Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ, Συγγραφέας

ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ, «Δεν είναι διαθέσιμος για την ανάγνωση
ο σημερινός άνθρωπος»


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΜΑΙΡΗ ΓΚΙΩΝΗ – ΛΑΡΕΝΤΖΑΚΗ


Η Πόλυ Χατζημανωλάκη γεννήθηκε στην Κάλυμνο το 1958 και μεγάλωσε στη Ρόδο. Σπούδασε Φυσική στην Αθήνα και έκανε διδακτορικό στη Στατιστική Φυσική στις Βρυξέλλες, κοντά στον Νομπελίστα Ilya Prigogine. Εργάστηκε ως ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο του Τέξας στο Austin και στην Ελλάδα οργάνωσε και διηύθυνε για δέκα χρόνια το τμήμα του International Baccalaureate των Εκπαιδευτηρίων Κωστέα – Γείτονα. Ήταν μέλος του Γραφείου Εκπαιδευτικής Έρευνας των Εκπ. Γείτονα και ασχολήθηκε για χρόνια με προγράμματα Βιωματικής Μάθησης και Φιλαναγνωσίας.
Κείμενά της έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς σε λογοτεχνικά περιοδικά, έντυπα και ηλεκτρονικά και γράφει για το βιβλίο στην εφημερίδα Αυγή. Το 2008 δημιούργησε το μπλογκ «Πινακίδες από κερί» και αργότερα το «Στην τρύπα του λαγού» (αναγνωστικές ανταλλαγές για το ασφαλές ίντερνετ) και τις «flaneries» με φωτογραφίες, οδοιπορικά και τις περιπλανήσεις στην πόλη. Έχει εκδώσει μια ποιητική συλλογή (Το Αλφαβητάρι των πουλιών, Εύμαρος 2014) και δυο μυθιστορήματα: «Οι μέλισσες του Κάλβου τριγυρίζουν στα λιβάδια του Λινκολνσάιρ» (Ταξιδευτής 2008), «Τα αινίγματα του Ν’ γκόρο» ( Ροές 2010). Το πρόσφατο βιβλίο της το «Βωβόν ξύλον» (Εύμαρος 2014) είναι μια συλλογή δοκιμίων – κατάθεση ερευνητικής ανάγνωσης του έργου του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Δυο θεατρικά της έχουν ανέβει στη σκηνή του Cabaret Voltaire σε σκηνοθεσία Μαίης Σεβαστοπούλου («Στο καπνοπωλείο του Φερνάντο Πεσσόα ο Κ. Π. Καβάφης σκηνοθετεί τον εαυτό του», «Η Αλίκη μπροστά στον καθρέφτη της») ενώ το μονόπρακτο «Ανδρέας Κάλβος, ο καθηγητής» πήρε τιμητικό έπαινο στο διαγωνισμό Αντίποδες του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης το 2012.

 

______«ΠΑΛΜΟΣ»: Γεννηθήκατε στην Κάλυμνο, μιλήστε μας γι΄ αυτήν____

Π.Χ.: Η Κάλυμνος είναι το νησί της μητέρας μου. Έξι ώρες από τη Ρόδο με το πλοίο την εποχή εκείνη που μάλιστα δεν έμπαινε να αράξει στο λιμάνι της Καλύμνου γιατί δεν είχε τότε το απαραίτητο βάθος. Οι γονείς μου διατηρούσαν ο καθένας τη σχέση με την ιδιαίτερη πατρίδα του – έτσι επισκεπτόμασταν στις διακοπές και τα δυο μέρη: Κάλυμνο και Χανιά στην Κρήτη. Αγαπώ και νιώθω αυτή τη σύνδεση με αυτούς τους τόπους καταγωγής, αισθάνομαι ότι με κάποιο τρόπο έχω κι εγώ εκεί μια ρίζα, έχω αναμνήσεις από τα ξαδέλφια μου τους συγγενείς που μένουν εκεί, αλλά πώς να το κάνουμε δεν είναι ο δικός μου τόπος. Ο δικός μου τόπος ήταν εκεί που μεγάλωνα, ένας τόπος που μας φιλοξενούσε.

