Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΕΡΓΑΤΣΟΥΛΗΣ, Διδάκτωρ Λαογραφίας Παν. Αθηνών – Συγγραφέας

ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΕΡΓΑΤΣΟΥΛΗΣ «Η λαογραφία προσπαθεί
να κατανοήσει πώς σκέφτεται και ενεργεί ο λαός μας,
συνειδητά ή ασυνείδητα»

 


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ:
ΜΑΙΡΗ ΓΚΙΩΝΗ – ΛΑΡΕΝΤΖΑΚΗ


Ο Βασίλης Γεργατσούλης είναι Διδάκτορας Λαογραφίας Πανεπιστημίου Αθηνών, δάσκαλος, φιλόλογος και διευθυντής στο 23ο Δημοτικό Σχολείο Νίκαιας.
Κείμενά του λογοτεχνικά καθώς και λαογραφικές καθώς και παιδαγωγικές μελέτες του έχουν δημοσιευτεί σε συλλογικούς τόμους, περιοδικά και πρακτικά επιστημονικών συνεδρίων. Έχει αποσπάσει πολλά βραβεία και διακρίσεις σε παγκόσμιους και πανελλήνιους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς στις κατηγορίες μυθιστόρημα, διήγημα, παραμύθι, ποίηση, μουσικός στίχος και χαϊκού. Διετέλεσε μέλος της Κριτικής Επιτροπής του 1ου Πανελλήνιου Διαγωνισμού Ποίησης Κέφαλος.
Περισσότερα για τον Βασίλη Γεργατσούλη στο ιστολόγιο: http://blogs.sch.gr/vagergats/
Facebook: https://www.facebook.com/vasilis.gergatsoulis


«ΠΑΛΜΟΣ»: Σε ποιο περιβάλλον μεγαλώσατε;
ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΕΡΓΑΤΣΟΥΛΗΣ: Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε ένα νησί του Νότιου Αιγαίου, στα Δωδεκάνησα, στην Κάρπαθο.

 

 

«Π»: Τα παιδικά σας χρόνια;

Β.Γ.: Αυτό που περισσότερο χαρακτηρίζει τα παιδικά μου χρόνια είναι η ανεμελιά. Μια ανεμελιά που θα τη ζήλευαν τα σημερινά παιδιά των πόλεων, που μετά το σχολείο τρέχουν στα φροντιστήρια, στα ωδεία και στα γυμναστήρια. Λίγο διάβασμα και πολύ παιχνίδι. Όμως ήταν δύσκολα χρόνια. Ήμαστε τέσσερα αδέρφια. Χάσαμε τον πατέρα μας νωρίς. Ήμουν τότε εννιά ετών. Η μητέρα μας στάθηκε μάνα και πατέρας ταυτόχρονα. Ίσως αυτή η ατυχία με δυνάμωσε και με έκανε πιο ανεξάρτητο και δημιουργικό.

 

«Π»: Γεννηθήκατε στην Κάρπαθο. Η αγάπη σας γι’ αυτήν σας ώθησε στη συγγραφή και την λαογραφία;

Β.Γ.: Η Κάρπαθος είναι μια ζωντανή δεξαμενή λαϊκού πολιτισμού και παράδοσης. Σίγουρα με ώθησε στη Λαογραφία και αποτέλεσε την ίδια στιγμή πεδίο λαογραφικής έρευνας για μένα. Ως λαογράφος, μελετώ κυρίως τον προφορικό λαϊκό λόγο. Σε μια έρευνα που κράτησε σχεδόν 10 έτη, κατέγραψα στην Κάρπαθο 650 λαϊκά παραμύθια, 1400 ανέκδοτα, εκατοντάδες παραδόσεις και θρύλους, δημοτικά τραγούδια, παροιμίες, γλωσσοδέτες… Έδωσα στην Κάρπαθο την αγάπη μου και εκείνη μου έδωσε ένα πλούσιο και αξιοθαύμαστο λαογραφικό υλικό για μελέτη.

