Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

Β.Ντάλης «Ήταν εύκολα ή δύσκολα τα θέματα στις πανελλαδικές;»

«Λόγω εκλογών, φέτος θα βάλουν εύκολα θέματα στις πανελλαδικές. Έτσι δεν είναι;» ρώτησε φίλος μου, ομοτράπεζος, το περασμένο Σαββατόβραδο.

Γιατί αν βάλουν δύσκολα θέματα, δεν γράψει καλά και τελικά δεν περάσει το δικό σου το παιδί, θα θεωρήσεις ότι φταίει η κυβέρνηση; Ή αν βάλουν εύκολα και γράψει καλά θα πας να ψηφίσεις πάλι το κυβερνητικό κόμμα, μόνο και μόνο γι’ αυτό το λόγο;»
– «Ε, όχι, αλλά όσο να ’ναι η κάθε κυβέρνηση δεν θέλει να δυσαρεστήσει τόσες χιλιάδες παιδιά (που ψηφίζουν κιόλας…) και τόσες οικογένειες» απάντησε.
– «Αν η κυβέρνηση και η κάθε κυβέρνηση δεν θέλει να γίνει δυσάρεστη, ένα μόνο πράγμα έχει να προσέξει. Να δώσει αυστηρή εντολή στις επιτροπές που βάζουν τα θέματα ώστε αυτά να είναι σαφή, κατανοητά, κι εντός της διδαχθείσης ύλης. Αν συμβεί αυτό, κανένας δεν θα είναι δυσαρεστημένος, είτε είναι πιο εύκολα, είτε πιο δύσκολα από πέρυσι», ανταπάντησα.
– «Ναι, αλλά αν βάλει πιο εύκολα θέματα, όλοι θα γράψουν καλύτερα κι όλοι θα είναι ευχαριστημένοι.»
– «Κι αν όλοι γράψουν καλύτερα, θα περάσουν όλοι; Και το κυριότερο: θα περάσουν όλοι στις σχολές που θέλουν;»
– «Σωστό κι αυτό …»
Είναι η νιοστή φορά που κάνω τέτοιου είδους συζήτηση. Όσα χρόνια κι αν περάσουν, πάντα υπάρχει η ίδια ψευδαίσθηση. Με εύκολα θέματα περνάς, με δύσκολα όχι. Λες και οι πανελλαδικές είναι εξετάσεις για δίπλωμα ξένης γλώσσας, ωδείου ή ακόμα σημάτων οδήγησης. Δεν είναι όμως εξετάσεις. ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ. Ναι, διαγωνισμός. Από τον οποίο επιλέγονται οι «πρώτοι». Δεν θα πω «οι καλύτεροι», γιατί αυτό το σύστημα δεν είναι ικανό να διακρίνει τους καλύτερους. Μπορεί να διακρίνει τους καλύτερα προετοιμασμένους, δυστυχώς όχι τους καλύτερους…
Και αυτό το τελευταίο δεν εννοούν να το χωνέψουν όλοι όσοι με λαϊκίστικo τρόπο δηλώνουν ότι με το δικό τους εξεταστικό σύστημα θα καταργήσουν τα φροντιστήρια. Ότι με τις δικές τους αλλαγές θα πετύχουν εκεί που απέτυχαν όλοι οι φερέλπιδες κι ενθουσιώδεις προηγούμενοι υπουργοί Παιδείας. Τα οποία φροντιστήρια «φροντίζουν» για την καλύτερη προετοιμασία με τρόπο που κανένα σχολείο και με κανένα τρόπο δεν μπόρεσε ποτέ να ανταγωνιστεί. Απόδειξη τα χιλιάδες παιδιά των εκσυγχρονισμένων, μοντέρνων και ευέλικτων ιδιωτικών σχολείων που το απόγευμα εναποθέτουν τις ελπίδες τους, για εισαγωγή στο πανεπιστήμιο, στους φροντιστές.
Ο νυν υπουργός Παιδείας έβγαλε τη μάσκα της υποκρισίας του υπουργείου του. Αναγνώρισε ότι η τελευταία τάξη του Λυκείου από τους μαθητές θεωρείται τάξη προετοιμασίας για τις εισαγωγικές εξετάσεις. Μόνο με τα εξεταζόμενα μαθήματα των πανελλαδικών θα ασχολούνται και γι’ αυτό κατάργησε όλα τα υπόλοιπα. Τα τέσσερα μαθήματα των πανελλαδικών αποφάσισε ότι θα μονοπωλούν το σχολικό τους ενδιαφέρον, γι’ αυτό και αύξησε τις ώρες διδασκαλίας τους υπερβολικά. Λειτουργικό για τους υποψήφιους μεν, με πολλά άλλα προβλήματα δε.