 

________«Π»: Σας κέρδισε η εκπαίδευση. Είναι άσκηση στο «δίδειν»;____

Π.Χ.: Η μητέρα μου ήταν δασκάλα. Κατά κάποιον τρόπο, μεγάλωσα μέσα στις αίθουσες διδασκαλίας, όπου με έπαιρνε μαζί της, πριν ακόμα φτάσω στην ηλικία να πηγαίνω σχολείο. Έχω γράψει κάπου, σε μια επιστολή προς τον Αντρέι Ταρκόφσκι, τις εμπειρίες αυτής της φιλοξενίας σε σχολικές αίθουσες που μυρίζουν κιμωλία και το φεγγάρι που μπορώ να πιάνω με τα δάχτυλά μου κι εγώ (τα παιδικά χρόνια του Ιβάν) εννοώντας να κυνηγώ με τα δάχτυλα σταγόνες από υδράργυρο που είχα ξετρυπώσει στο εργαστήριο φυσικής. Η εκπαίδευση ωστόσο, βρέθηκε σαν μια επαγγελματική διέξοδος σε μια διαδρομή αναζήτησης δουλειάς στην έρευνα. Αναγκάστηκα για οικογενειακούς λόγους να επιστρέψω στην Ελλάδα από την Αμερική και δεν τα κατάφερα εδώ να συνεχίσω με την έρευνα. Δεν κατάφερα δηλαδή να βρω δουλειά σε ένα ερευνητικό κέντρο ή στο πανεπιστήμιο. Ίσως εγκατέλειψα πολύ γρήγορα την προσπάθεια μετά τις πρώτες αρνητικές απαντήσεις. Βρέθηκα έτσι στην Διεθνή Εκπαίδευση. Σε ένα Κολλέγιο στην αρχή, στην προετοιμασία για Σπουδές στην Αγγλία αργότερα και μετά στο Διεθνές απολυτήριο (International Baccalaureate) για δέκα χρόνια. Η σταδιοδρομία μου στην εκπαίδευση – πάντα στον ιδιωτικό τομέα – τελείωσε με την απασχόλησή μου στην εκπαιδευτική έρευνα. Κάποια στιγμή δίδαξα Φυσική στο ΙΒ και θα μπορούσε να το πει κανείς άσκηση στο «δίδειν», να μοιράζεσαι δηλαδή αυτό που γνωρίζεις. Η αλήθεια είναι ότι μου αρέσει πολύ να μοιράζομαι αυτό που βρίσκω, αυτό που ανακαλύπτω με την έρευνα, αυτό συμβαίνει και τώρα που ασχολούμαι με διάφορα θέματα που έχουν να κάνουν με τη λογοτεχνία. Το να μοιράζομαι την παραδεδομένη γνώση, είναι φυσικά μια ιερή αποστολή αλλά δεν με κέρδισε ποτέ. Μου αρέσει μαζί με τους άλλους να ανακαλύπτουμε κάτι καινούργιο.

«Π»: Ως 10 χρόνια διευθύντρια του ΙΒ στα εκπαιδευτήρια Κωστέα – Γείτονα, είναι η ιδιωτική εκπαίδευση ανώτερη της δημόσιας; Για αυτούς που μπορούν να σπουδάσουν στα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια (ελίτ).

