Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΤΑΒΕΑΣ, Συγγραφέας – Ποιητής

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΤΑΒΕΑΣ «Ζούμε σε μια
εποχή αντιποιητική»

 


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΜΑΙΡΗ ΓΚΙΩΝΗ – ΛΑΡΕΝΤΖΑΚΗ


«Εκφράζεται με μία και ενιαία, αναζητούμενη, ελληνική γλώσσα κατάλληλη για μια αποτελεσματική δράση γραφής και ομιλίας. Ου λάθρα βιώσας (έτσι νομίζει αλλ΄επιμένει κατά υπέρ-πολιτισμένων και άλλων βαρβάρων). Έχει εργαστεί ως εργάτης, αγρότης, αρχαιολόγος, καθηγητής, πανεπιστημιακός αλλά και ως επιμελητής εκδόσεων. Μεταφραστής, επιμελητής κειμένων από Γερμανικά, Αρχαία Ελληνικά, Αγγλικά, Ιταλικά, Λατινικά. Ως alter ego διαδραματίζεται και η εμπλοκή του στην περιπέτεια της εικαστικής ενασχόλησης σε επίπεδη ζωγραφική αλλά και περίοπτες συνθέσεις ψηφιδιακού χαρακτήρα με υλικό συναρμογών την ακατέργαστη πέτρα.»
Έτσι αυτοσυστήνεται ο ποιητής και συγγραφέας Δημήτρης Νταβέας. Έργα του: λυρική ποίηση, θέατρο, δοκίμιο. Λυρική Ποίηση: «Ιστορήματα Α΄», Αθήνα 1980, «Τέσσερις Ποιήσεις» (ενότητες: Ιστορήματα Β΄, Τραγούδια, Επάλληλα, Ναυάγιο), Αθήνα 2000, «Ικέτιδες Ευριπίδη» (ποιητική μεταγραφή κι ένα δοκίμιο περί Ανθρωπολογίας Μιμήσεως), Αθήνα 2006, «Επειδή ποτέ δεν πέθανες» (μια «Ωδή για τις αστραπές και την αγάπη» – μια Ωδή για τον γιατρό Ernesto Guevara και άλλους ομότροπους ήρωες των ανθρώπων), Αθήνα 2012. Δοκίμιο: «Homo antitragicus (θρησκειολογική μη θεολογική έρευνα) για τις απαρχές της ανθρωπολογικής παρατήρησης). Βερολίνο 1990.
Δεν θεωρεί τον εαυτόν του ποιητή αλλά τεχνίτη λυρικών συνθέσεων, το πολύ – πολύ στοχαστή ή σοφιστή με το νόημα που αποδιδει στην λέξη ο Κ. Π. Καβάφης (Η Σατραπεία).