 

«Π»: Πότε ξεκινήσατε να γράφετε;

Β.Γ.: Ξεκίνησα γράφω το 1990. Εκείνη την εποχή έγραφα έμμετρη ποίηση που την πλαισίωνα με μουσική (έπαιζα μπουζούκι). Μια δεκαετία αργότερα στράφηκα στον πεζό λόγο. Το πρώτο μου μυθιστόρημα, η «Αναρά», εκδόθηκε από τη Σύγχρονη Εποχή το 2005. Νωρίτερα, το 2003, είχε τυπωθεί μια παραμυθολογική μονογραφία μου για ένα παραμύθι της Καρπάθου, το «Τσουκαλάκι». Ακολούθησαν άλλα 9 λογοτεχνικά βιβλία. Συνολικά έχουν εκδοθεί 11 ατομικά βιβλία μου (4 μυθιστορήματα, 1 θεατρικό, 1 παραμυθολογική μονογραφία, 3 παιδικά και 2 βιβλία ποίησης). Επιπλέον έχω επιμεληθεί πολλά βιβλία με κυριότερα 4 βιβλία με δημιουργική γραφή των μαθητών του 23ου Δημοτικού Σχολείου Νίκαιας και 3 συλλογικούς ποιητικούς τόμους στη σειρά «Ποιητικές συμπλεύσεις» των εκδόσεων Εντύποις.

 

«Π»: Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας συγγραφείς, εκείνοι που σας ενέπνευσαν;

Β.Γ.: Ένας λογοτέχνης πρέπει να είναι πρώτα απ’ όλα καλός αναγνώστης. Μέσα από έργα άξιων ανθρώπων του πνεύματος μπορεί να αντλεί ιδέες και να δανείζεται τεχνικές. Σε αυτά τα δάνεια πρέπει να βάζει τη σφραγίδα του δικού του χαρακτήρα και να τα εξελίσσει δημιουργικά. Θα σταθώ σε δυο ονόματα που επέδρασαν στη γραφή μου (αναφέρομαι στο πεζογραφικό μου έργο). Η Ευγενία Φακίνου, που θα χαρακτήριζα τη γραφή της λαογραφική. Η γραφή αυτή δένει όμορφα με τα δικά μου ενδιαφέροντα. Σημαντικότερη όμως επίδραση στο έργο μου έπαιξε ο θεατρικός συγγραφέας και μυθιστοριογράφος Παύλος Μάτεσις. Με κέρδισε η θεατρικότητα τού λόγου του, ο σουρεαλισμός του και οι ζωντανοί θεατρικοί μονόλογοί του.

 

 

«Π»: Έργα σας έχουν βραβευτεί. Είναι αυτό αναγνώριση της δουλειάς σας; Τι άλλο προσφέρουν οι διαγωνισμοί;

Β.Γ.: Περισσότερα από 20 έργα μου έχουν βραβευτεί σε παγκόσμιους και πανελλήνιους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Οι βραβεύσεις αφορούν διαφορετικά είδη του έντεχνου λόγου: μυθιστόρημα, παραμύθι, διήγημα, μικροδιήγημα, ποίηση, χαϊκού και μουσικό στίχο. Οι διακρίσεις αυτές αποτελούν σίγουρα μια αναγνώριση του έργου μου. Μου δίνουν δύναμη να συνεχίσω. Όμως πάνω από την καταξίωση που δίνει ένα βραβείο βάζω τις θετικές γνώμες των αναγνωστών μου. Θα αναφέρω ένα περιστατικό που με συγκίνησε. Μια συνάδελφος, δασκάλα, αγόρασε χρόνια πριν ένα μυθιστόρημά μου. Το άφησε αδιάβαστο στη βιβλιοθήκη της πιστεύοντας πως το έγραψα απλά για να εμπλουτίσω το βιογραφικό μου. Πέρασαν χρόνια. Ένα καλοκαίρι, «με βαριά καρδιά», όπως η ίδια είπε, το πήρε μαζί της. Επιστρέφοντας από τις διακοπές με βρήκε, με αγκάλιασε και μου ζήτησε να τη συγχωρέσω γιατί με είχε αδικήσει. Το βρήκε καλογραμμένο και συγκινητικό. Κατάλαβε πως δεν έγραφα για να ενισχύσω την καριέρα μου, αλλά γιατί είχα πολλά να δώσω με τα βιβλία μου. Τα λόγια της τα βάζω πάνω από όλα τα βραβεία που κέρδισα.

