Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

Λευτεριά στο διαδίκτυο, Γράφει ο Βαγγέλης Ντάλης

WikiLeaks. Ο ιστότοπος που αποκάλυψε, φώτισε και ενόχλησε. Έφερε νέα δεδομένα στον διεθνή Τύπο και εφιάλτες σε πολλές κυβερνήσεις, κυρίως στην κυβέρνηση των ΗΠΑ, με την εμφάνιση του το 2006. Διακηρυγμένος στόχος του ήταν και παραμένει η δημοσίευση «εγγράφων από ανώνυμες πηγές και διαρροές τα οποία υπό άλλες συνθήκες δεν θα έβλεπαν το φως της δημοσιότητας».

Μέσα στον πρώτο χρόνο της λειτουργίας τους ανακοίνωσαν ότι η βάση δεδομένων τους συμπεριλάμβανε περισσότερα από 1,2 εκατομμύριo έγγραφα. Η βράβευση των WikiLeaks δύο χρόνια αργότερα από το (πολιτικά συντηρητικό) περιοδικό «The Economist» με το βραβείο Νέου Μέσου καθώς και του ιδρυτή της Τζούλιαν Ασάνζ από τη Διεθνή Αμνηστία το 2009, τα κατέστησαν διεθνώς ως ένα από τα πλέον έγκριτα Μέσα και πηγή αποκαλύψεων τόσο για διεθνή όσο και για εθνικά θέματα.
Ο Ασάνζ έγινε γνωστός παγκοσμίως το 2010 όταν τα WikiLeaks δημοσιοποίησαν χιλιάδες απόρρητα έγγραφα του Πενταγώνου και του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, ορισμένα εκ των οποίων αποκάλυπταν πολύ επικριτικές αμερικανικές εκτιμήσεις για παγκόσμιους ηγέτες. Το πρώτο δημοσίευμα που έκανε ευρύτερα γνωστό τον αποκαλυπτικό ιστότοπο ήταν η ανάρτηση ενός βίντεο το 2010 για τη δολοφονική συμπεριφορά Αμερικανών στρατιωτών στο Ιράκ. «Το Collateral murder» ήταν ένα ντοκιμαντέρ βασισμένο σε ένα 40λεπτο απόρρητο βίντεο γυρισμένο από ελικόπτερο Απάτσι. Έδειχνε στρατιώτες να πυροβολούν σκορπίζοντας θάνατο στη Βαγδάτη τον Ιούλιο του 2007. Σκοτώθηκαν περίπου 20 άνθρωποι, μεταξύ των οποίων δύο πολεμικοί ανταποκριτές. Από τα σχόλια που έγιναν διαπιστώνεται ότι «αυτό που σόκαρε τον κόσμο ήταν οι διάλογοι των στρατιωτών και η προθυμία τους να σκοτώσουν» είχε πει ο Ασάνζ σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «New York Times».
Συγκλονιστικές για τη διεθνή κοινή γνώμη ήταν και οι αποκαλύψεις των WikiLeaks για τις περίφημες 3Τ. Πρόκειται για τις διεθνείς συμφωνίες TTIP, TPP και TISA. Στα έγραφα που δημοσιεύτηκαν, τα οποία έγιναν αιτία ακόμη και για δημιουργία διεθνών κινημάτων, αποκαλύπτεται ο τρόπος με τον οποίο οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες προσπερνούν τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου και συνάπτουν μυστικές συμφωνίες με κυβερνήσεις κρατών, επιβάλλοντας οι ίδιες τους όρους και τους κανόνες για το τι μπορούν να κάνουν ορισμένες χώρες.
Η βόμβα έσκασε στις 19 του περασμένου Φεβρουαρίου. Ο ενημερωτικός ιστότοπος La Fuente (Η πηγή) του Εκουαδόρ (Ισημερινός), δημοσίευσε ντοκουμέντα που συνδέουν τον πρόεδρο Μορένο με ένα μεγάλο… φαγοπότι που περιλάμβανε μίζες, ακριβά δώρα, έπιπλα και ένα πολυτελές διαμέρισμα στην Ισπανία για τα γεράματα. Τα γεγονότα στη συνέχεια ήταν καταιγιστικά.
