ελευθερία (Δ. Σολωμός)