«ΠΑΛΜΟΣ»: Σε ποιο περιβάλλον μεγαλώσατε; Πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια;
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΤΑΒΕΑΣ: Δυτική Μάνη. Από τα προσχολικά μου χρόνια θυμάμαι όταν τρέχαμε παιδιά τότε στα σοκάκια του συνοικισμού μας και έτρεχε μαζί μας και το φεγγάρι πάνω απο τους μαντρότοιχους και τις στέγες των σπιτιών. Είχαμε την επιθυμία να το κάνουμε να τρέχει … Πάνω του ο Κάιν … τιμωρημένος που σκότωσε τον αδελφο του. Αυτός ο μύθος ταίριαζε στην εποχή που έζησα ως παιδί. Μετεμφυλιακή έως θανάτου. Παίζανε ακόμη Κάιν και Άβελ στην ειρηνοποιημένη τους καθημερινότητα εκεί και αφού ήδη είχανε πριν κυριολεκτικά σκοτωθεί και δολοφονηθεί, πολλοί και από τις δυο πλευρές: «εθνικόφρονες» και «συμμόριτες». Οι σχέσεις δηλητηριασμένες. Ακόμα υπάρχει και το θρυλλικό «Ηρώον» στην πλατεία του «χωριού» με τα ονόματα όσων σκότωσαν οι «ξενόδουλοι κομμουνισταί». Οι υπόλοιποι, όσους τους σκότωσαν στην Κατοχή οι Ναζί σε συνεργασια με «Έλληνες» καταδότες ή εκτελεστέ, δεν υπάρχουν. Γιατί ο πρόεδρος της κοινότητας που έστησε αυτό το μαρμάρινο ντοκουμέντο ήταν ένας απ’ αυτούς. Αυτό ήταν ένα μέρος του «περιβάλλοντος» όσο ως παιδί προσπαθούσα να καταλάβω τους άλλους την φύση και τον εαυτό μου, και ας το πούμε αυτό ήταν το κοινωνικό περιβάλλον. Το υπόλοιπο ήταν η φύση. Μια εξαίσια φύση ανάμεσα στο Ιόνιο, τον Μεσσηνιακό Κόλπο και τον ορεινό όγκο του Ταϋγέτου, μια πλούσια φύση λοιπόν από κάθε άποψη με ποικίλη βλάστηση αλλά και ξεραγκιανά μέρη που θα σου θυμίσουν την λεγόμενη Προσηλιακή ή Μέσα Μάνη καθώς αυτή άρχιζε μερικά χιλιόμετρα πιο νότια από εμας. Εμείς ήμασταν στην Αποσκιαδερή ή Έξω Μάνη σε λίγα χιλιόμετρα απόσταση νοτιοανατολικά της Καλαμάτας.
Φως ηλεκτρικό, νερό παροχής, τηλέφωνο στα σπίτια δεν είχαμε. Δεκαετία του ’50. Δεν καταλάβαινα τότε γιατί στις εκάστοτε εκλογές έστηναν έναν φαντάρο ορθοστατικά επί ώρες έξω από το εκλογικό τμήμα. Ο παπάς (λιγότερο, αλλά ήταν και θέμα χαρακτήρα), ο δάσκαλος, ο πρόεδρος της κοινότητας φόβητρα και μπαμπούλες. Θυμάμαι που πριν καν γραφτούμε για μάθηση στο σχολείο περνούσαμε σκυφτά έξω απο τον μαντρότοιχό του για να μην μας δει ο δάσκαλος. Είχαμε κουραστεί ως «πολίτες» ήδη πριν γίνουμε μαθητές, στρατιώτες, ψηφοφόροι.
Η μουσική, το τραγούδι, η ποίηση, οι «συγκατηγορούμενοι» φίλοι μου ήταν τα μόνα αντίδοτα. Ήδη στην κούνια μου μωρό μέσα τραγουδούσα χωρίς να ξέρω λέξεις, άναρθρα, παρηγορητικά. Αργότερα έφτιαχνα ιστορίες, στιχουργήματα, μύθους θεραπευτικούς. Άρεσαν πολύ στους συνομήλικούς μου και απομνημόνευαν όσα ρητόρευα και τα επαναλάμβαναν μεταξύ τους ή σε άλλους όσους δεν τα είχαν ακούσει ώσπου μια μέρα ήρθε έξαλλος ο μεγάλος αδελφός μου στο σπίτι και με κατσάδιασε γιατί του είπαν κάποια παιδιά ότι εγώ τα είχα «ποιήσει». Αργότερα έφτιαχνα αυτοσχέδιες μηχανές και τόξα και κυρίως χαρταετούς ώσπου με πήρε στα σοβαρά και ο πατέρας μου γιατι τον συμβούλευα στο πώς να κατασκευάσει το ένα ή το άλλο για πραχτικούς σκοπούς. Ήθελα μάλιστα να γινόμουν ηλεκτρολόγος-μηχανολογος όσο ημουν μαθητής λυκείου αλλά στο τέλος κατάλαβα ότι βαριέμαι πολύ τις εξισώσεις και όλα αυτά τα ανώτερα μαθηματικά με τριγωνομετρίες και ιδιαίτερα το πόσες φορές πρέπει να γυρίσεις τον κύκλο τριγωνομετρικά για να πεις το ίσον και να βγάλεις συμπέρασμα. Έτσι έγινα αρχαιολόγος κι αυτό γιατί όταν μπήκα στην σχολή των φιλοδικτατόρων κατά το πλείστον καθηγητών το σωτηριασμένο έτος 1968 δεν είχε καθόλου της προκοπής καθηγητές για φιλοσοφία ή ψυχολογία. Βγάλτε συμπέρασμα.