Π.Χ.: Η ερώτησή σας μου δίνει την ευκαιρία να ξαναπώ κάτι που αφορά το ΙΒ και τη δημόσια εκπαίδευση. Το 1996, επί υπουργίας Γεωργίου Παπανδρέου, τα τρία σχολεία που είχαν τότε το ΙΒ, συμμετείχαν στις διαπραγματεύσεις με το Υπουργείο Παιδείας και το διεθνή οργανισμό για την αναγνώριση του ΙΒ από το ελληνικό κράτος, σαν απολυτήριο ισότιμο με το ελληνικό. Σημαντικό αυτό για τα παιδιά που το έχουν για να μπορούν να αναζητήσουν δουλειά σε δημόσιο οργανισμό στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα όμως, ο Διεθνής Οργανισμός, έδωσε την άδεια στο Ελληνικό Κράτος να ιδρύσει τμήματα ΙΒ στα Ελληνικά δημόσια Λύκεια, χωρίς να πληρώνουν συνδρομή προς τον Οργανισμό, κάτι που εξακολούθησαν να κάνουν τα ιδιωτικά σχολεία. Έπρεπε όμως να υπάρχουν οι προϋποθέσεις ως προς το πρόγραμμα σπουδών και το προσωπικό. Αυτό κανονικά θα ήταν θρίαμβος για την ελληνική πλευρά και για τα παιδιά που φοιτούν στα δημόσια σχολεία. Ένας ένας όμως οι σύλλογοι διδασκόντων των δημοσίων λυκείων απέρριπταν την πρόταση όταν μεταβιβάστηκε στο σχολείο τους, όταν ετέθη δηλαδή το θέμα επί τάπητος, αν θα προσφέρουν και τα δημόσια το ΙΒ ή αν αυτό μένει προνόμιο των ιδιωτικών σχολείων. Αν δηλαδή δεν υπάρχει σήμερα ΙΒ σε δημόσια σχολεία στην Ελλάδα – ενώ το 60% των σχολείων ΙΒ στον κόσμο είναι δημόσια – οφείλεται σε δυσπιστία, ολιγωρία, ωχαδελφισμό των εκπαιδευτικών του δημοσίου και όχι στη φύση του θεσμού. Τόσα χρόνια μετά που έχω φύγει και έχω απομακρυνθεί από τα εκπαιδευτικά δρώμενα, αυτό με πικραίνει και θα συνεχίσει να το κάνει. Γιατί τη δυνατότητα των παιδιών να έχουν μια καλύτερη και διεθνούς επιπέδου εκπαίδευση στο δημόσιο σχολείο δεν την έκοψαν οι επιχειρηματίες, οι ιδιώτες αλλά οι εκπαιδευτικοί.
Πιστεύει κανείς σοβαρά ότι η ιδιωτική περίθαλψη είναι καλύτερη της δημόσιας; Είναι οι γιατροί στα ιδιωτικά θεραπευτήρια καλύτεροι; Τα μηχανήματα; Το ίδιο ισχύει και για τα σχολεία. Υπάρχουν μάνατζερς στα ιδιωτικά νοσοκομεία που «σουλουπώνουν» τις καταστάσεις για τους ιδιοκτήτες στην μια περίπτωση ενώ όλα επαφίενται στον πατριωτισμό των ελλήνων στην άλλη. Ο σκοπός μιας επιχείρησης είναι το κέρδος. Ο μάνατζερ θα κάνει την επιχείρηση όσο γίνεται πιο ελκυστική για να το επιτύχει. Ωραίο περιτύλιγμα δηλαδή. Στην άλλη περίπτωση είναι το φιλότιμο. Άλλοτε υπάρχει και άλλοτε δεν υπάρχει.

 

 

_______«Π»: Τι είναι οι «Βιβλιοδρομίες»; Πώς ανταποκρίνονται οι μαθητές;______

Π.Χ.: Μπορώ να μιλήσω μόνο για την εποχή που ανέλαβα το συντονισμό αυτού του θεσμού, ενός διαγωνισμού ανάγνωσης που απευθυνόταν σε μαθητές σχολείων της Αττικής και μετετράπη σε πανελλήνιο διαγωνισμό. Έχω απομακρυνθεί όπως σας έχω πει και δεν παρακολουθώ τις επιλογές των βιβλίων. Για μένα ήταν μια λύση ανάγκης, μια και είχα αναγκαστεί να αφήσω τη θέση μου της διεύθυνσης του ΙΒ στα Εκπαιδευτήρια Κωστέα – Γείτονα και κατέφυγα στη Βάρη στα Εκπαιδευτήρια Γείτονα προσπαθώντας να προσφέρω ό,τι μπορούσα και όπως ήξερα σε όλες τις βαθμίδες της Εκπαίδευσης. Και στο Δημοτικό εφ΄όσον εκεί θα είχε το σχολείο ανάγκη. Προσπάθησα λοιπόν κρατώντας το περίβλημα του διαγωνιστικού κομματιού, διαγωνισμός ανάγνωσης ενός αριθμού βιβλίων για τις τρεις τελευταίες τάξεις του Δημοτικού ήταν, να προσθέσω όσο γίνεται περισσότερα στοιχεία δημιουργικότητας. Ανοιχτά βιβλία, θεματικές ομάδες, συνομιλία ηρώων και ηρωίδων, κλασσικά βιβλία που θεωρώ ότι έπρεπε τα παιδιά να έχουν στις πνευματικές αποσκευές τους. Παρά τις αγκυλώσεις και τις επιφυλάξεις που υπήρχαν, από τους εκπαιδευτικούς του δικού μας σχολείου, υπήρξαν και οι πρωτοπόροι/ες εκπαιδευτικοί που στήριξαν τις καινοτομίες και «πλούμισαν» το διαγωνισμό. Ήμουν πρόθυμη στην αρχή να πηγαίνω ή ίδια στην επαρχία, Αλεξανδρούπολη, Ηλεία, Αγιάσο , Δονούσα θυμάμαι τώρα για να γίνει εκεί ο διαγωνισμός. Έτσι έγινε πανελλήνιος, αυξήθηκε τρομερά η συμμετοχή των παιδιών Έγινε παιχνίδι – που τόνωνε τη συνεργασία και τη δημιουργικότητα και ταυτόχρονα βοηθούσε να συνηθίσουν τα παιδιά την ανάγνωση και την απόλαυση.