 

 

«Π»: Πώς επηρεάζουν τους συγγραφείς οι κριτικές;

Β.Γ.: Εγώ θα ρωτήσω, ποιοι κρίνουν και γιατί; Δυστυχώς υπάρχουν κριτικοί που βρίσκονται σε διατεταγμένη υπηρεσία. Εκδότες ή συγγραφείς τους παραγγέλλουν να διαφημίσουν τα έργα τους. Δε θα σταθώ σε αυτούς, γιατί δεν αξίζουν το ενδιαφέρον μου. Υπάρχουν ασφαλώς και σωστοί κριτικοί, σοβαροί επαγγελματίες, που με ανοιχτά τα φώτα της ψυχής τους αποδίδουν με αμεροληψία αξία στα καλά λογοτεχνήματα. Μια θετική κριτική από τους τελευταίους, μετράει και δίνει δύναμη στους συγγραφείς να συνεχίσουν τον δύσκολο δρόμο της γραφής.

 

«Π»: Ποιους συνήθως χαρακτήρες επιλέγετε στα βιβλία σας;

Β.Γ.: Οι πρωταγωνιστές στα μυθιστορήματά μου είναι άνθρωποι λαϊκοί. Είναι συχνά φορείς ενός άλλου πολιτισμού, που διακρίνεται από τον σύγχρονο υλικό, και είναι πρεσβευτές μιας αγνής και άδολης λαϊκής ηθικής.

 

«Π»: Ως Δ/ντής στο 23ο Δημοτικό Σχολείο Νίκαιας, ωθείτε τους μαθητές σας ν’ αγαπήσουν τη μελέτη και τη συγγραφή;

Β.Γ.: Θα σας εκπλήξω θετικά. Στο σχολείο που εργάζομαι δημιουργήσαμε μια καλά οργανωμένη και πλούσια εξοπλισμένη βιβλιοθήκη – αναγνωστήριο. Εκεί μαθητές μας δανείζονται βιβλία και μελετούν. Καλούμε συχνά ανθρώπους του πνεύματος για να γνωρίσουν οι μαθητές μας από κοντά τους ικανούς λογοτέχνες. Η βιβλιοθήκη λειτουργεί το πρωί και ανοίγει τις πόρτες της και μια μέρα την εβδομάδα το απόγευμα. Το 23ο Δημοτικό Σχολείο Νίκαιας είναι από τα πρωτοπόρα σχολεία σε δράσεις δημιουργικής γραφής. Οι μαθητές μας έχουν εξοικειωθεί με τις τεχνικές συγγραφής παραμυθιών και μύθων. Είναι τόσο μεγάλη, πρωτότυπη και αξιόλογη η συγγραφική παραγωγή τους, που προχωρήσαμε σε έκδοση τεσσάρων βιβλίων με παραμύθια που έγραψαν και εικονογράφησαν τα παιδιά μας. Τα βιβλία αυτά τυπώθηκαν από τον εκδοτικό οίκο Εντύποις και τον Σύλλογο Γονέων και Κηδεμόνων του Σχολείου. Στο δίτομο έργο «Ζυμώνοντας παραμύθια (στην τάξη) 1 & 2» περιέχονται 33 παραμύθια των μαθητών μας. Στο τρίτο βιβλίο («Αιτιολογικές αφηγήσεις. Απ’ τον μύθο στην Επιστήμη και αντιστρόφως») αξιοποιήσαμε το είδος των αιτιολογικών αφηγήσεων για τη διδασκαλία επιστημονικών θεμάτων και οι μαθητές μας έγραψαν 19 δικούς τους αιτιολογικούς μύθους. Το βιβλίο «Παίζουμε παραμύθια» (με υπεύθυνη τη Λιλή Γάτη) περιέχει περίπου 30 παραμύθια των μαθητών μας στα απογευματινά προγράμματα δημιουργικής γραφής. Τώρα ετοιμάζουμε ένα 5ο βιβλίο που λέγεται «Αληθινά παραμύθια καμωμένα από… ψέματα» και περιέχει 16 παραμύθια. Είναι μια λογοτεχνία για παιδιά, γραμμένη από… τα ίδια τα παιδιά!

