Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

ΑΓΓΕΛΟΣ ΗΒΟΣ, Συγγραφέας

ΑΓΓΕΛΟΣ ΗΒΟΣ «Σήμερα δεν έχουμε
παγκοσμιοποίηση
αλλά δυτικοποίηση και
ο δυτικός πολιτισμός είναι εγωιστικός, δεν
σέβεται τις διαφορές»


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΜΑΙΡΗ ΓΚΙΩΝΗ – ΛΑΡΕΝΤΖΑΚΗ


Ο Άγγελος Ήβος (κύριο λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Β.Σ. Παπακωνσταντίνου) γεννήθηκε το 1961 στο Αγρίνιο και ζει ξανά εκεί, εργαζόμενος στην ιδιωτική εκπαίδευση. Είναι Δρ. Προϊστορικής Αρχαιολογίας & Εθνολογίας (Paris X Nanterre). Δημοσίευσε αρκετά επιστημονικά άρθρα για την παλαιολιθική εποχή στην Ελλάδα και για την αντίληψη του χρόνου στις προϊστορικές σπουδές όπως και το «Εγχειρίδιο Αρχαιοκαπηλίας, επίσημης και ανεπίσημης» (Περίπλους 2003). Το «Όπως Κυλάει ο Λένας» (Κύμα 2018) είναι το όγδοο ποιητικό βιβλίο του και τα σατιρικά εκδοθέντα του έργα 3. Έχει ως τώρα χρησιμοποιήσει 6 διαφορετικά λογοτεχνικά ψευδώνυμα.

 

«ΠΑΛΜΟΣ»: Σε ποιό περιβάλλον μεγαλώσατε;
ΑΓΓΕΛΟΣ ΗΒΟΣ: Γεννήθηκα στο Αγρίνιο το 6 π.χ (προ χούντας). Χωμάτινοι δρόμοι, μπάλα, κάρα στη λαϊκή… από μεσοαστική οικογένεια. Το σπίτι μας δεν ξέρω αν είχε τα περισσότερα βιβλία στο Αγρίνιο, αλλά είχε πολλά. Και πολλούς πίνακες ζωγραφικής, αντίγραφα των Γκρέκο, Ρενουάρ που φιλοτεχνούσε ο πατέρας μου, ένας μεταφραστής και ζωγράφος και κατ’ ανάγκη έμπορος. Ο χρόνος μου μοιραζόταν στις αλάνες, στις σελίδες του Ιούλιου Βερν, στο μαγαζί των γονιών μου, μια αληθινή παιχνιδούπολη και στο φούρνο του παππού. Αυτά στράβωσαν κάποια στιγμή. Ο πατέρας μου πέθανε ενώ ήμουν 13 και το Αγρίνιο τελούσε υπό την κατοχή των φασιστών καθηγητών και την πανταχού παρούσα σκιά της Χριστιανικής ‘Ένωσης. Όλα ήταν απαγορευμένα και παράνομα: ο κινηματογράφος, τα μακριά μαλλιά, οι πολιτικές νεολαίες και κυρίως ο έρωτας. Τα κορίτσια τα χάσαμε στην έκτη δημοτικού και τα ξαναβρήκαμε στο πρώτο έτος του πανεπιστημίου. Δεν ξέραμε πώς είναι οι γυναίκες, μόνο ότι τις θέλαμε ξέραμε.

 

«Π»: Επιστρέψατε στη γενέτειρά σας στο Αγρίνιο και εργάζεστε στην ιδιωτική εκπαίδευση. Τί σας ώθησε σε αυτή την επιλογή;
ΑΓΓ.Η.: Η γκαντεμιά! Αθήνα 4 χρόνια, Παρίσι 8. Τέλειωσε το διδακτορικό, είχα φτάσει τριάντα. Δεν σκόπευα να μείνω στο εξωτερικό. Είχα να διαλέξω αν θα παρέμενα στο κέντρο ερευνών (το CNRS), αν θα έπαιρνα για 2 χρόνια την έδρα των παλαιολιθικών στο Cambridge, ή μόνιμα αυτήν της Cambera στην Αυστραλία κι άλλα. Αλλά προτίμησα να επιστρέψω για το ελληνικό πανεπιστήμιο. Έτσι, όπως έλεγαν οι νόμοι, θα πήγαινα μόνο τέσσερις μήνες στρατό. Δεν ήξερα τότε ότι υπάρχουν και νόμοι «φωτογραφικοί». Το κατάλαβα όταν ο συγκεκριμένος δεν ίσχυσε ποτέ για μένα και σάπισα στα τεθωρακισμένα στο Λιτόχωρο. Μετά όλες οι πόρτες στην Ελλάδα έκλειναν, ακόμη κι αυτή του νυχτοφύλακα σε μουσείο! Γεννήθηκε κι ένας γιος, έπρεπε κάπως να ζήσουμε κι αφού πήγα για ένα χρόνο σε κάποιο λύκειο, διορίστηκα μόνιμα και την επόμενη δεν ξαναπήγα. Έγινα «εκθεσάς» κι «ιδιαιτεράς». Η επιστημονική καριέρα τέλειωσε άδοξα σχετικά.