 

_______«Π»: Πότε ξεκινήσατε να γράφετε;____

Π.Χ.: Το 2005 περίπου, λίγο πριν τα πενήντα μου χρόνια. Δεν είχα ξαναγράψει ούτε δημοσιεύσει κάτι πριν. Μετά το πρώτο μου βιβλίο, δημιούργησα τις Πινακίδες από κερί, το μπλογκ μου. Η γραφή ήταν μια δημιουργική διέξοδος στη φαντασία – αναγνώστης εξ απαλών ονύχων σαν τον Δον Κιχώτη κι εγώ, θετικός επιστήμων αλλά διαρκώς εμπλεκόμενη σε μια ενεργή ονειροπόληση. Ήταν τότε που είχα αναγκαστεί να αφήσω την δουλειά και τους μαθητές μου – και ο νέος εργασιακός χώρος δεν ήταν πολύ φιλόξενος, δεν ήταν εύκολο να ενταχθώ. Η δημιουργία λοιπόν του κόσμου του μυθιστορήματος λειτούργησε σαν διέξοδος, σαν καταφύγιο.

____«Π»: Ως κριτικογράφος έχετε πολλούς τίτλους. Ποιες δυσκολίες συναντάτε στα κείμενα – έργα;____

Π.Χ.: Θα έλεγα πως μαζεύονται περίπου δώδεκα με δεκαπέντε βιβλία το χρόνο για τα οποία γράφω στα Ημερολόγια Αναγνώσεων ή στις Αναγνώσεις στο Κυριακάτικο φύλλο της Αυγής. Ένα βιβλίο δηλαδή το μήνα. Δεν είναι πολλά θα έλεγα, γίνονται συν τω χρόνω όπως σιγά σιγά προστίθενται. Παρά το ότι διαβάζω πολύ, ακολουθώντας προσωπικές αναγνωστικές διαδρομές – έτσι προέκυψε και το πρόσφατο βιβλίο μου για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη – δεν γράφω για βιβλία και τόσο συχνά. Μια φορά το μήνα νομίζω δεν είναι πληθωριστική κριτικογραφία.
Διαλέγω τα βιβλία για τα οποία θα γράψω και αυτό που μου συμβαίνει θα το διαπιστώσετε αν διαβάσετε τα κείμενα, δεν είναι κριτικές. Είναι τρόποι ανάγνωσης, διαμεσολαβήσεις, αναγνωστικές ανταλλαγές – διαφορετικές οπτικές. Θεωρώ την ανάγνωση ενεργή και δημιουργική διαδικασία και αυτό προσπαθώ να δείξω με το κείμενα που γράφω. Ότι ο αναγνώστης είναι εδώ, αδελφός και όμοιος με τον συγγραφέα σε μια συνομιλία μεταξύ τους, μια διαμεσολάβηση με τους άλλους. Για αυτό δεν μπορώ να γράφω συνέχεια, δεν εμπνέουν όλα τα βιβλία. Κάποιος φίλος, πολύ καλός συγγραφέας, μου έγραψε κάποτε στο φέησμπουκ ότι διαβάζοντας τα κείμενά μου δημιουργείται ένα κενό ανάμεσα σε αυτόν και το βιβλίο και θέλει να το διαβάσει. Και ότι ποτέ δεν έχει απογοητευτεί μετά την ανάγνωση. Αυτό με κάνει και λίγο κριτικό βιβλίου. Η ευθύνη απέναντι στον επόμενο αναγνώστη. Δεν θέλω να διαψευσθεί κανείς όσο περνά από το χέρι μου. Από κει και πέρα υπάρχουν και τα προσωπικά γούστα. Γι΄αυτό θα συνεχίσω να γράφω έτσι αραιά.