Ένας Σουηδός, που συνελήφθη την περασμένη Πέμπτη και τον οποίο οι αρχές του Ισημερινού περιγράφουν ως στενό συνεργάτη του ιδρυτή του WikiLeaks Τζούλιαν Ασάνζ, κατηγορήθηκε για κυβερνοεπίθεση, όπως ανακοίνωσε η εισαγγελία του Ισημερινού. Ο Όλα Μπίνι συνελήφθη ενώ επιχειρούσε να μεταβεί στην Ιαπωνία, την ίδια ημέρα όπου ο Ασάνζ, από τον οποίο ο Ισημερινός ανακάλεσε το άσυλο που του είχε χορηγήσει, συνελήφθη στην πρεσβεία της χώρας αυτής στο Λονδίνο, καταφύγιο για εκείνον από το 2012. Οι δικαιολογίες αστείες. Δεν τηρούσε τους κανόνες υγιεινής στην πρεσβεία, ιστορίες για περιττώματα στους τοίχους και άλλα γελοία.
Η ουσία ήταν ότι η κυβέρνηση του Ισημερινού είχε αποφασίσει να τον παραδώσει στις βρετανικές αρχές από το περασμένο καλοκαίρι. Ξεθάφτηκε και μία ξεχασμένη από το 2010 καταγγελία εναντίον του Ασάνζ για βιασμό στη Σουηδία και το γαϊτανάκι άρχισε. Οι φόβοι είναι συγκεκριμένοι. Παράδοση στις σουηδικές αρχές κι από εκεί στις αμερικανικές που τον θέλουν διακαώς. Για να σαπίσει σε φυλακές υψίστης ασφαλείας θαμένος μια ζωή.
Όλα το αμερικάνικο κατεστημένο και των δύο κομμάτων είναι εναντίον του. Γιατί έβγαλε στη φόρα πολλά άπλυτα της εσωτερικής και εξωτερικής αμερικάνικης πολιτικής. Γιατί προσέφερε την κατάλληλη πλατφόρμα και τις τεχνικές εγγυήσεις ώστε άλλοι θαρραλέοι άνθρωποι να μπορούν να φέρνουν την αλήθεια στο φως. Άνθρωποι σαν την Τσέλσι Μάνινγκ, που με μεγάλο κόστος έφερε στο φως τα εγκλήματα πολέμου των ΗΠΑ στους βρώμικους πολέμους στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, ή σαν τον Έντουαρντ Σνόουντεν που αποκάλυψε πόσο εκτεταμένο και εξελιγμένο είναι το σύστημα παρακολούθησης που έχουν εγκαταστήσει οι μυστικές υπηρεσίες των Ηνωμένων Πολιτειών.
Γι’ αυτό και η προσφορά του Ασάνζ είναι μεγάλη. Γιατί όλα αυτά τα χρόνια τα Wikileaks, στη δημιουργία των οποίων συνέβαλε καθοριστικά, έφεραν στο προσκήνιο κρίσιμα στοιχεία που δείχνουν πόσο επικίνδυνοι είναι σήμερα οι ισχυροί του κόσμου. Από τον κυνισμό της Χίλαρι Κλίντον μέχρι το ιδιαίτερα εξελιγμένο λογισμικό παρακολούθησης (αλλά και παραπληροφόρησης) που χρησιμοποιεί η CIA.