Το πρώτο μάθημα που εξετάστηκε και φέτος ήταν αυτό της Νεοελληνικής Γλώσσας, ή της «Έκθεσης» όπως έχει καθιερωθεί ιστορικά να λέγεται. Λίγο πιο απαιτητικά από πέρυσι τα θέματα αλλά αυτό, όπως είπαμε, δεν έχει κάποια σημασία. Το σημαντικό ήταν ότι απαιτούσε γνώσεις κι εκπαίδευση από όλα όσα διδάσκονται οι μαθητές και στις τρεις τάξεις του Λυκείου… Ομοίως και στα Αρχαία και τα Μαθηματικά. Αν, λοιπόν, ένα παιδί αποφασίσει να πέσει με τα μούτρα στο διάβασμα στην τελευταία τάξη, ενώ ήταν «χαλαρό» στις προηγούμενες, δεν θα μπορέσει να φτάσει στο υψηλότερο επίπεδο. Στα φροντιστήρια, η προετοιμασία για τις πανελλαδικές είναι διετής, χειμώνα – καλοκαίρι και η πρώτη τάξη είναι υποδομής για τις επόμενες δύο. Όσο κι αν μπουκώσεις ένα παιδί με γνώσεις και πληροφορίες σε ένα σχολικό εννεάμηνο (;) δεν θα μπορέσει να εμπεδώσει, δεν θα μπορέσει να επεξεργαστεί όπως κάνει ένα παιδί μεθοδικά σε διετή ή τριετή ορίζοντα. Είναι από αυτά που δεν θέλει να καταλάβει κανένας υπουργός.
Αν γίνει κυβερνητική αλλαγή, οι πληροφορίες λένε ότι θα επανέλθει η Τράπεζα Θεμάτων από την Α’ Λυκείου. Θα πάμε δηλαδή πάλι σε ένα εξεταστικό σύστημα όπου για τρία χρόνια οι μαθητές θα εξετάζονται ξανά και ξανά και ο βαθμός του απολυτηρίου τους θα διαμορφώνεται πάλι από τις επιδόσεις και των τριών τάξεων. Το σύστημα αυτό εφαρμόστηκε για μία μόνο χρονιά και επικράτησε πανικός. Αν ισχύσει πάντως, θα έχουμε πολλά να πούμε.
Αν η επόμενη κυβέρνηση είναι, όπως φαίνεται, αυτή της Νέας Δημοκρατίας, έχει επίσης ξακαθαρίσει ότι η εισαγωγή στο πανεπιστήμιο θα γίνεται μεν με εξετάσεις αλλά με βάση που θα καθορίζεται από κάθε σχολή ξεχωριστά. Μία σχολή μπορεί να απαιτεί, για παράδειγμα, ως βάση το δέκα στην εικοσαβάθμια κλίμακα, άλλη το δώδεκα κι άλλη το δεκατρία. Σε αυτή την περίπτωση πάλι θα εισάγονται οι «πρώτοι» αλλά δεν είναι βέβαιο ότι θα συμπληρώνονται οι θέσεις για κάθε σχολή. Επειδή επίσης κάθε σχολή θα ορίζει αυτή τον αριθμό εισακτέων που μπορεί να εκπαιδεύσει και το υπουργείο θα το αφήνει στην κρίση της. Τότε είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα υπάρξει δραματική μείωση των εισακτέων.
Για φέτος πάντως βάση εισαγωγής δεν υπάρχει ακόμα σε καμία σχολή. Βάση θα είναι η επίδοση του τελευταίου από όσους εισακτέους απορροφά η κάθε σχολή. Γι’ αυτό και δεν έχει σημασία η δυσκολία των θεμάτων αλλά μόνο σε ποιά σειρά, στον ανταγωνισμό, θα πλασαριστεί ο/η κάθε υποψήφιος. Ο βαθμός του καθενός ως απόλυτο μέγεθος δεν έχει επίσης κάποια αξία παρά μόνο σχετική. Είναι καλός μόνο αν είναι καλύτερος από των συνυποψηφίων του. Αν δεν είναι καλύτερος, όσο υψηλός κι αν είναι, δεν θα περάσει στη σχολή της επιλογής του.
Ιστορικό έχει γίνει το παράδειγμα των εξεταζόμενων στη Φυσική το 2015 και το 2016. Την πρώτη από τις δύο χρονιές το ποσοστό των υποψηφίων που είχαν επιτύχει βαθμολογία μεγαλύτερη από 15 ήταν μόλις το 9,4% της τότε Τεχνολογικής Κατεύθυνσης. Πρακτικά αυτό σήμαινε ότι όσοι είχαν αντίστοιχη βαθμολογία και στα υπόλοιπα μαθήματα, πέρασαν σε σχολές που επιθυμούσαν. Όλοι όσοι είχαν βαθμολογία μεγαλύτερη από 15. Την επόμενη χρονιά όμως και μετά την αναστάτωση που δημιουργήθηκε και το ντόρο που έγινε, τα θέματα ήταν σαφώς πιο εύκολα με αποτέλεσμα το 17,78% των υποψηφίων να πετύχει βαθμολογία μεγαλύτερη από 19! Αρίστευσαν δηλαδή διπλάσιοι μαθητές από όσους είχαν περάσει απλά το 15 την προηγούμενη χρονιά.
Συμπέρασμα: το 15 του 2015 ήταν «πολύ». Το 18 του 2016 ήταν «λίγο». Και για να μη λέμε κι εμείς πολλά, ας πάμε στο επιμύθιο. Είναι σπάνιο, καλά προετοιμασμένος υποψήφιος/α να μην πετύχει. Καλή δύναμη σε όλα τα παιδιά που τώρα «βγαίνουν στη ζωή», ανεξαρτήτως αποτελέσματος!