 

 

«Π»: Είστε Διδάκτωρ Λαογραφίας. Πόσο χρόνο αφιερώνετε για την έρευνα και τη συγγραφή των λαϊκών παραμυθιών;

Β.Γ.: Το παραμύθι είναι ένας ολόκληρος κόσμος που έφτασε σε εμάς μέσα από ένα ταξίδι αιώνων. Η μελέτη του προϋποθέτει σωστή θεωρητική κατάρτιση και γνώση των μεθόδων της επιτόπιας έρευνας. Μεγάλο μέρος αυτής της διαδρομής το έχω διανύσει. Οι σπουδές μου και η καθοδήγηση σπουδαίων καθηγητών στο Πανεπιστήμιο, του Μιχαήλ Μερακλή, του Μηνά Αλεξιάδη, του Μανόλη Βαρβούνη και άλλων, μου έδωσαν τα σωστά εφόδια. Μια ολόκληρη δεκαετία (1998-2008) διεξήγαγα μια εκτεταμένη επιτόπια έρευνα στην Κάρπαθο. Τώρα έχω συγκεντρωμένο το πλούσιο παραμυθολογικό υλικό του νησιού και μπορώ ευκολότερα και συντομότερα να ετοιμάσω μια μελέτη. Μια παρουσίαση σε ένα λαογραφικό συνέδριο απαιτεί τουλάχιστον ένα μήνα δουλειάς.

 

 

«Π»: Πού λέγονταν συνήθως τα παραμύθια από τους μεγάλους στα παιδιά;

Β.Γ.: Παλιότερα τα παραμύθια δε λέγονταν αποκλειστικά σε παιδιά. Τα άκουγε όλη η οικογένεια, άνθρωποι όλων των ηλικιών. Όταν οι λαϊκοί άνθρωποι κέρδισαν το αγαθό της μόρφωσης, στράφηκαν στην επώνυμη λογοτεχνία (στο μυθιστόρημα). Τα παιδιά συνέχισαν να αγαπούν το παραμύθι και το είδος τροποποιήθηκε («αποπαιδώθηκε»), για να ταιριάζει καλύτερα στο παιδικό ακροατήριο. Τώρα γονείς και παππούδες λένε τα παραμύθια για να ταΐσουν τα παιδιά, για να τα κοιμίσουν ή για να τα φέρουν κοντά τους. Παλιά όλη η οικογένεια (συχνά όλη η γειτονιά) μαζευόταν σε ένα σπίτι, σε μια πεζούλα το καλοκαίρι, σε ένα φούρνο και άκουγαν με θαυμασμό τους έμπειρους παραμυθάδες.

 

 

«Π»: Διαμορφώνουν τον χαρακτήρα των παιδιών τα παραμύθια;

Β.Γ.: Το παραμύθι μιλάει τη γλώσσα του παιδιού, τη γλώσσα της φαντασίας και του ονείρου. Όταν τα μηνύματα που θέλουμε να μεταλαμπαδεύσουμε στο παιδί τα πούμε στη δική του γλώσσα, τα ακούει ευχάριστα και γίνεται δεκτικό.

 

 

«Π»: Η Λαογραφία μελετά τα στοιχεία του παραδοσιακού, λαϊκού πολιτισμού. Πόσο σημαντικό είναι να επιβιώσουν αυτά τα στοιχεία;

Β.Γ.: Σήμερα δεν υπάρχουν κλειστές κοινωνίες. Η παγκοσμιοποίηση, η τεχνολογική πρόοδος, οι πυκνές μετακινήσεις ανθρώπων και προϊόντων δημιουργούν ένα νέο μείγμα πολιτισμών, όπου τα δικά μας πολιτιστικά στοιχεία σμίγουν με τα ξένα. Όμως υπάρχουν οι ρίζες μας, η ιστορία μας, τα έθιμα των προγόνων μας. Για να ξέρουμε ποιοι είμαστε, πρέπει να συνειδητοποιούμε από πού ερχόμαστε, τι φορτία πολιτισμού κουβαλάμε. Έτσι μπορούμε να βάζουμε σωστούς στόχους για το πού θέλουμε να κατευθυνθούμε. Αν δεν κάνουμε έτσι, είναι πολύ εύκολο να μας πάνε οι άλλοι (οι ισχυροί της Γης) όπου εκείνοι θέλουν.