___«Π»: 2019 Εκδόσεις Εύμαρος, «Βωβόν ξύλον».___

Π.Χ.: Αυτό το βιβλίο γράφτηκε περίπου μόνο του. Είναι μια αφήγηση των αναγνωστικών μου διαδρομών στο έργο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Μικρά κείμενα που έγραφα και αναρτούσα στο ιστολόγιό μου τις Πινακίδες από κερί, διαβάζοντας τον Παπαδιαμάντη και στήνοντας ένα δρόμο, ψηφίδα ψηφίδα όπως μια παρτίδα ντόμινο. Ξεκίνησα από το Σημαδιακό, το διήγημα με την ερωτική επιστολή που πρέπει να μεταφέρουν τα δυο παιδιά, τα δυο ξαδέλφια την ημέρα των Φώτων και ανακάλυψα πλήθος από σύμβολα της Μνημονοτεχνικής, της τέχνης των Κολλυβάδων, των μοναχών στους οποίους απέτιε φόρο τιμής ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Προχωρώντας άνοιξαν και άλλες και άλλες διαδρομές, για τη μνήμη, τη λήθη, την εξαπάτηση, τη δύναμη του λόγου και την αποδυνάμωση την ψυχική με τα «χτυπήματα» την απώλεια της ομιλίας. Πρόκειται για μια ανάγνωση σαν κυνήγι θησαυρού, όπου ανακαλύπτει κανείς πλήθος από κρυμμένους θησαυρούς και νοήματα στο λόγο του Παπαδιαμάντη. Συμβολικές δρακοντοκτονίες, αναλογίες με τις τελετές του Ταραντισμού της Νότιας Ιταλίας, διαβατικές τελετές της εφηβείας στη Φόνισσα. Ένα ταξίδι που δεν τελειώνει αλλά που είχε έντονη νοηματοδότηση για μένα και πιστεύω πως άξιζε τον κόπο να το μοιραστώ με τη μορφή ενός βιβλίου.
Με μεγάλη μου χαρά πληροφορήθηκα ότι το βιβλίο μου αυτό, βρίσκεται από χτες στις βραχείες λίστες για τα λογοτεχνικά βραβεία του περιοδικού «Αναγνώστης», ενός περιοδικού με αδιαμφισβήτητο κύρος, για την κατηγορία δοκίμιο. Αυτό από μόνο του αποτελεί μεγάλη τιμή και αναγνώριση της δουλειάς μου.

 

___«Π»: Διαβάζουν σήμερα τα παιδιά λογοτεχνικά βιβλία;__

Π.Χ.: Θα έλεγα ότι η ερώτηση θα μπορούσε να επεκταθεί και στους ενήλικες. Ισχύει για όλους. Νομίζω πως η μοναχική διαδρομή του αναγνώστη με το βιβλίο απειλείται από πολλούς παράγοντες. Εκτός από τον χρόνο της εργασίας του, είναι ο πειρασμός της εικόνας, της έντονης και ευχάριστης ταύτισης με τη δράση με την τηλεόραση ή τα ηλεκτρονικά παιχνίδια. Είναι μια κατάσταση του πνεύματος το βιβλίο, πιο λεπταίσθητη, λιγότερο πλουμιστή φαινομενικά από ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι, ή από τη διάδραση και την αίσθηση επικοινωνίας των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Δεν είναι διαθέσιμος για την ανάγνωση ο σημερινός άνθρωπος πιστεύω και τούτο για πολλούς λόγους. Από την άλλη, στην χώρα μας έχουμε το φαινόμενο του να γράφουν όλοι. Θεωρείται δηλαδή το λογοτεχνικό κείμενο, δραστηριότητα στην οποία όλοι θέλουν να συμμετάσχουν. Ίσως πιο δημιουργική, δίνει περισσότερη ναρκισσιστική ικανοποίηση από την ανάγνωση. Η ανάγνωση ωστόσο είναι επίσης πολύ δημιουργική γιατί βρίσκει μπροστά της σειρήνες και παγίδες, περιπέτειες μοναχικές στο μυαλό του αναγνώστη όταν συντονίζεται με το μυαλό του συγγραφέα.