 

«Π»: Πότε αρχίσατε να γράφετε συστηματικά;
Δ.ΝΤ.: Ήδη στα δεκαπέντε μου είχα ένα μικρό έργο. Έγραφα και πέταγα. Έγραφα και έσχιζα τα χαρτιά μου. Πολλές φορές πήρα όρκο να μην ξαναγράψω. Αλλά αυτή η ακατανόητη ανάγκη με αιφνιδίαζε. Σαν απρόσκλητος επισκέπτης. Ακόμα και σήμερα. Γι αυτό και δεν αξιολόγησα ποτέ την αξία ή την χρησιμότητα αυτών που γράφω. Κι αν δημοσιεύω που και που ίσως είναι για να λάβω μιαν απάντηση σ’ αυτό.

 

«Π»: Οι διαφορές της καλής με την κακή λογοτεχνία;
Δ.ΝΤ.: Αν κι έχω πάρει φόρα και σας διηγούμαι τα βιώματά μου και πώς έφτασε και άρχισα να καταγράφω μιαν αντίδρομη «μουσική» που οργανωνόταν ως παραμυθητικό βότανο σε λέξεις, θα προσπαθήσω να σας πω κάτι γι’ αυτό το φαινόμενο. Η κακή λογοτεχνία είναι ένα αντικειμενοποιημένο προϊόν μονοπρόσωπης βιοτεχνίας και λειτουργεί ως ένα φιλέτο σε σελίδες και γράφεται για να αρέσει και να πουλιέται. Αλλά υπάρχει και κάποια σύγχυση. Αν αποδεχτώ τον όρο ποίηση ως ειδική διαφορά αξιώσεως απέναντι στην καθημερινή μας έκφραση και συμπεριλάβω σ΄αυτήν και τους λεγόμενους πεζογράφους το χάρισμα του «γεννημένου ποιητή» είναι ό,τι το πιο ασύστατο υπάρχει. Γιατί η γραφή εν γένει χρειάζεται κυρίως αυτό που σημαίνει ο όρος λογοτέχνης: δηλ. να είναι ένας κυρίως τεχνίτης, μάστορας. Η έμπνευση και το ταλέντο δεν είναι το παν. Παίζει κάποιον ρόλο αλλά έναν πολύ μικρόν υποθέτω. Η ποιότητα σου όμως ναι, σε σχέση και με την μαστοριά και τις ιδέες σου ίσως είναι το σημαντικότερο απ’ όλα αλλά αυτό δεν ισοδυναμεί με την δυναμική της εμπνεύσεως. Είναι διαφορετικά πράγματα. Η παρεξήγηση μέσα στην εξέλιξη το υπερρεαλισμού δημιούργησε και την επίφαση ότι η σχεδόν αυτόματη γραφή εγγυάται και το γνήσιο αποτέλεσμα στην παραγωγή συγγραφικού έργου ιδιαίτερα στον τομέα της λυρικής ποίησης. Αλλά και το αντίθετο μπορεί να συμβαίνει σήμερα με την ιδέα ότι η συγγραφή διδάσκεται και μάλιστα η περί πολλά διαφημιζόμενη «δημιουργική» γραφή. Μπορεί ίσως να διδάξεις κάποιον να εκφράζεται αποτελεσματικά και με σαφήνεια αλλά αυτό δεν σημαίνει οτι μπορείς να του δώσεις και πιστοποιητικό λογοτεχνικής ικανότητας όπως σαν να ήταν ένα δίπλωμα οδήγησης. Αυτό το εμπόριο μού θυμίζει κάτι ανάλογο στην γενική ψυχοθεραπεία στον καιρό μας: υπάρχουν πολλοί που πείστηκαν οτι μετά από μιαν ψυχοθεραπευτική αγωγή απέχτησαν και την πλήρη ψυχική υγεία. Γιατί το μεγαλύτερο ποσοστό από αυτούς, με την βεβαιότητα ότι αποθεραπεύτηκαν πέφτουν σε πιο βαριά ασθένεια, αυτή της κεκτημένης αυτοπεποίθησης ότι όλα ίσιωσαν και προχωρούν επιταχυνόμενα ακάθεκτοι. Στον τομέα βέβαια της λογοτεχνίας η αγορά, η διαφήμιση και τα κάθε λογής βραβεία μπορεί να αποσαθρώσουν τον χώρο και να δημιουργήσουν ενα είδος δαφνηφόρου μα λοιμικού καθεστώτος πετυχημένων.