 

«Π»: Μεταλλάσσονται με τον χρόνο τα στοιχεία του λαϊκού πολιτισμού;

Β.Γ.: Ο λαϊκός πολιτισμός άλλαζε πάντα. Παλιά όμως η μεταβολή ήταν αργή. Αυτό προκαλούσε την ψευδαίσθηση της ακινησίας. Σήμερα η τεχνολογία φέρνει εύκολα και γρήγορα τους ανθρώπους σε επαφή. Οι ειδήσεις φτάνουν απ’ τη μια γωνιά της Γης στην άλλη σε δευτερόλεπτα. Άνθρωποι ξένοι μεταξύ τους επικοινωνούν, ανταλλάσσουν ιδέες, αλληλεπιδρούν και αλληλοεπηρεάζονται. Ξένα έθιμα υιοθετούνται και δικά μας εγκαταλείπονται ή μεταβάλλονται. Αυτό δεν είναι υποχρεωτικά βλαπτικό. Ο σύγχρονος άνθρωπος χρειάζεται να κρατά στη ζωή του τα καλά στοιχεία του παρελθόντος του, να κουβαλά τα πατροπαράδοτα εφόδια που του έδωσαν γενιές και γενιές που πέρασαν. Είναι ο τρόπος να θυμάται το παρελθόν, την ιστορία του για να χτίσει με παλιά και νέα υλικά το μέλλον του.

 

«Π»: Το σχολείο διοργανώνει εκδρομές σε λαογραφικά μουσεία;

Β.Γ.: Πάντα πηγαίνουμε τους μαθητές μας σε χώρους που σχετίζονται με τον λαϊκό πολιτισμό (σε μουσεία λαογραφικά, αρχαιολογικά, θεματικά, σε εργαστήρια κεραμικής…). Τελευταία δημιουργήσαμε μέσα στο Σχολείο μας το δικό μας μουσείο. Έχει δύο αίθουσες. Η μεγαλύτερη στεγάζει το λαογραφικό μουσείο μας και η μικρότερη το μουσείο φυσικής ιστορίας.

 

 

«Π»: Τα φεστιβάλ και οι εορτές του καλοκαιριού βοηθούν τα λαϊκά δρώμενα, τα ήθη και τα έθιμα του κάθε τόπου;

Β.Γ.: Σίγουρα βοηθούν, αρκεί οι διοργανωτές να είναι καλοί γνώστες των εθίμων. Χρειάζεται προσοχή, να μην καταντήσουμε τα έθιμά μας φολκλορικά δρώμενα για να τραβούν βίντεο και φωτογραφίες οι τουρίστες. Μοιραία η αποκοπή των ηθών και των εθίμων από τα φυσικά τους πλαίσια και η επί της σκηνής αναπαράστασή τους είναι από μόνη της μια ανωμαλία, καθώς αυτά χάνουν τη λειτουργικότητά τους, αποσπώνται από το περιβάλλον που γεννήθηκαν και μετατρέπονται σε θεάματα.

 

«Π»: Ο Βασίλης Χαρωνίτης είπε η λαογραφία είναι η ψυχή του λαού, η γνώση και η σοφία του. Συμφωνείτε;

Β.Γ.: Η λαογραφία είναι η επιστήμη πιο κοντά από κάθε άλλη στον απλό λαϊκό άνθρωπο. Προσπαθεί να κατανοήσει τον τρόπο που σκέφτεται και ενεργεί ο λαός μας, συνειδητά ή ασυνείδητα. Όταν επισκεπτόμαστε έναν τόπο και θαυμάζουμε ή φωτογραφίζουμε τα αξιοθέατά του, τον γνωρίζουμε μόνο επιδερμικά. Θα τον γνωρίσουμε σε βάθος μόνο αν συναναστραφούμε με τους ανθρώπους του, αφουγκραστούμε τις χαρές και τις λύπες τους. Αυτό κάνει η λαογραφία: καταγράφει τις εκδηλώσεις των απλών ανθρώπων και τους γνωρίζει αληθινά και σε βάθος.