 

__«Π»: Συναντάμε στην καθημερινότητά μας εικόνες βίας, εγκληματικότητας, σχολικό εκφοβισμό… Πώς μπορούμε να αποτρέψουμε το φαινόμενο αυτό από τη ζωή μας;__

Π.Χ.: Εκφοβισμό και νταήδες μπορούμε να συναντήσουμε όχι μόνο στο σχολείο αλλά και στην καθημερινή μας ζωή στο διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που καταλαμβάνουν ένα μεγάλο της κομμάτι, παντού. Η ταπεινή μου γνώμη είναι ότι πρέπει τα παιδιά να μιλούν για αυτό όταν τους συμβαίνει και το σχολείο να μάθει να ακούει και να τα εμπιστεύεται. Ένα παιδί ή και ένας ενήλικος μπορεί να φτάσει σε αδιέξοδο, αν δεν έχει κάπου να καταφύγει. Σε πολλά σχολεία θεωρείται ντροπή και δυσφήμιση το να αναφερθεί ότι υπάρχει εκφοβισμός στο χώρο τους. Μεγάλο λάθος γιατί έτσι δεν ξεριζώνεται το κακό, θεριεύει. Ο νταής πρέπει να καταλάβει ότι δεν είναι αποδεκτή η συμπεριφορά του με όλους τους τρόπους που διαθέτει η πειθώ.

__«Π»: Τι ετοιμάζετε;__

Π.Χ.: Έχω διάφορα σχέδια στο συρτάρι. Όπως εξελίσσεται η ζωή μου, προχωρούν και αυτά. Κατά καιρούς δημοσιεύω στο διαδίκτυο κομμάτια από την έρευνά μου – δουλεύω ταυτόχρονα μπρος πίσω, νιώθω πως δεν είμαι έτοιμη να τα τελειώσω, ωριμάζω μαζί τους. Αυτό ίσως φαίνεται να με απορροφά περισσότερο τώρα τελευταία, είναι ένα λεύκωμα με χαρακτήρες από τη λογοτεχνία κυρίως, που έχουν τα χαρακτηριστικά του Αταίριαστου, όπως εμφανίζεται στα Παπαδιαμαντικά «Ρόδινα Ακρογιάλια» Ξανθομάλλης και όμορφος εκεί, σημαδεμένος από ένα πρόβλημα στο μάτι στο διήγημα «Σημαδιακός», στο «μυρολόγι της φώκιας», να παίζει δυνατά τη φλογέρα του και να παρασύρει την Ακριβούλα στον Πνιγμό. Αυτές οι εικόνες με έναν εντυπωσιακό τρόπο έρχονται και επανέρχονται σε διάφορα λογοτεχνικά κείμενα, όπως ο Ευγένιος Ονιέγκιν του Πούσκιν, ο Αυλητής του Χάμελιν των Αδελφών Γκριμ, Μαρίνα Τσβετάγεβα στην αυτοβιογραφία της και στα ημερολόγιά της, η Μαίριλυν Μονρόε, ο Αούστερλιτς του Ζέμπαλντ και άλλοι και άλλοι περίεργοι αταίριαστοι. Τους λέω οι «Μεγαλοφυείς Αταίριαστοι» έκφραση της Τσβετάγεβα. Τώρα τελευταία προστίθεται στο λεύκωμα και ο Γύφτος – ποιητής από τον «Δωδεκάλογο του Γύφτου» του Κωστή Παλαμά.