Πριν δύο μήνες γράφαμε για τον Κρίστοφερ Γουάιλι, ο οποίος στη διάρκεια της κατάθεσής του ενώπιον της επιτροπής Ψηφιακής Πολιτικής, Πολιτισμού, ΜΜΕ και Αθλητισμού της Βουλής των Κοινοτήτων, στη Μεγάλη Βρετανία που εξετάζει τις επιπτώσεις των ψευδών ειδήσεων (fake news) στους βρετανικούς δημοκρατικούς θεσμούς έκανε συνταρακτικές αποκαλύψεις. Ο πρώην εργαζόμενος της βρετανικής εταιρείας Cambridge Analytica (C.A.), που αποκάλυψε τον ύπουλο μηχανισμό υποκλοπής και εκμετάλλευσης προσωπικών δεδομένων από 50 εκατομμύρια χρήστες του Facebook για λόγους πολιτικής – και δη εκλογικής – χειραγώγησης, εκτίμησε πως – εκτός από την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ – η C.A. επηρέασε και την έκβαση του βρετανικού δημοψηφίσματος υπέρ του Brexit με δόλια μέσα.
Εκείνο πάντως που κάνει αλγεινή εντύπωση είναι η σχεδόν καθολική ανυπαρξία οποιασδήποτε υποστήριξης προς τον Ασάνζ από το δημοσιογραφικό κατεστημένο. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και μεγάλες εφημερίδες όπως οι New York Times και η Washington Postέχουν κατά καιρούς γράψει πύρινα άρθρα εναντίον του. Μια πιθανή καταδίκη του Ασάνζ θα σημαίνει ότι οποιοδήποτε μέσο ενημέρωσης δημοσιεύσει αποκαλύψεις που δεν αρέσουν στην κυβέρνηση των ΗΠΑ, θα αντιμετωπίζει τον κίνδυνο να συρθεί στις δικαστικές αίθουσες.
Στην Κίνα το διαδίκτυο είναι απόλυτα ελεγχόμενο. Στον υπόλοιπο κόσμο υπάρχει μια επίφαση ελευθερίας, αρκεί δηλαδή να μην δημοσιεύονται πράγματα που δεν αρέσουν στις Αρχές. Δεν θα πρέπει να μας σοκάρει πια η Κίνα αλλά εμείς οι ίδιοι που έχουμε ουσιαστικά αποδεχθεί αντίστοιχους ρυθμιστικούς περιορισμούς ενώ πιστεύουμε ότι διατηρούμε την πλήρη ελευθερία μας και ότι τα δικά μας media μας βοηθάνε να εκπληρώσουμε τους στόχους μας. Τουλάχιστον στην Κίνα οι άνθρωποι έχουν πλήρη συνείδηση της χειραγώγησης που υφίστανται…
Αυτό είναι ίσως και το πιο σημαντικό δίδαγμα από τα Wikileaks: η ανελευθερία μας είναι πιο επικίνδυνη όταν βιώνεται ως το μέσο μιας υποτιθέμενης ελεύθερης έκφρασης – τι μπορεί να είναι πιο ελεύθερο από την ακατάσχετη ροή επικοινωνίας η οποία επιτρέπει σε κάθε άτομο να δημοσιοποιεί τις απόψεις του και να στελεχώνει εικονικές κοινότητες με βάση την ελεύθερη βούληση; Γι’ αυτό ακριβώς είναι επιτακτική ανάγκη να κρατηθεί το ψηφιακό δίκτυο όσο γίνεται πιο μακριά από τον έλεγχο του ιδιωτικού κεφαλαίου και της κρατικής εξουσίας, και να καταστεί απολύτως προσιτό στη δημόσια συζήτηση.
Ο Ασάνζ είχε δίκιο στο περιέργως αγνοημένο βιβλίο του «When Google Met WikiLeaks» (Όταν η Google συνάντησε τα Wikileaks, 2014) όταν έγραφε ότι για να κατανοήσουμε πώς χειραγωγούνται οι ζωές μας σήμερα και πώς αυτή η χειραγώγηση ερμηνεύεται ως ελευθερία, θα πρέπει να εστιάσουμε ακριβώς στη σκιώδη σχέση ανάμεσα στις ιδιωτικές εταιρείες που ελέγχουν την επικοινωνία μας και στις κρατικές μυστικές υπηρεσίες…