 

 

«Π»: Γεννιέται ο ποιητής;
ΑΓΓ.Η.: Δεν ξέρω, φαντάζομαι ναι. Τα πνευμόνια πάντως γεννιούνται για να ανασαίνουν. Βέβαια υπάρχουν και τα τεχνητά. Να, οι πομόνες, αυτή η λέξη που με συνάρπαζε πάντα, η αγαπημένη των γεωργών. Γω πάντως εξέδωσα τα πρώτα μου ποιητικό βιβλίο, το ΑΧΕ στα 17, άρα έγραφα από πριν. Δεν προσπάθησα να το κάνω. Ήρθε μόνο του. ‘Ομως εκείνος που έγραφε τότε ήταν παιδί. Ήμουν και τότε ο ίδιος, αλλά «στα μπετά». Ο Ρεμπώ γεννήθηκε πολύ πιο έτοιμος από μένα. Εγώ παλεύω χρόνια να γίνω ο εαυτός μου, να καταπιώ επιρροές. Σ’ ό,τι με αφορά ο ποιητής γεννιέται και μετά γίνεται.

 

 

«Π»: Ο δυτικός πολιτισμός, τι ρόλο θα παίξει σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης;
ΑΓΓ.Η.: Δυσφορώ λιγάκι με την ερώτηση. Αυτό που συμβαίνει σήμερα δεν λέγεται παγκοσμιοποίηση, λέγεται δυτικοποίηση. Ο δυτικός πολιτισμός είναι ήδη ένα είδος χορτοκοπτικού μηχανήματος. Επιφέρει, στο πολύχρωμο λιβάδι που ήταν η γη, μια εμετική ομοιομορφία. Είναι σαν τα δρεπανηφόρα άρματα: κόβει χέρια, πόδια, κεφάλια πέρσικα, ελληνικά, ινδικά ανθρώπων, αλόγων, ελεφάντων… Είναι εξαιρετικά εγωιστικός, κάτι σαν τα πεύκα: δεν αφήνουν τίποτ’ άλλο να φυτρώσει δίπλα τους. Αυτό θα γίνεται όλο και χειρότερο.

 

 

«Π»: Η πραγματική οικουμενικότητα είναι αυτή που σέβεται τις διαφορές;
ΑΓΓ.Η.: Μα ναι, είναι ο σεβασμός του πεύκου προς το χαμομήλι και τις μηλιές. Έχετε δει ποτέ μηλιά ή μανώλια σε πευκόδασος; Και βέβαια δεν συγκρίνω τα φυτά με βάση την ταπεινότητα ή την ομορφιά. Απλά αναφέρω διαφορετικά είδη. Σήμερα τα είδη όμως λιγοστεύουν στη γη. Ό,τι συμβαίνει με το φυσικό περιβάλλον, συμβαίνει και με τους ανθρώπινους πολιτισμούς. Η «Δύση» εξοντώνει τις διαφορές, δεν τις σέβεται. Ποιους να ρωτήσουμε; Τους Σιού, τους Ζουλού, τους Ιάπωνες, τον Αμαζόνιο;

 