 

 

«Π»: Τι κακό πιστεύετε έκανε η οικονομική κρίση στον τόπο μας;
Δ.ΝΤ.: Στη διάρκεια της εισβολής των Ρωμαίων στην Ελλάδα και της συνεπόμενης κατάκτησής της κάποιος ιστορικός της εποχής σημείωνε ότι τότε κυριάρχησε η απαιδία (υπογεννητικότητα) και άλλοι ιστορικοί η α-παιδεία. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και σήμερα. Γιατί έχουμε χάσει τον έλεγχο στην χώρα, ακόμα και τον αυτοέλεγχό μας. Φθίνουμε σε όλα τα επίπεδα και τομείς. Και δοκιμάζονται όλες οι κοινωνικές σχέσεις. Την φτώχεια και τον λιμό την ακολουθούν οι παντοειδείς «λοιμοί», ατομικές και ομαδικές ψυχικές, πολιτισμικές, επικοινωνιακές γλωσσικές ασθένειες, ανομία και παρανομία διάχυτη. Μόνο η αφαίμαξη και η συλλογή φόρων πάνε καλά παρά τις λειτουργικές αδυναμίας του συστήματος των ελέγχων. Ευνοούνται οι πολυεθνικές και τα συναφή μονοπώλια. Ο πληθωρισμός έχει πάρει αλλόκοτες διαστάσεις μέσω του ισχυρού-σκληρού νομίσματος επειδή συρρικνώνονται οι αποδοχές παράλληλα με την καλπάζουσα ανεργία ενώ συγχρόνως επιθυμούμε και να αντιμετωπίσουμε με φιλάνθρωπη πρόθεση – και καλά κάνουμε – τα προβλήματα που δημιουργεί σ’ αυτούς και σε μας η συσσώρευση των προσφύγων στην επικράτεια.

 

«Π»: Πώς θ’ αντισταθούμε στην πολιτισμική εξομοίωση;
Δ.ΝΤ.: Μακάρι να μπορούσε στον ανταγωνισμό και στην πάλη των πολιτισμών να επικρατήσει ο βέλτιστος. Η παγκοσμιοποίηση όμως έχει κυρίως οικονομικό χαρακτήρα, άντε και πολιτικό γι’αυτό και προβάλλει ένα μοντέλο διαβίωσης που είναι κυρίως καταναλωτικό. Αν δεν έχουμε σχετικά υγιή πολιτισμό καθημερινότητας με καλά αντισώματα δεν θα μπορούμε να αντισταθούμε. Υπάρχει όμως ελπίδα όσο συγχρόνως και η παγκοσμιοποίηση μοιάζει να καταρέει.

 

«Π»: Έχετε πλούσιο συγγραφικό έργο. Τι ξεχωρίζετε;
Δ.ΝΤ.: Δεν θα τό ‘λεγα ότι το δημοσιευμένο μου έργο είναι πολύ σε αριθμό σελίδων. Το αδημοσίευτο ναι, είναι πολύ και περιλαμβάνει πολλή λυρική ποίηση, θεατρικά, δοκίμια κυρίως για το δράμα και το μεταγενέστερο θέατρο, μεταφράσεις και ένα μακροσκελές θα έλεγα αντι-μυθιστόρημα σχεδόν ντοκουμέντο για ειδικές πτυχές της σύγχρονης ζωής στην χώρα μας ιδιαίτερα για όσα συμβαίνουν στα πεδία της οργανωμένης παιδείας και του συναφούς κυρίαρχου υποπολιτισμού. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάτι από τα δημοσιεύματά μου. Μόνο που διαμαρτύρομαι επειδή η δημοσίευση κειμένων στην πατρίδα μας είναι πάντα μια σκληρή περιπέτεια όταν προκύψει ως δυνατότητα αλλά το χειρότερο είναι ότι δύσκολα προκύπτει όχι μόνο από αδιαφορία των εκδοτών αλλά λόγω της μειωμένης κίνησης στην αγορά του βιβλίου.

