Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

Ακούστε τη σιωπή , Γραφει ο Βαγγέλης Ντάλης

Κι άλλες προεκλογικές περίοδοι ήταν «βουβές». Είτε γιατί ήταν μετά από συνεχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις, είτε γιατί δεν υπήρχαν μεγάλες πολιτικές διαφορές που θα πυροδοτούσαν πάθη κι εντάσεις, είτε γιατί ήταν σύντομες. Αυτή τη φορά όμως η «παγωμάρα» που επικρατεί έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο.

Ακόμα πιο εντυπωσιακή είναι η αποχή του κόσμου από μεγάλες συγκεντρώσεις κι εκδηλώσεις. Πολιτικοί αρχηγοί δίνουν ομιλίες σε κλειστούς ή ανοιχτούς αλλά ελεγχόμενους χώρους κι υποψήφιοι βουλευτές κάνουν ολιγομελείς μαζώξεις ακόμα και σε βεράντες σπιτιών. Διαφημιστικά σποτ των υποψηφίων που «κατεβαίνουν στο λαό» να «ακούσουν τα προβλήματά του», παρά την επαγγελματική τους σκηνοθεσία δεν μπορούν να κρύψουν το ελάχιστο της ανταπόκρισης του κόσμου ή και την πλήρη αδιαφορία του.
Εξηγήσεις υπάρχουν πολλές αλλά όσες δικαιολογήσεις κι αν κάνουμε δεν θα μπορέσουμε να ερμηνεύσουμε τη σιωπή. Κι αυτή τη σιωπή θα τη βρούμε αργότερα μπροστά μας. Την Κυριακή, οι περισσότεροι θα πάμε να ψηφίσουμε, θα ενδιαφερθούμε ίσως για τα αποτελέσματα και θα τα κρίνουμε αλλά τη Δευτέρα που θα πάμε στη δουλειά μας, λίγοι ενθουσιώδεις ή ρομαντικοί θα νιώθουν μια ευφορία από τα αποτελέσματα. Εξαιρώντας αυτούς που θα έχουν να ωφεληθούν ατομικά και προσωπικά από τη σχέση τους με τη νέα κυβέρνηση, οι υπόλοιποι, κατά πλειοψηφία, θα συνεχίσουν να έχουν τις ίδιες αγωνίες και τα ίδια άγχη για την προσωπική τους επιβίωση και το μέλλον των παιδιών τους.
Ακούσατε σε κανένα προεκλογικό σύνθημα οποιουδήποτε κόμματος τη λέξη ΕΛΠΙΔΑ; Κι όμως ήταν κυρίαρχη στις εκλογές της προηγούμενης τετραετίας αλλά ήταν και πολυχρησιμοποιημένη από τη δεκαετία του ’80 όταν και πρωτοακούστηκε. Υπάρχουν πολλοί υποψήφιοι που υπόσχονται καλύτερες μέρες και πολλοί εκλογείς που θα ψηφίσουν προσδοκώντας κάτι καλύτερο από αυτό που ζούμε σήμερα. Απλά κάτι καλύτερο όμως. Τίποτα που να ανατρέπει τα πράγματα, τίποτα που να δημιουργεί προσμονή για ΑΛΛΑΓΗ. Καλύτερη διαχείριση ίσως, νοικοκύρεμα ίσως, περισσότερη «τάξη κι ασφάλεια» αλλά για να κάνουμε την ίδια ζωή που κάνουμε μέχρι σήμερα. Τίποτα περισσότερο.
Οι εκλογές αυτές δείχνουν να είναι περισσότερο υπόθεση των υποψηφίων παρά των πολιτών. Κι ας είναι οι εκλογές η κορυφαία στιγμή της δημοκρατικής διαδικασίας. Το Πάσχα των πολιτών. Η απογοήτευση είναι διάχυτη κι αυτή οφείλεται στην αναξιοπιστία του πολιτικού συστήματος. Οι πολίτες δεν εμπιστεύονται πιά. Ακούνε αλλά δεν πιστεύουν. Είναι πολλές, πάρα πολλές πιά οι υποσχέσεις που έχουν διαψευσθεί. Οικογένειες που κυβερνάνε μέχρι και τέταρτη γενιά αλλά και νέοι και άφθαρτοι που με την εκλογή τους γρήγορα μεταλάσσονται και γίνονται όμοιοι με όλο αυτό το πολιτικό κατεστημένο που πριν κατηγορούσαν.