«Π»: Ποια είναι η νέα κουλτούρα ανοιχτών οριζόντων;
ΑΓΓ.Η.: Φοβούμαι πως δεν την κατανοώ καν ως έκφραση… Ανοιχτοί ορίζοντες προϋποθέτουν δυνατότητα συνάντησης διαφορετικών στοιχείων, προϋποθέτουν. Μα όσο πιο πολύ ξεφτίζει η Αφρική και δήθεν εκπολιτίζεται, τόσο απομακρύνεται κι η δυνατότητα να εμφανιστεί ένας νέος κυβισμός. Ένας κόσμος όπου οι διαφορετικοί τρόποι σκέψης μετατρέπονται ραγδαία σε μουσειακά είδη δεν έχει μέλλον, έχει πολύ σκοτεινό ορίζοντα. Δεν μου αρέσει να βλέπω τα παιδιά από την Ακτή Ελεφαντοστού να μετατρέπονται σε χούλιγκανς, δεν μου αρέσει να ακούν οι Ιάπωνες Μαντόνα, δεν μου αρέσει να φωτογραφίζουν και να φωτογραφίζονται στον τάφο του Ατρέα. Μου αρέσουν οι άνθρωποι που φοβόντουσαν να φωτογραφηθούν, μην και τους κλέψουν τη ζωή, οι άνθρωποι που δεν μαρτυρούσαν πώς λέγονται, μην και χαθούν. Δεν μου αρέσει να συστηνόμαστε σ’ όλη τη γη με χαμόγελο και ν’ ανταλλάσσουμε τους αριθμούς των κινητών μας.

 

 

«Π»: Ο Steven Hawking λέει ότι «ο θεός δεν δημιούργησε το σύμπαν». Η δική σας άποψη;
ΑΓΓ.Η.: Φαίνεται κάτι εμπιστευτικό και άκρως απόρρητο θα του σφύριξαν. Αστειεύομαι. Δεν ξέρω. Τα του θεού είναι μεγάλη ιστορία κι εγώ πολύ μικρός για τέτοια. Σπούδασα κι υπηρέτησα μιαν επιστήμη που διώχθηκε σχεδόν όσο καμιά άλλη από τους δήθεν επίσημους εκπροσώπους του επί της γης. Μεταξύ μας, ας πω και κάτι σκληρό, τουλάχιστον για την Ελλάδα: εκπρόσωποι του θεού γινόντουσαν συνήθως όσοι ποτέ τους δεν εργάστηκαν ή όσοι δεν κατάφερναν να περάσουν μηδέ καν στη Φιλοσοφική σχολή. Πάντα η θεολογία είχε ελάχιστα μόρια. Για μένα θεός είναι τα δάση, οι γυναίκες, τα δάκρυα, τα φιλιά. Εκείνοι ας πουν την εκδοχή τους. Το 1991, έμαθα από ηγουμένη μοναστηριού και λυκειάρχισσα ότι δεν έχω διδακτορικό προϊστορικής αρχαιολογίας, ότι δεν ανέσκαψα ταφές Νεάντερνταλ, ότι είχα φριχτές παραισθήσεις και ότι ο θεός με δοκίμαζε σκληρά, ότι ήμουν καθολικός διάβολος, απεσταλμένος τους, για να διαβάλω την Ορθοδοξία. Δεν αξίζει να χάνουμε χρόνο μ’ αυτά. Έτσι δεν είναι;

 