 

«Π»: 2000 Τέσσερις Ποιήσεις, εκδόσεις Γαβριηλίδη. Τι περιλαμβάνει το ποιητικό σας αυτό βιβλίο;
Δ.ΝΤ.: Η πρώτη μου εμφάνιση δημοσίως ήταν όσο ήμουν ακόμα μαθητής λυκείου το 1968 σε μίαν ποιητική ανθολογία. Το 1980 εκτυπώθηκαν τα Ιστορήματα Α΄ , το πρώτο μου βιβλίο. Αυτό είχε και την πιο πολλή απήχηση μέχρι σήμερα. Αλλά και τότε ήσαν άλλοι καιροί. Ο κόσμος διάβαζε ακόμα.
Στις Τέσσερις Ποιήσεις υπάρχει άλλη μια δέσμη Ιστορημάτων με αριθμό Β΄. Τα υπόλοιπα είναι τραγούδια που όμως ποτέ δεν μελοποιήθηκαν από αλλον εκτός από εμένα, μια σειρά διαφόρων λυρικών με τίτλο «Επάλληλα» και τέλος ένα σενάριο για κινηματογραφο το οποίο είναι μια προσαρμογή γι αυτόν τον λόγο του ποιήματος «Κίχλη» του Γιώργου Σεφέρη. Ήταν πάντως μια συγκινητική έκπληξη-επιβεβαίωση όταν διάβασα αργότερα στα ημερολόγια (Μέρες) του ποιητή ότι δεν θα εκπλησσόταν αν έβλεπε κάποτε την Κίχλη στον κινηματογράφο. Το φιλμ δεν γυρίστηκε ποτέ από την Μαίρη Αγγελόγλου που μου είχε ζητήσει το σενάριο γιατί δεν λαβαμε την άδεια απο τους κληρονόμους του ποιητή. Δεν είμαστε γνωστοί, ήταν το σχόλιο.

 

«Π»: 2006 «Ικέτιδες» Ευριπίδης, εκδόσεις Γαβριηλίδης, μετάφραση δική σας. Ποιά είναι η θέση και η παιδευτική της αξία;
Δ.ΝΤ.: Αυτή η μετάφραση έγινε μόνο και μόνο γιατί είχα μιαν ιδιαίτερη αδυναμία για τον Ευριπίδη και μάλιστα γι’αυτήν την τραγωδία επειδή ξαναπιάνει το θέμα της Αντιγόνης του Σοφοκλή αλλά έναν πολιτολογικό τρόπο όπου συγκρίνονται τα χαρακτηριστικά της τυρανίας και της δημοκρατίας με το συμπέρασμα ότι η δημοκρατία από μόνη της δεν ευσταθεί, εάν δεν έχει εκλέξει ο λαός και έναν αντάξιο κυβερνήτη της πολιτείας του. Βέβαια η υπόθεση (ο μύθος) δεν επαρκεί πάντα για μίαν πετυχημένη τραγωδία. Είναι κυρίως η τέχνη του ποιητή που την καταξιώνει. Δεν μπορώ να πω πολλά για την παιδευτική της αξία. Μπορώ να μιλήσω για τον τρόπο που έκανα τη μετάφραση : προσπάθησα λοιπόν να μεταφέρω την μουσική του λόγου, τους ρυθμούς και την ποιητική της γενικότερα χωρίς να μεταφράζω φιλολογικά και μάλιστα όχι κατά λέξη προσπαθώντας να πλησιάσω την σημερινή γλώσσα προς τους εκφραστικούς τρόπους της αρχαίας και όχι το αντίθετο. Η μετάφραση έγινε για σκηνική χρήση.

 

«Π»: 2012 «Επειδή ποτέ δεν πέθανες» εκδόσεις Γαβριηλίδη. Τι πραγματεύεται;
Δ.ΝΤ.: Η ωδή αυτή πρόκυψε ως απάντηση σε γνωστό μυθιστόρημα με τίτλο «Ο Τσε αυτοκτόνησε». Ο τίτλος αυτός ίσως και να είναι ουσιαστικά μεταφορικός και να αναφέρεται στις υπερβολές λατρείας του πολιτικού αυτού ήρωα και την εκμετάλλευση του μύθου του από αριστερίζοντες και εμποράκους του είδους. Ο Ερνέστο Γκουεβάρα όμως στην πραγματικότητα υπήρξε ένας ασκληπιακός και απολλώνιος ήρωας αφιερωμένος στην ζωή και στις πολλαπλές διαστάσεις της υγείας ακόμα και της κοινωνικής και της πολιτικής υγείας. Ένας γιατρός κυριολεκτικά και μεταφορικά. Η αδικία και ο θάνατος δεν του ταιριάζει – πόσω δε μάλλον η αυτοκτονία ή η «αυτοκτονία». Αυτό το δεδομένο προβάλλει αυτό το κείμενο γι’αυτό και το χαρακτηρίζω ως ωδή. Οι ωδές ταιριάζουν σε απολλώνιους ήρωες της νίκης της ζωής επί του θανάτου. Ένας υπότιτλος που μου προέκυψε μετα την ολοκλήρωση της έκδοσης του κειμένου είναι: Μια Ωδή Για Τις Αστραπές Και Την Αγάπη.