Κούφιες υποσχέσεις από βολεμένους, σε θεατές που είναι καταχρεωμένοι. Πάνω από ένα εκατομμύριο πολιτών έχουν κατασχεμένους λογαριασμούς, οι μισοί έχουν ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο χρέος στην εφορία και χιλιάδες είναι αυτοί που αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο να μείνουν άστεγοι μετά τον πλειστηριασμό των σπιτιών τους. Σε τί να πιστέψουν; Στα κόμματα που κυβέρνησαν, διέψευσαν προσδοκίες και τώρα εμφανίζονται αναβαπτισμένα στην πολιτική κολυμβήθρα; Μήπως στα μικρότερα κόμματα που αυτοπροβλήθηκαν ως αντισυστημικά και καινοτόμα κι έκλεισαν το σύντομο βίο τους μετά από αποτυχημένες πολιτικάντικες τακτικές; Και τώρα υπάρχουν τέτοια ως μπαλαντέρ μιας ενδεχόμενης «ακυβερνησίας» αλλά … τα προβλήματα του πολίτη ποιός θα του τα λύσει;
Δυστυχώς, γιατί δεν είναι αυτό το νόημα των εκλογών, η φήφος αυτή θα είναι τιμωρητική. Για να φύγουν αυτοί ή να μην έρθουν οι άλλοι. Για να μην κυβερνήσουν ετούτοι ή εκείνοι. Για την πλειοψηφία που κρίνει κάθε φορά το εκλογικό αποτέλεσμα, δυστυχώς αυτό θα είναι το κριτήριο. Κι όσοι δεν θα πάνε την Κυριακή να φηφίσουν δεν θα είναι όλοι αδιάφοροι ή ανεύθυνοι. Τρόπο για να εκδηλώσουν την απέχθειά τους σε αυτό το πολιτικό σύστημα θα έχουν επιλέξει. Και γίνονται όλο και περισσότεροι. Ίσως και αναδειχθούν σε «πρώτο κόμμα» !
Κι οι νέοι, που δεν έχουν βιώσει τόσες απογοητεύσεις; Η ψήφος τους θα είναι ίσως η ένδειξη για το τί περιμένει τη χώρα τις επόμενες δεκαετίες. Ίσως γνωρίζετε ότι η μουσική ραπ που την προηγούμενη δεκαετία ήταν περιθωριακή, τώρα ακούγεται όλο και περισσότερο. Πολλά τα νεανικά της συγκροτήματα, χιλιάδες οι νέοι που συρρέουν στις συναυλίες της. Το ενδιαφέρον της είναι ότι στον πυρήνα της κι όχι στην εμπορική της εκδοχή, είναι μουσική στίχων. Στίχων αμφισβήτησης, άρνησης, αναζήτησης. Κάθε εποχή έχει και τη μουσική που εκφράζει τη διάθεση των κοινωνικών της τμημάτων. Η δεκαετία του ’70 είχε κοινωνική αμφισβήτηση και πολύ ροκ από τη μια μεριά και γλυκανάλατα τραγουδάκια από την άλλη. Η δεκαετία του ’90 και της γκλαμουριάς είχε πολύ σκυλοτράγουδο και πίστες με πανέρια λουλούδια από τη μια και εναλλακτικό και έντεχνο από την άλλη.
Η ροκ μουσική έχει τις ρίζες της στα μπλουζ που τραγουδούσαν μαύροι συνθέτες στην εποχή του μεσοπολέμου κυρίως στον Αμερικανικό Νότο με τη συνοδεία μιας κιθάρας. Το μπλουζ ξεκίνησε ως φωνή μόνο, μέσα από τις φυτείες βαμβακιού, στις νοτιοαμερικάνικες και μεσοδυτικές πολιτείες των ΗΠΑ, στην περίοδο μετά το οικονομικό κραχ του 1929, όταν η ανεργία χτυπούσε κόκκινο. Ήταν η έκφραση, ο καημός των εργατών γης, για την οικονομική τους ανέχεια και τη ρατσιστική καταπίεση που τους ενέπνευσε. Πάνω στα μπλουζ στηρίχθηκαν μετέπειτα όλοι οι θρύλοι της ροκ. Βασίστηκαν κυρίως στο μπλουζ του Μάντι Γουότερς και του Ρόμπερ Τζόνσον. Για τον τελευταίο μάλιστα υπάρχει και ένας μύθος στον αμερικανικό νότο ότι για να κάνει εμπορική καριέρα «πούλησε την ψυχή του στο διάβολο». Οι όποιοι συνειρμοί με τη σημερινή πολιτική πραγματικότητα, δικοί σας…
Η καταπίεση και η ανέχεια «γέννησε» το μπλουζ και το ροκ. Στις μέρες μας και σε άλλα «χωράφια», το ραπ… Κι εκείνους τους πολιτικούς που πούλησαν την ψυχή τους στο διάβολο, για να πετύχουν, οι θυμωμένοι πολίτες και οι νέοι τους στέλνουν πίσω στο διάβολο… Κρατάνε σήμερα τη βουβή τους θλίψη κι ίσως αύριο εκδηλώσουν την οργή τους όπως έκαναν κάποτε οι μαύροι στην Αμερική…
Βουβός λοιπόν ο «σοφός» ελληνικός λαός. Όπως όμως λέει και ο Χαλίλ Γκιμπράν στον «Κήπο του Προφήτη»: «Το έθνος να λυπάστε που έχει σοφούς από χρόνια βουβαμένους».