«Π»: Το όγδοο ποιητικό σας βιβλίο «Κυλάει ο Λένας», τι πραγματεύεται;
ΑΓΓ.Η.: Δεν με γοητεύει ούτε με τιμά ως ποιητή να επεξηγώ όσα έχω γράψει. Αν νομίζω ότι κάτι χρειάζεται επεξήγηση, βάζω στα βιβλία μου ένα δυο σχόλια. Και στο συγκεκριμένο έχω επιλεγόμενα. Το τι πραγματεύεται άλλωστε ένα ποίημά μου, μόνο εκ των υστέρων μπορώ να το δω, όπως άλλωστε κι ένας αναγνώστης. Δεν είπα ποτέ: ας γράψω τώρα για το τάδε ζήτημα. Διαβάστε το λοιπόν σαν την αέναη παρακμή των ιδεολογιών, σαν την αιωνιότητα της γυναίκας, σαν έναν φόρο τιμής στον Αντρέα Εμπειρίκο, ακόμα και σαν δάκρυ… Ένα κάπως μεγάλο ποίημα είναι, δεν θα πάρει πολύ χρόνο… Άσχετα αν εμένα μου κόστισε μια ζωή και κάτι μήνες.
Το πρώτο μου ήταν το ΑΧΕ, χαχά, ούτε το τσεκούρι στα εγγλέζικα, όπως νόμιζαν μερικοί, ούτε το αποσμητικό! Το ξεκίνημα του λέξης νερό ή ποτάμι στα ινδοευρωπαϊκά: Αχελώος, Αχάτης, Άαχεν, Ίναχος, aqua, Αχέρων… Ντρεπόμουν τότε να είμαι ποιητής, το έδινα κρυφά σε φίλους, στα δεκαεπτά μου. Μετά σίγησα κάνα-δυο δεκαετίες, χοντρικά, μέχρι που βγήκαν οι Παραδόσεις Απαλής Ανατομίας και φανερώθηκε ο Ήβος. Τα ποιήματα ήταν ερωτικά. Έπρεπε να προστατευτώ από τον κόσμο. Κατόπιν ήρθαν δυο βιβλία με πιο «μαζεμένα» ποιήματα το Ορέων και Θανάτων και η Ξερολιθιά και τα δυο με το κανονικό μου όνομα. Ο μεγάλος μου γιός, παιδί τότε, νόμιζε ότι είχα κάμει λάθος στον τίτλο και στενοχωρήθηκε: Ωραίων και Θανάτων, δεν έπρεπε; Και μετά συνέχισε να προβληματίζεται, καθώς είχε βγει κι ένα άλλο βιβλίο, με άλλο όνομα: μπαμπά, απ’ όλους αυτούς ποιος θα γίνει διάσημος, ρώτησε; Κι από τότε είπα να χρησιμοποιώ κι άλλα ψευδώνυμα για να αυξήσω τις πιθανότητες διασημότητας!!! Με το όνομα του Ήβου υπέγραψα κι άλλα δυο-τρία αλλά δεν έχει νόημα να λέω τους τίτλους. Έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχουν στο εμπόριο κι είναι πια κι εξαντλημένα. Το προτελευταίο μου, αμέσως πριν τον «Λένα» είναι το Εβίβα λα Ρεβολουτσιόν.

 

«Π»: Τι είναι τα σατιρικά εκδοθέντα;
ΑΓΓ.Η.: Δεν γράφω μόνο ποιήματα. Μάλλον γράφω ποιήματα όταν δεν μπορώ να γράψω κάτι πιο ολοκληρωμένο. Η ποίηση με αποσπά από τις «σοβαρές» δουλειές. Μια από αυτές είναι και η σάτιρα. Έχω εκδώσει ως τώρα κάποια τους. Για την Κρίση της ελληνικής οικονομίας, για τους Ολυμπιακούς αγώνες του 2004, για τα Ιδιαίτερα μαθήματα…

 

«Π»: Γιατί χρησιμοποιείτε έξι λογοτεχνικά ψευδώνυμα;
ΑΓΓ.Η.: Τα ψευδώνυμα είναι η άμυνά μου, είναι η αδιαφορία μου για τα φώτα, είναι η προστασία μου από τις σημερινές μανάδες των μαθητριών μου που κάποτε ήταν οι καθηγήτριές μου. Είναι γενικά η ησυχία μου και η προσωπική και η οικογενειακή. Σε ένα πάνελ κάποτε έλεγαν για μένα κάτι τραγόπαπες ότι μια μέρα θα με βρουν και θα με αφορίσουν για όσα έγραψα εναντίον τους. Εγώ έβλεπα την εκπομπή και γελούσα. Θα ήθελα να μείνει έτσι.

 