 

 

«Π»: «Καιροί σκεφτικοί: 84 ποιήματα Χαϊκού» δικό σας ηλεκτρονικό βιβλίο. Διαβάζω ένα από τα χαϊκού σας: «Ομίχλη γύρω. / Ποιός βλέπει καλύτερα; / Θαρρώ οι τυφλοί». Τι απήχηση έχει στο αναγνωστικό κοινό το βιβλίο; Το προτιμά;

Β.Γ.: Το χαϊκού είναι μια ξενόφερτη ποιητική φόρμα, μια μινιατούρα ποιήματος. Μας ήρθε από τη μακρινή Ιαπωνία. Τελευταία ολοένα και περισσότεροι Έλληνες ποιητές το υιοθετούν και του δίνουν ένα δικό μας, ελληνικό χρώμα. Όλο το ποίημα απαρτίζεται από 17 συλλαβές, χωρισμένο σε τρεις στίχους (5-7-5). Αν και ακούγεται εύκολο, λίγοι ποιητές γράφουν σπουδαία χαϊκού, καθώς το είδος απαιτεί ακριβολογία και σαφήνεια. Η κάθε λέξη πρέπει να ζυγίζεται, να μπαίνει στον τόπο της με χειρουργική ακρίβεια. Λίγοι καταφέρνουν σε μόλις 17 συλλαβές να πουν κάτι σημαντικό, κάτι που θα μας ξαφνιάσει ευχάριστα, που θα μας εντυπωσιάσει, που θα μας ενθουσιάσει. Οι ανταπόκριση όσων διάβασαν το βιβλίο μου «Καιροί σκεφτικοί» είναι ιδιαίτερα θετική. Υπάρχει ελεύθερο στο διαδίκτυο να το κατεβάσει δωρεάν όποιος θέλει. Θα το βρείτε στη διεύθυνση:  http://www.24grammata.com/?p=53372

 

«Π»: «Το φάντασμα του Αγησιλάου», θεατρικό σας έργο, πού έχει παιχτεί; Τι πραγματεύεται;

Β.Γ.: «Το φάντασμα του Αγησιλάου» είναι η πρώτη απόπειρά μου να γράψω θέατρο για μεγάλους. Πρόκειται για μια κωμωδία ηθών. Μια χήρα φαντασιώνεται ότι ο μακαρίτης ο άντρας της την επισκέπτεται μεταμορφωμένος σε πουλί. Η πρώτη της ξαδέρφη προσπαθεί να τη στηρίξει συναισθηματικά. Όμως την κοντράρει διαρκώς. Η χήρα χαράζει τελικά έναν νέο δρόμο στη ζωή της. Η εκπαιδευτικός θεατρικής αγωγής Κάτια Κοντεκάκη εκτίμησε την αξία του έργου και δουλέψαμε μαζί το κείμενο. Σε σκηνοθεσία της ίδιας πραγματοποιήθηκαν δύο παραστάσεις από τη Θεατρική Ομάδα του Συλλόγου Εκπαιδευτικών Π.Ε. Νίκαιας-Πειραιά. Θα το βρείτε αναρτημένο στο Youtube στη διεύθυνση: https://www.youtube.com/watch?v=KQv_VNBVgmk&list=PLhqHPvRze2FL9HqVi6-68ksTzzJJ2H8f5

 

«Π»: Μελλοντικά συγγραφικά σχέδια;

Β.Γ.: Σίγουρα θα συνεχίσω να γράφω. Εκτός από τα τέσσερα μυθιστορήματά μου που τυπώθηκαν έχω γράψει άλλα δύο, που είναι, προς ώρας, ανέκδοτα. Το ένα λέγεται «Μακαρόνια με… μακαρόνια» και απέσπασε Γ΄ Πανελλήνιο Βραβείο από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών. Το άλλο τιτλοφορείται «Κυρία γιατρού» και κέρδισε το Α΄ Παγκόσμιο Βραβείο Μυθιστορήματος από τον ΕΠΟΚ. Θα ήθελα να τα δω τυπωμένα. Τελευταία γράφω ένα είδος πεζής μινιατούρας, γνωστό ως «μικροδιήγημα» (flash fiction). Έχω έτοιμες δύο συλλογές. Είμαι πάντα με ανοιχτές τις κεραίες να εμπνευστώ από οτιδήποτε και να γράψω.