 

«Π»: Στην εποχή μας υπάρχει χώρος για τους ποιητές;
Δ.ΝΤ.: Περισσότερο από κάθε άλλη εποχή ακριβώς επειδή είναι αντιποιητική εποχή εξ ατυχίας θα έλεγα και έχει μεγάλη ανάγκη από ποίηση.

 

«Π»: Τι είναι η ποίηση;
Δ.ΝΤ.: Η ποίηση δεν είναι, δεν υπάρχει συμβατικά. Αυτό είναι που δεν είναι η ποίηση. Γιατί είναι προϋπόθεση της ουσίας και της ύπαρξης. Είναι μια ουσία όπως και η ζωή, όπως ελεγε ο ίσως ποιητικότερος ποιητής στην Ελλάδα του προηγούμενου αιώνα, ο Γιώργος Σαραντάρης.

 

«Π»: Γλώσσα και μουσική.
Δ.ΝΤ.: Η γλώσσα πατάει πάνω στη μουσική. Γλώσσα πρωταρχικά είναι φωνήματα, δηλ. προφορικός λόγος, είναι ανάσες, ύψη και μήκη τόνων, μέτρο, παύσεις, αρμονία, μελωδία, ρυθμός. Είναι και μουσική νοημάτων ανάλογη με το ήθος του ανθρώπου, της ψυχής του και του πολιτισμού του.

 

«Π»: «Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας» Σεφέρης. Συμφωνείτε με αυτό;
Δ.ΝΤ.: Εκατονταετίες χιλιετηρίδων χρειάστηκαν για να μας παραδοθεί η γλώσσα που μιλάμε. Κλείνει μέσα της την ιστορία όλων των ανθρώπων που έζησαν πριν από εμάς όπως και οι κωδικοί του βιολογικού σχεδιάσματος και είναι και κάτι περισσότερο από αυτό γιατί χαράζεται και από την προσωπική ιστορία του καθενός μέσα στον κόσμο και «εκπαιδεύται» η γλώσσα κατά περίπτωση για να μπορεί να εκφράσει και την ατομική περιπέτεια ακόμα μάλιστα και για να μπορεί να προβάλλει αιτήματα για την σωτηρία ή την αλλαγή αυτού του κόσμου. Δεν είναι μόνο στο εν αρχή ην ο λόγος αλλά και μέσα στην αιτία του τέλους, με την έννοια του στόχου και της τελείωσης.

 

«Π»: Τι ετοιμάζετε;
Δ.ΝΤ.: Κυρίως θα ήθελα να μου δώσει ο χρόνος και ο καιρός και η βοήθεια των προσφιλών μου ανθρώπων την ενέργεια και την βοήθεια για την δυνατότητα να δημοσιεύσω όσα ήδη έχω ετοιμάσει. Θέλω επίσης πέρα από τα λυρικά και τα δοκιμιακά μου να ολοκληρώσω και μιαν μελέτη για τις αρχαίες τηλεπικοινωνίες (φρυκτωρίες) και τα αρχαία οδικά δίκτυα στην Βοιωτία και Μεσσηνία. Θα ήθελα επίσης να ολοκληρώσω μιαν τριλογία της οποίας το πρώτο μέρος είναι η ήδη δημοσιευμένη ωδή για τις αστραπές και την αγάπη (Επειδή ποτέ δεν πέθανες). Ετοιμάζω και μιαν λυρική αυτοβιογραφία που ελπίζω να μου πετύχει μέχρι του αισίου τέλους της.