«Π»: Μουσικότητα στην ποίηση;
ΑΓΓ.Η.: Δεν αντέχω ούτε μισό στίχο δικό μου ή άλλων που να πάσχει μετρικά. Κάθε παραπανίσια ή κάθε λιγότερη συλλαβή είναι παραφωνία. Κάθε χασμωδία, κάθε ξόμπλι, κάθε λέξη που, κακοποιημένη συναισθηματικά, πάει να τελειώσει σε -άκι, -ούλα, -ίτσα… Και δεν εννοώ μόνον τα γνωστά μέτρα. Η μουσική είναι μουσική. Και σημαντικοί ποιητές κάμνουν μετρικά «λάθη». Ο Καρυωτάκης είναι ένα καλό παράδειγμα. Όταν «πλαστογράφησα» κάποτε ποιήματά του, παιδεύτηκα πολύ για να κάνω εσκεμμένα μετρικά λάθη. Αλλά ήξερα ότι θα έκανα την δική του ξεχωριστή στριγκιά μουσική … Πάντως, για να μην φλυαρώ, μουσική και ποίηση είναι άρρηκτα δεμένες, αλλά δεν είναι ίδιες. Θα μπορούσαμε να διαβάσουμε τα ομηρικά έπη μόνο με έναν φωνήεν, με το άλφα: άνδραν μα άναπαν μάσαν παλάτραπαν ας μάλλα πλάγχθα… Η μουσική των στίχων είναι μαγική, είναι πάντα ο Όμηρος. Μα είναι σαν να ακούμε μια μαγευτική ιστορία σε ξένη γλώσσα. Η ποίηση είναι το Α και η μουσική το Ω.
«Π»: Εχω αστάθεια πολλών εθνών στο αίμα μου //Κάτι σαν κάστορας ή σαν Μπακούνιν και που με τρώει όλόκληρο μπουκιά μπουκιά στον ύπνο ///Το πως ξυπνώ είναι στ΄αλήθεια άξιο θρήνων //.. στίχοι απο το ποίημα σας «Έχω αστάθεια πολλών εθνών…» Τι θέλετε να περάσετε μέσω του ποιήματος αυτού;
ΑΓΓ.Η.: Απάντησα και πριν, έμμεσα ίσως, σ’ αυτό: ποτέ μου γράφοντας δεν επεδίωξα να πω κάτι. Κοιτάζοντας πίσω βλέπω ότι έχω γράψει για θανάτους προσφιλών προσώπων, για καμένα δάση κι ανθρώπους, για βιασμούς, για χαμένους έρωτες, για προδοσίες, ακόμη και για την Ελλάδα… Αλλά γράφω χωρίς να επιχειρώ να «περάσω» κάτι. Ο Μπακούνιν στο ποίημα ας σας πει ότι η Τέχνη άμα υποταχτεί σε στρατηγικές και ιδεολογίες είναι ξεβράκωτη τέχνη, όχι ερωτικά ξεβράκωτη, ξεφτιλισμένα ξεβράκωτη.

 

«Π»: Τι σας οργίζει;
ΑΓΓ.Η.: Ο θόρυβος, οι εξατμίσεις, τα ring tones από τα κινητά, τα σκυλάδικα… oι ηλίθιοι, οι βρωμιάρηδες… όσοι απεχθάνονται τις αράχνες, τα φίδια, τα έντομα, την ίδια τη γη… η βία, η βία, η βία… Πολλά με οργίζουν, δυστυχώς, για αυτό και γράφω μάλλον. Μα γιατί δεν με ρωτάτε τι με ενθουσιάζει; Τα τηγανιτά αυγά με πολλή ρίγανη και μπέικον, ας πούμε.

 

«Π»: Μελλοντικά συγγραφικά σχέδια;
ΑΓΓ.Η.: Προς το παρόν ετοιμάζονται δυο μεγάλα βιβλία, δυο μονογραφίες. Δεκαετία δουλειάς καθένα τους. Και τα δυο θα φιλοξενήσουν δυο από τις μεγαλύτερες συλλογές μου. Το πρώτο θα είναι η παρουσίαση του συνόλου των χαρακτικών από τον 15ο ως τον 20ο αιώνα με θέμα την μυθολογία των Αιτωλών: Αχελώος, Μελέαγρος, Δηιάνειρα, Νέσσος, Αλθαία Λήδα…
Το δεύτερο που θα κυκλοφορήσει αρχικά στην Αγγλική θα παρουσιάσει τη συλλογή μου από tribal γλυπτά ψαριών από τον Ειρηνικό Ωκεανό κυρίως (Νέα Γουινέα, Νησιά Σολομώντος…). Είναι στην ουσία μια σειρά από δοκίμια εθνογραφικά, μία πραγματεία για την αντίληψη του «τέρατος», για την ανθρωποφαγία, τέτοια…
Ένα τρίτο που περιμένει έτοιμο είναι μια σειρά από επιτύμβια επιγράμματα που έγραψα στην αρχαιοελληνική και απέδωσα μετά στη νεοελληνική. Την εικονογράφηση έχει κάνει ο καλός φίλος ζωγράφος Θοδωρής Δασκαλάκης. Είναι ας πούμε μια προσθήκη στην Παλατινή Ανθολογία.